Η Αντίσταση και η νομή της εξουσίας
Στην Ελλάδα, το ερώτημα αυτό είχε ιδιαίτερο βάρος. Το ΕΑΜ, η μαζικότερη αντιστασιακή οργάνωση, και ο ΕΛΑΣ, ο στρατιωτικός του βραχίονας, είχαν αποκτήσει ισχυρή παρουσία σε εκτεταμένες περιοχές της χώρας. Στην Ελεύθερη Ελλάδα είχε συγκροτηθεί η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης, η γνωστή «κυβέρνηση του βουνού», ενώ στα αστικά κέντρα δρούσαν μαζικές οργανώσεις και παράνομα δίκτυα αντίστασης. Μέσα στην Κατοχή είχαν αναδειχθεί κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που διεκδικούσαν ουσιαστικό λόγο στη μεταπολεμική ζωή. Η επιστροφή στην προηγούμενη πολιτική τάξη πραγμάτων δεν μπορούσε να θεωρείται αυτονόητη.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου, στην οποία συμμετείχαν από τις αρχές Σεπτεμβρίου και εκπρόσωποι του ΕΑΜ, στήριζε την επιστροφή και την εδραίωσή της στη βρετανική συνδρομή. Για τη βρετανική ηγεσία, η διατήρηση της επιρροής της στην Ελλάδα αποτελούσε στρατηγική προτεραιότητα. Η άφιξη βρετανικών στρατευμάτων αμέσως μετά τη γερμανική αποχώρηση συνδεόταν, επομένως, με τον έλεγχο των πολιτικών εξελίξεων.
Οι δεσμεύσεις της Καζέρτας
Σε αυτό το πλαίσιο υπογράφηκε, στις 26 Σεπτεμβρίου 1944, η Συμφωνία της Καζέρτας, με τη συμμετοχή εκπροσώπων της ελληνικής κυβέρνησης και της συμμαχικής διοίκησης, καθώς και του Στέφανου Σαράφη για τον ΕΛΑΣ και του Ναπολέοντα Ζέρβα για τον ΕΔΕΣ. Οι ανταρτικές δυνάμεις υπάγονταν στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, η οποία τις έθετε υπό τις διαταγές του Βρετανού στρατηγού Ρόναλντ Σκόμπι. Οι ηγεσίες τους δεσμεύονταν να αποτρέψουν κάθε απόπειρα κατάληψης της εξουσίας από τις μονάδες τους.
φωτογραφία: Μέλη του ΚΚΕ στην οδό Κοραή με σημαίες, πανό και χωνιά, Οκτώβριος 1944. Αρχείο ΕΡΤ/Συλλογή Π.Πουλίδη.
Για την Αθήνα προβλεπόταν ειδικά ότι καμία ενέργεια δεν θα αναλαμβανόταν χωρίς τις άμεσες διαταγές του Σκόμπι. Οι συνοδευτικές επιχειρησιακές διαταγές ανέθεταν τη διοίκηση των στρατευμάτων της Αττικής στον στρατηγό Παναγιώτη Σπηλιωτόπουλο. Παράλληλα, τα Τάγματα Ασφαλείας χαρακτηρίζονταν όργανα του εχθρού και προβλεπόταν η αντιμετώπισή τους ως εχθρικών σχηματισμών, εφόσον δεν παραδίδονταν σύμφωνα με τις διαταγές της διοίκησης. Έτσι, πριν ακόμη απελευθερωθεί η πρωτεύουσα, είχε διαμορφωθεί ένα δεσμευτικό στρατιωτικό και πολιτικό πλαίσιο για την επόμενη ημέρα.
Η αποχώρηση και η μάχη της Ηλεκτρικής
Το πρωί της 12ης Οκτωβρίου, οι Γερμανοί πραγματοποιούν την τελευταία τους τελετή στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, καταθέτοντας στεφάνι, και υποστέλλουν τη ναζιστική σημαία από την Ακρόπολη. Υπάρχει κάτι το βαθιά προκλητικό σε αυτή τη χειρονομία: ο στρατός κατοχής αποδίδει τυπικές τιμές στους νεκρούς μιας χώρας την οποία έχει λεηλατήσει και αιματοκυλήσει, οδηγώντας τον πληθυσμό της σε λιμοκτονία. Την επόμενη ημέρα, στις 13 Οκτωβρίου, δυνάμεις του ΕΛΑΣ μαζί με εργαζομένους δίνουν τη μάχη της Ηλεκτρικής, αποτρέποντας την ανατίναξη του εργοστασίου ηλεκτροπαραγωγής στο Κερατσίνι. Η διάσωση της εγκατάστασης προστατεύει μια ζωτική ενεργειακή υποδομή του λεκανοπεδίου.

