Βέβαια, σε καμιά περίπτωση δεν είναι η δεσπόζουσα άποψη στην Ουάσιγκτον. Επιβεβαιώνει, όμως, την απελπιστική απουσία στρατηγικής εξόδου από τον πόλεμο στον οποίο αντιτίθεται η μεγάλη πλειοψηφία της αμερικανικής κοινής γνώμης. Οι συνεχείς εναλλαγές από τις βίαιες επιθέσεις (το «κούρεμα του γκαζόν») στις εξοντωτικές κυρώσεις (επιχείρηση «Οικονομικός Παρίας») δείχνουν ότι η αμερικανική διοίκηση δεν θέλει να παραδεχτεί ότι αυτά τα ήδη δοκιμασμένα μέσα παρήγαγαν πενιχρά πολιτικά αποτελέσματα. Κατά μείζονα λόγο, δεν θέλει να αναγνωρίσει το παράδοξο που γέννησε η ισραηλινοαμερικανική στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν: η Ισλαμική Δημοκρατία κατέχει πλέον ισχυρότερη γεωπολιτική θέση απ’ ό,τι τις παραμονές της σύγκρουσης (Reza Pirzadeh, Institut Montaigne, 12/6/2026).
Εάν το «απόψε αυτοσχεδιάζουμε» είναι η τραμπική στρατηγική, το Ιράν αντιθέτως έχει αναπτύξει μια συνεκτική στρατηγική. Συνεκτική δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη πως επιτυγχάνει ό,τι επιδιώκει, αλλά ο αυτοσχεδιασμός είναι σίγουρα αναποτελεσματικός· ή, όπως λέει η διαδεδομένη ατάκα στα κόμματα, «καλύτερα λάθος γραμμή παρά απουσία γραμμής»: το λάθος διορθώνεται, το ανύπαρκτο όχι. Εν πάση περιπτώσει, αν θέλουμε να εξηγήσουμε τη νέα ιρανική στρατηγική, θα πρέπει, πρώτον, να κατανοήσουμε τις αναπόφευκτες γενεακές αλλαγές στις δομές της εξουσίας και, δεύτερον, τη μεταβολή στην επικρατούσα πολιτική κοσμοθεωρία που διευκόλυνε η νέα ανθρωπογεωγραφία και ενίσχυσε ο πολυετής εμπαιγμός από τη Δύση, με αποκορύφωση τη στρατιωτική επίθεση εν μέσω διαπραγματεύσεων.
Παρότι η θεσμική αρχιτεκτονική που κληρονόμησε η επανάσταση του 1979 παραμένει τυπικά άθικτη, η πραγματική εξουσία έχει μετατοπιστεί προς μια νέα γενιά στελεχών των οποίων η πολιτική κοσμοθεωρία διαφέρει σημαντικά από εκείνη των προκατόχων τους. Αυτή η γενιά, ηλικίας κάτω των 50 ετών, που γνωρίζει από πρώτο χέρι το μετεπαναστατικό Ιράν αλλά μόνο από αφηγήσεις το προεπαναστατικό, κατέχει βασικές θέσεις λήψης αποφάσεων στις ένοπλες δυνάμεις, τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης και τα σώματα ασφαλείας.
Οι Narges Bajoghli και Vali Nasr σε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον άρθρο («Foreign Affairs», 3/6/2026) υποστηρίζουν ότι η ιδεολογία αυτού του νέου στελεχιακού δυναμικού είναι περισσότερο εθνικιστική παρά ιδεολογική. Ο πρωταρχικός του στόχος δεν είναι πλέον η εξαγωγή της ισλαμικής επανάστασης, αλλά η ενίσχυση της ιρανικής εθνικής ισχύος, της εδαφικής κυριαρχίας και του δικτύου των περιφερειακών συμμάχων. Η ισλαμιστική ιδεολογία παραμένει μεν χρήσιμη ως εργαλείο θεσμικής συνοχής και εγχώριας νομιμότητας, όμως αποτελεί όλο και περισσότερο ένα πολιτικό εργαλείο παρά βαθιά ριζωμένη πεποίθηση. Πρόκειται για άτομα που τα συμφέροντά τους εξαρτώνται στενά από το υπάρχον σύστημα, η δε πολιτική κουλτούρα τους έχει να κάνει μάλλον με την κρατική εξουσία και όχι τόσο με τον επαναστατικό ζήλο.
