Να μη θυμάσαι πότε ήταν η τελευταία φορά που σε σήκωσε αγκαλιά η μητέρα σου, να έχεις παίξει ένα απόγευμα με τους φίλους σου στην αυλή και κανείς να μη σας έχει ειδοποιήσει ότι δεν θα ξαναπαίζατε ποτέ όλοι μαζί, να έχεις αφήσει ένα καλοκαίρι τα παιχνίδια σου στην άκρη χωρίς να υποψιάζεσαι ότι μόλις τελείωνε η παιδική σου ηλικία, να έχεις κοιμηθεί για τελευταία φορά στο μικρό σου κρεβάτι, να έχεις ακούσει τη γιαγιά σου να σε φωνάζει από την κουζίνα και να μην έχεις απαντήσει επειδή παρακολουθούσες τηλεόραση, να θυμάσαι ακόμη τη μυρωδιά του φαγητού της αλλά να δυσκολεύεσαι πια να ανακαλέσεις τη φωνή της, να αναρωτιέσαι πότε ακριβώς σταμάτησε ο πατέρας σου να σε κρατά από το χέρι όταν διασχίζατε τον δρόμο, πότε έπαψε κάποιος να σε περιμένει στο παράθυρο, πότε ήταν η τελευταία φορά που γυρίσατε όλοι μαζί από τη θάλασσα με τις πετσέτες βρεγμένες, την άμμο κολλημένη στα πόδια και τα καθίσματα του αυτοκινήτου να καίνε από τον ήλιο, να έχουν περάσει σαράντα χρόνια και να θυμάσαι ακόμη ποιος καθόταν δίπλα στον οδηγό, να μη θυμάσαι όμως τι φάγατε εκείνο το βράδυ, ούτε τι συζητήσατε, ούτε αν ήσασταν ευτυχισμένοι, επειδή τότε δεν χρειαζόταν να το γνωρίζετε,
να έχεις φιλήσει κάποιον βιαστικά στην είσοδο μιας πολυκατοικίας πιστεύοντας ότι θα τον ξαναδείς την επομένη, να έχεις πει «θα τα πούμε» σε ανθρώπους που δεν ξαναείδες ποτέ, να έχεις αποχαιρετήσει έναν φίλο με ένα αστείο, να έχεις κλείσει το τηλέφωνο εκνευρισμένος και χρόνια αργότερα να εύχεσαι να μπορούσες να ακούσεις έστω και για λίγο εκείνη τη φωνή, ακόμη και θυμωμένη, να έχεις καθίσει σε ένα τραπέζι με ανθρώπους που σήμερα δεν μιλούν μεταξύ τους, να έχεις γελάσει τόσο πολύ ώστε να πονάει η κοιλιά σου και να μην έχεις συγκρατήσει τι ακριβώς σας έκανε να γελάτε, να έχεις περάσει ένα ολόκληρο βράδυ με κάποιον που αγαπούσες και σήμερα να μη γνωρίζεις ούτε πού κατοικεί, να έχεις κοιμηθεί στο στήθος ενός ανθρώπου ακούγοντας την καρδιά του και να μη σου έχει περάσει από το μυαλό ότι κάποτε θα αναζητούσες ακόμη και τον τρόπο που ανέπνεε,
να έχεις κάνει για τελευταία φορά ποδήλατο χωρίς χέρια, να έχεις χτυπήσει το κουδούνι ενός φίλου χωρίς προηγουμένως να τηλεφωνήσεις, να έχεις περιμένει κάτω από ένα μπαλκόνι να σου πετάξουν τα κλειδιά, να έχεις μαλώσει με τον αδελφό σου για τη θέση μπροστά στο αυτοκίνητο, να έχεις ζητήσει από τη μητέρα σου να σου αγοράσει κάτι από το περίπτερο, να έχεις φορέσει την καλή σου μπλούζα για να πας σε ένα πάρτι όπου περίμενες πως θα ερχόταν κάποιος συγκεκριμένος, να έχεις χορέψει ένα τραγούδι μέχρι τέλους με έναν άνθρωπο που δεν φίλησες ποτέ, να έχεις περιμένει γράμμα, να έχεις μυρίσει τον φάκελο, να έχεις αναγνωρίσει τον γραφικό χαρακτήρα πριν διαβάσεις το όνομα, να έχεις αποστηθίσει έναν αριθμό τηλεφώνου που σήμερα δεν αντιστοιχεί σε κανέναν, να έχεις αγοράσει κασέτα για να γράψεις ένα τραγούδι από το ραδιόφωνο και να έχει μιλήσει ο εκφωνητής στα τελευταία δευτερόλεπτα, να έχεις θυμώσει πραγματικά γι’ αυτό, να έχεις περάσει ένα ολόκληρο απόγευμα περιμένοντας να ξαναπαίξει,