Στους δρόμους της πρωτεύουσας, η ανακούφιση γίνεται συλλογικός ενθουσιασμός. Χιλιάδες κάτοικοι πανηγυρίζουν κρατώντας ελληνικές, βρετανικές, αμερικανικές και σοβιετικές σημαίες. Άνθρωποι που είχαν ζήσει την πείνα, τον φόβο και την παρανομία μπορούν πλέον να συναντηθούν και να εκφραστούν ελεύθερα. Η πόλη ξαναβρίσκει τη φωνή της και οι πανηγυρισμοί εκφράζουν μαζί τη χαρά για το τέλος της Κατοχής και την προσδοκία μιας διαφορετικής ζωής.
Στις 18 Οκτωβρίου φτάνει στην Αθήνα ο Γεώργιος Παπανδρέου. Η έπαρση της ελληνικής σημαίας στην Ακρόπολη και ο λόγος του στο Σύνταγμα σηματοδοτούν την επίσημη επιστροφή της κυβέρνησης.

Ο έλληνας πρωθυπουργός, κ. Παπανδρέου, εκφώνησε ομιλία που μεταδόθηκε σε ολόκληρη τη χώρα και στη συνέχεια κατέθεσε στεφάνι στο Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη. Το στιγμιότυπο δείχνει το πλήθος στην κεντρική πλατεία της Αθήνας να ακούει την ομιλία του νέου πρωθυπουργού,
Οι συγκεντρώσεις και οι τελετές εκείνων των ημερών, στις οποίες συμμετέχει και τιμητικό απόσπασμα του ΕΛΑΣ, αποτυπώνουν την ελπίδα ότι η απελευθέρωση θα ανοίξει έναν νέο δρόμο για τη χώρα.
Τα μαύρα σύννεφα της σύγκρουσης
Η ευφορία, ωστόσο, θα αποδειχθεί σύντομη. Το πολιτειακό ζήτημα και η επιστροφή του βασιλιά παραμένουν ανοιχτά, όπως και το καθοριστικό πρόβλημα της συγκρότησης της νέας εξουσίας και του ελέγχου των νέων ενόπλων δυνάμεων. Οι ανταγωνιστικές συγκεντρώσεις και οι συγκρούσεις των επόμενων ημερών φανερώνουν το βάθος των αντιθέσεων που συνυπάρχουν κάτω από τις διακηρύξεις εθνικής ενότητας. Η βρετανική αποφασιστικότητα να διατηρηθεί η Ελλάδα στη σφαίρα επιρροής της επιβαρύνει αυτή την εύθραυστη συνθήκη. Λιγότερο από δύο μήνες αργότερα θα ξεσπάσουν τα αιματηρά Δεκεμβριανά. Θα ακολουθήσει ο αιματηρός Εμφύλιος του 1946–1949, σημαδεύοντας τη χώρα για δεκαετίες. Η τραγική αυτή εξέλιξη θα επισκιάσει ακόμη και τη μνήμη της απελευθέρωσης.

Η δύσκολη θέση της επετείου στη δημόσια μνήμη
Η μεταπολεμική διαχείριση αυτής της μνήμης υπήρξε βαθιά πολιτική. Η περιθωριοποίηση και οι διώξεις της εαμικής Αντίστασης, μαζί με την επανένταξη συνεργατών των κατακτητών στους μεταπολεμικούς μηχανισμούς εξουσίας, καθιστούσαν πολιτικά δύσκολη την ανάδειξη του αντιστασιακού αγώνα από το επίσημο κράτος. Όπως έχει επισημάνει ο ιστορικός Μενέλαος Χαραλαμπίδης, η υποβάθμιση της επετείου συνδέεται με την κυριαρχία των νικητών των Δεκεμβριανών και του Εμφυλίου στη δημόσια αφήγηση. Η γιορτή μιας απελευθέρωσης στην οποία η λαϊκή συμμετοχή και η εαμική παρουσία ήταν τόσο έντονες δύσκολα χωρούσε στο μετεμφυλιακό σχήμα εθνικής νομιμοφροσύνης.

Η 12η Οκτωβρίου δεν απέκτησε, έτσι, τη θέση που της αναλογεί στη συλλογική συνείδηση. Επίσημες τελετές υπήρχαν —το Ιστορικό Αρχείο του Δήμου Αθηναίων καταγράφει εορτασμό ήδη στην πρώτη επέτειο— αλλά η παρουσία της ημέρας στη δημόσια ζωή παρέμεινε περιορισμένη. Μόλις το 2015, επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ–ΑΝΕΛ, η πρωτοβουλία «Η Αθήνα Ελεύθερη» έδωσε νέα έκταση και περιεχόμενο στον εορτασμό. Με τη συνεργασία δημόσιων και άλλων φορέων, εκθέσεις, ιστορικοί περίπατοι, προβολές και συζητήσεις έφεραν την ιστορία της Κατοχής και της Αντίστασης σε επαφή με ευρύτερα ακροατήρια. Ήταν ένα σημαντικό βήμα για τη διαφύλαξη της ιστορικής μνήμης της απελευθέρωσης και τη μετάδοσή της στις επόμενες γενιές.
Πηγή: epohi.gr
