Ίσως γιατί, όταν ερωτεύτηκα, δεν ένιωσα ποτέ ότι απέναντί μου στεκόταν κάποιος για να συμπληρώσει αυτό που μου έλειπε. Περισσότερο ένιωσα ότι ανάμεσα σε δύο ανθρώπους εμφανίζεται κάτι που πριν δεν υπήρχε.
Ένας τρίτος τόπος.
Εκεί φτιάχνεται σιγά σιγά μια γλώσσα που δεν υπήρχε πριν. Κανονικές λέξεις που αποκτούν άλλο νόημα, αστεία που κανείς τρίτος δεν καταλαβαίνει, μισές προτάσεις που δεν χρειάζεται να τελειώσουν, ένα βλέμμα που λέει πολύ περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσες να εξηγήσεις. Δύο άνθρωποι σκαρφίζονται έναν κώδικα και κάποια στιγμή ανακαλύπτουν ότι τον μιλούν χωρίς καν να το σκέφτονται.
Αυτό είναι το πιο παράξενο με τον έρωτα. Δεν σε κλείνει αναγκαστικά στους δύο. Μπορεί να κάνει ακριβώς το αντίθετο.
Να μεγαλώσει κάπως την καρδιά.
Ξαφνικά έχεις περισσότερη υπομονή με τους ανθρώπους, περισσότερη περιέργεια για τον κόσμο. Θέλεις να δώσεις, να φτιάξεις, να κινηθείς. Ακόμη και οι άγνωστοι στον δρόμο μοιάζουν λίγο λιγότερο ξένοι.
Και δημιουργείς. Όχι υποχρεωτικά ποιήματα ή τραγούδια. Μπορεί να δημιουργείς τρόπους να υπάρχεις. Να προσέχεις πράγματα που μέχρι χθες προσπερνούσες.
Ο ερωτευμένος είναι ένας άνθρωπος στον οποίο ο κόσμος αποκτά ξαφνικά υποσημειώσεις.
Τα πράγματα παύουν να είναι μόνο αυτό που φαίνονται και αποκτούν μια δεύτερη, ιδιωτική σημασία.
Γι’ αυτό ο έρωτας τα πηγαίνει τόσο καλά με την τέχνη. Όχι μόνο επειδή πονάει όταν χάνεται. Αλλά επειδή όσο υπάρχει αλλάζει τη σημασία των πραγμάτων. Ένα παγκάκι δεν είναι πια ένα παγκάκι. Ένα τραγούδι παύει να ανήκει σ’ εκείνον που το έγραψε. Μια συνηθισμένη Τρίτη μπορεί να μείνει μέσα σου περισσότερο από ολόκληρα χρόνια.
Κι έχει κάτι ακόμη που μου αρέσει.
Ο άλλος παραμένει άλλος. Δεν έρχεται να γίνει το κομμάτι που σου λείπει. Σε προκαλεί όμως να πλησιάσεις έναν κόσμο που δεν γνωρίζεις. Να μάθεις τα παράξενα μέτρα του, τις σιωπές του, τις αποστάσεις του. Κι αν είσαι τυχερός, εκείνος κάνει το ίδιο με τον δικό σου.
Ίσως λοιπόν ο έρωτας να είναι δύο άνθρωποι, ο καθένας με όσα έχει και όσα δεν έχει, που κάποια στιγμή καταφέρνουν να γεννήσουν ανάμεσά τους κάτι που δεν ανήκει αποκλειστικά σε κανέναν από τους δύο.
Έναν μικρό καινούργιο κόσμο.
Και το παράξενο είναι πως αυτός ο κόσμος δεν μικραίνει τον υπόλοιπο.
Τον μεγαλώνει
Σ.Δ. Ο πίνακας του άρθρου Over the Town (1918) είναι του εβραϊκής καταγωγής Ρώσου Μάρκ Ζαχάροβιτς Σαγκάλ (Βιτέμπσκ, Λευκορωσία, 1887 - Σαιν Πολ ντε Βανς, Γαλλία, 1985)