να έχεις βγει από ένα σπίτι κλείνοντας πίσω σου την πόρτα χωρίς να γνωρίζεις ότι δεν θα ξαναμπείς ποτέ, να έχεις αφήσει ένα βιβλίο στο κομοδίνο κάποιου, μια οδοντόβουρτσα στο μπάνιο, ένα πουκάμισο πίσω από την πόρτα, να έχεις πει «θα το πάρω την άλλη φορά» και να μην έχει έρθει άλλη φορά, να έχεις συναντήσει τυχαία έναν παλιό συμμαθητή και να του έχεις υποσχεθεί έναν καφέ, να έχεις φωτογραφηθεί με ανθρώπους που αργότερα θα χρειαστεί να μεγεθύνεις τα πρόσωπά τους στην οθόνη για να θυμηθείς πώς ήταν όταν γελούσαν, να έχεις ευχηθεί καληνύχτα σε κάποιον και να έχεις κοιμηθεί ήσυχος, να έχεις θυμώσει για μια ασήμαντη καθυστέρηση, για ένα σπασμένο ποτήρι, για ένα αναπάντητο μήνυμα, ενώ την ίδια στιγμή η ζωή ετοίμαζε, με την τρομακτική της διακριτικότητα, έναν αποχαιρετισμό για τον οποίο κανείς δεν σε είχε προετοιμάσει,
να έχεις καθίσει για τελευταία φορά στο πίσω κάθισμα του οικογενειακού αυτοκινήτου, να έχεις περιμένει τον πατέρα σου να επιστρέψει από τη δουλειά, να έχεις ακούσει τα κλειδιά του στην εξώπορτα και να έχεις συνεχίσει αδιάφορα αυτό που έκανες, να έχεις ζητήσει από κάποιον να σου καθαρίσει ένα πορτοκάλι, να σου κουμπώσει ένα παλτό, να σου δέσει τα κορδόνια, να έχεις ακούσει μια ηλικιωμένη γυναίκα να λέει «πάρε ζακέτα» και να έχεις γελάσει, να έχεις φάει για τελευταία φορά από ένα συγκεκριμένο πιάτο, επάνω σε ένα συγκεκριμένο τραπεζομάντιλο, κάτω από μια λάμπα που φώτιζε πάντοτε λίγο περισσότερο τη μία πλευρά του τραπεζιού, να έχεις βαρεθεί τις ίδιες οικογενειακές ιστορίες και σήμερα να παρακαλούσες να τις ακούσεις ακόμη μία φορά, με όλες τις υπερβολές, τις ανακρίβειες και τις ενοχλητικές επαναλήψεις τους,
να έχεις πάει για τελευταία φορά διακοπές με μια παρέα που ορκιζόταν ότι θα γεράσει μαζί, να έχεις κοιμηθεί σε πάτωμα επειδή δεν χωρούσατε όλοι στα κρεβάτια, να έχεις μοιραστεί ένα πακέτο τσιγάρα, να έχεις γελάσει με κάποιον που ροχάλιζε, να έχεις περιμένει το ξημέρωμα σε μια παραλία χωρίς να διαθέτεις ούτε χρήματα ούτε κάποιο ιδιαίτερο σχέδιο για το μέλλον, να έχεις επιστρέψει με το πρώτο λεωφορείο, να έχεις χορέψει επάνω σε τραπέζι, να έχεις τραγουδήσει παράφωνα, να έχεις πιστέψει πως τα καλοκαίρια είναι ανεξάντλητα, να έχεις δώσει ραντεβού για την επόμενη χρονιά στο ίδιο μέρος και να μην έχει καταφέρει τελικά κανείς να επιστρέψει,
να έχεις κρατήσει ένα νεογέννητο παιδί που σήμερα είναι μεγαλύτερο απ’ όσο ήσουν εσύ τότε, να έχεις ακούσει για τελευταία φορά ένα παιδί να μπερδεύει τις λέξεις, να έχεις πετάξει μια ζωγραφιά του επειδή το ψυγείο ήταν γεμάτο, να έχεις διαβάσει το ίδιο παραμύθι δεκαπέντε συνεχόμενα βράδια και κάποτε να σου έχει ζητηθεί για τελευταία φορά, να έχεις γκρινιάξει επειδή δεν σε άφηναν να κοιμηθείς, να έχεις αγοράσει ένα ζευγάρι μικροσκοπικά παπούτσια που δεν κάνουν πια σε κανέναν, να έχεις αποχαιρετήσει το παιδί σου στην πόρτα του σχολείου και μια μέρα να μην έχει γυρίσει να σε κοιτάξει, όχι επειδή έπαψε να σε αγαπά, αλλά επειδή μεγάλωσε, να έχεις αντιληφθεί πως η ενηλικίωση των ανθρώπων που αγαπάμε πραγματοποιείται και με μικρούς αποχωρισμούς που κανείς δεν θεωρεί άξιους καταγραφής,
