Πληρώνει κάτι λογαριασμούς και λέει στην κυρία στο γκισέ «Μήπως θα μπορούσατε, μήπως λέω, μήπως, να μου κάνετε αυτό, ένα δεκάρι και δυο ταληράκια;» και ανεμίζει ένα διπλωμένο εικοσάρικο και κάνει τάχα μου πως ντρέπεται.
Η κυρία του χαμογελάει και λέει «Συνήθως δεν το κάνουμε αυτό αλλά αφού είναι η τελευταία μας μέρα, να σας κάνουμε κι εμείς ένα δωράκι».
«Τι εννοείτε τελευταία μέρα» λέει ο κυριούλης, «Μας κλείνουν. Αύριο κλείνει το κατάστημα οριστικά» λέει η κυρία με ένα πικρό χαμόγελο και παγώνουμε όλοι.
Πιάνουμε κουβέντα, ρωτάμε αν θα μείνουν χωρίς δουλειά οι υπάλληλοι, μας λένε ότι δεν ξέρουν, κι ότι σε κάθε περίπτωση θα εξυπηρετούμαστε από τα κεντρικά στην Αιόλου. Κλείνουμε στο «Τι να πεις, και νά ‘ταν μόνο αυτό», αλλά ο κυριούλης βάζει τα κλάματα, λέει «Λυπάμαι πάρα πολύ» και φεύγει με αργά βήματα.
Μένουμε να κοιταζόμαστε οι υπόλοιποι με αυτήν την καθημερινή πλέον κατανόηση, εύχομαι καλή τύχη σε όλους, παίρνω το δέμα και φεύγω.
Και συμβαίνει κάτι παράξενο, μου έρχεται στο μυαλό μια ιστορία που διάβασα πρώτη φορά εδώ, πριν από δέκα χρόνια, απ’ τον αδικοχαμένο Χρήστο Γραμματίδη.
Γράφει ο Ηρόδοτος την ιστορία του φαραώ Ψαμμήνιτου (ή Ψαμμήτιχου) του 3ου, που βασίλευσε στην αρχαία Αίγυπτο για έξι μήνες, μέχρι που την κατέλαβε ο Πέρσης Καμβύσης ο 2ος, και εκτελέστηκε στα Σούσα:
Όταν ο Αιγύπτιος βασιλιάς Ψαμμήνιτος είχε νικηθεί και αιχμαλωτιστεί από τον Πέρση βασιλιά Καμβύση, τον άφησαν στην άκρη της πόλης να παρακολουθεί τη νικηφόρα πομπή. Είδε την κόρη του ντυμένη σκλάβα, ανάμεσα στις υπηρέτριες του νέου του κυρίου, να κουβαλάει ένα μεγάλο αμφορέα για να φέρει νερό. Όλοι οι Αιγύπτιοι έκλαιγαν και θρηνούσαν μπροστά στο θέαμα αυτό, ο Ψαμμήνιτος όμως έμεινε ασυγκίνητος και σιωπηλός. Το ίδιο όταν είδε τον γιο του, ως δώδεκα χρονών, με θηλιά στο λαιμό ανάμεσα στους μελλοθάνατους, εκείνος παρέμεινε ήρεμος. Μόνο όταν αντίκρισε έναν από τους παλιούς του υπηρέτες, γέρο, να τον περιφέρουν γυμνό μέσα στους αιχμαλώτους, άρχισε εκείνος να χτυπάει το κεφάλι και το στήθος του με τις γροθιές του, και να δείχνει όλα τα σημάδια της πιο βαθιάς οδύνης.
Έτσι περίπου περιγράφει την ιστορία ο Βάλτερ Μπένγιαμιν στο δοκίμιο «Ο Αφηγητής», κι είναι παράξενο γιατί βρίσκεται στην αγγλική έκδοση του βιβλίου που παρήγγειλα πριν από μήνες, που ήταν τελικά και στο δέμα που παρέλαβα σήμερα.
Προσπερνώ τη σύμπτωση και θυμάμαι το σχόλιο του Γραμματίδη, που αναρωτιέται, μα καλά, πιο πολύ στεναχωρήθηκε ο βασιλιάς για τον υπηρέτη του παρά για τα παιδιά του; Όχι, συνεχίζει, απλώς κάθε άνθρωπος έχει ένα όριο, υπομένει τις συμφορές μέχρι εκείνη τη σταγόνα που θα ξεχειλίσει το ποτήρι, και τελικά θα τον διαλύσει. Για τον Ψαμμήνιτο η σταγόνα ήταν η εικόνα του βασανισμένου υπηρέτη, κι αυτό είναι για τον Γραμματίδη και το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας.
Κι αναρωτιέμαι κι εγώ, μέσα στις καθημερινές εικόνες φρίκης και γελοιότητας που αντικρίζουμε, ποια είναι εκείνη η σταγόνα που θα μας κάνει να πενθήσουμε, επιτέλους, συλλογικά, όπως οφείλουμε. Για τον ηλικιωμένο κύριο, που δεν πρόλαβα να ρωτήσω το όνομά του, ίσως ήταν απλώς η είδηση ότι κλείνει το κατάστημα ΕΛΤΑ Νεάπολης, Ιπποκράτους 164Α.
Πάω σήμερα να παραλάβω ένα δέμα απο τα ΕΛΤΑ στην Ιπποκράτους, στο δρόμο βρίζω από μέσα μου που δεν το παρέδωσαν στο σπίτι όπως θα περίμενα, είναι όμως μια καλή μέρα, κι έχω πολλές μέρες να περπατήσω προς Εξάρχεια.