Αυτή η μετατόπιση του κέντρου βάρους από την ιδεολογία στον πολιτικό πραγματισμό διευκόλυνε, αν δεν επέβαλε, την απομάκρυνση από τη «στρατηγική της υπομονής και αυτοσυγκράτησης» και την υιοθέτηση της στρατηγικής της «επίμονης αντικλιμάκωσης (counter-escalation)», όπως την ονόμασε ο Ιρανός διεθνολόγος Σίνα Τούσι σε πρόσφατη έκθεση (Quincy Institute, 17/9/2026).
Η «στρατηγική της υπομονής» δέσποσε στην προπολεμική περίοδο, ιδίως μετά την αποχώρηση του Τραμπ από τη συμφωνία για τα πυρηνικά που το Ιράν είχε υπογράψει επί Ομπάμα. Η προσδοκία ήταν ότι η ελεγχόμενη αυτοσυγκράτηση (απόσβεση των πιέσεων, διατήρηση διπλωματικών διεξόδων, αποφυγή ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης, σταδιακή συσσώρευση διαπραγματευτικής μόχλευσης) θα επέτρεπε στη διπλωματία να αποτρέψει έναν πόλεμο με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ.
Οι πόλεμοι του 2025 και του 2026 ανέτρεψαν ταχύτατα αυτές τις αυταπάτες. Το δίδαγμα ήταν το σχεδόν αντίθετο: ο πόλεμος ήρθε, διότι η αυτοσυγκράτηση χωρίς αξιόπιστη βούληση να επιβληθούν οδυνηρά κόστη ερμηνεύτηκε ως αδυναμία. Η «αντικλιμάκωση» πρέπει να νοείται ως «δύο οφθαλμούς αντί οφθαλμού», όπως το εξήγησε στις αρχές Σεπτεμβρίου ο πρόεδρος του ιρανικού Κοινοβουλίου, Μοχάμαντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ: «Η εποχή των “αναλογικών απαντήσεων” έχει τελειώσει» και οποιαδήποτε παραβίαση των συμφερόντων και της ασφάλειας του Ιράν θα λάβει «ταχύτερη, βαρύτερη και πιο οδυνηρή απάντηση». Δεν πρόκειται για ανέξοδο παλικαρισμό και φτηνή ρητορεία. Η δήλωση του Γκαλιμπάφ εκφράζει, όπως επισημαίνει ο Τούσι, την αυτοπεποίθηση που αποκόμισαν από τη μέχρι τούδε εξέλιξη του πολέμου οι ιρανικές ελίτ ασφαλείας.
Η νέα στρατηγική του Ιράν δεν εγγυάται ούτε την επίτευξη των στόχων του ούτε την απάλυνση του καθεστωτικού αυταρχισμού, που κατά πάσα πιθανότητα θα παραμείνει αναλλοίωτος. Προφανώς, οι προβλέψεις είναι επισφαλείς – ούτως ή άλλως, το τι θα γίνει δεν εξαρτάται μόνο από το Ιράν. Πάντως, θα είμαστε πιο κοντά στην πραγματικότητα, αν χρησιμοποιούμε με φειδώ τα δίπολα «σκληροπυρηνικοί / μετριοπαθείς», «ιδεολόγοι / πραγματιστές», «συντηρητικοί / μεταρρυθμιστές». Η διανοητική ακαμψία δεν βοηθά, ιδίως σε περιόδους μεγάλων αναστατώσεων.
Πηγή: lifo.gr/optiki-gonia
Η ιρανική εξουσία έχει μετατοπιστεί από την ιδεολογία της επανάστασης του 1979 σε πιο πραγματιστικές θέσεις. Αυτό, όμως, δεν εγγυάται ούτε την επίτευξη των στόχων της ούτε την απάλυνση του καθεστωτικού αυταρχισμού.