να έχεις περπατήσει για τελευταία φορά δίπλα σε κάποιον με τον οποίο μπορούσες να σωπαίνεις, να έχεις τσακωθεί για το ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό, να έχεις μοιραστεί το τελευταίο κομμάτι γλυκό, να έχεις περιμένει έναν άνθρωπο έξω από νοσοκομείο, να έχεις ακούσει το «είμαι καλύτερα» και να το έχεις πιστέψει, να έχεις συνοδεύσει κάποιον μέχρι το ασανσέρ, να έχεις διορθώσει το γιακά του, να του έχεις πει να προσέχει στον δρόμο, να έχεις κρατήσει για λίγο την πόρτα ανοιχτή ενώ εκείνος απομακρυνόταν, να μη θυμάσαι τι φορούσες εκείνη την ημέρα αλλά να θυμάσαι με εξαντλητική ακρίβεια ένα ασήμαντο αντικείμενο στον διάδρομο, ένα πλαστικό ποτήρι, ένα διαφημιστικό ημερολόγιο, ένα ζευγάρι γυαλιά επάνω στο τραπέζι,
να έχεις δει για τελευταία φορά έναν παλιό κινηματογράφο πριν γίνει κατάστημα, ένα βιβλιοπωλείο πριν κατεβάσει τα ρολά, το σπίτι των παππούδων σου πριν πουληθεί, μια γειτονιά πριν εξαφανιστούν τα μικρά της μαγαζιά, να έχεις αγοράσει εφημερίδα από έναν περιπτερά που ήξερε τι διάβαζες, να έχεις ακούσει κάποιον να φωνάζει το όνομά σου από απέναντι, να έχεις μπει σε λεωφορείο με χάρτινο εισιτήριο, να έχεις περάσει από έναν δρόμο όπου κάποτε κατοικούσε ένας άνθρωπος που αγαπούσες και να έχεις κοιτάξει από συνήθεια προς το μπαλκόνι του, μολονότι τώρα κατοικούν άλλοι, να έχεις επιστρέψει ύστερα από χρόνια σε μια πόλη και να έχεις ανακαλύψει ότι εκείνο που αναζητούσες δεν ήταν η πόλη αλλά η ηλικία που είχες όταν την πρωτογνώρισες,
να έχεις πιστέψει για τελευταία φορά μια υπόσχεση, να έχεις ζηλέψει κάποιον με όλη τη γελοία μεγαλοπρέπεια της νεότητας, να έχεις κλάψει για έναν έρωτα που αργότερα δεν μπορούσες ούτε να εξηγήσεις, να έχεις κρατήσει το χέρι κάποιου κάτω από το τραπέζι, να έχεις ξυπνήσει μέσα στη νύχτα μόνο και μόνο για να βεβαιωθείς ότι κοιμάται ακόμη δίπλα σου, να έχεις φιλήσει έναν ώμο, να έχεις μοιραστεί μια ομπρέλα, να έχεις μαλώσει για την κατεύθυνση που έπρεπε να πάρετε, να έχεις πει «μη φύγεις ακόμη» και κάποιος να έχει μείνει, να έχεις ακούσει «σ’ αγαπώ» χωρίς να αντιληφθείς ότι δεν θα το ξανάκουγες από το συγκεκριμένο στόμα, να έχεις περάσει χρόνια αποφεύγοντας ένα τραγούδι και κάποια μέρα να το ακούσεις τυχαία στο σούπερ μάρκετ, ανάμεσα στα απορρυπαντικά και στα χαρτιά υγείας, και να χρειαστείς λίγα δευτερόλεπτα μέχρι να θυμηθείς πού ακριβώς βρίσκεσαι,
να έχεις φορέσει για τελευταία φορά τα ρούχα μιας ηλικίας, να έχεις τρέξει να προλάβεις ένα τρένο, να έχεις ανέβει τέσσερα σκαλιά μαζί, να έχεις κοιμηθεί χωρίς να πονάει τίποτα, να έχεις σηκωθεί από το κρεβάτι χωρίς να σκεφτείς το σώμα σου, να έχεις κοιταχτεί στον καθρέφτη και να έχεις δυσαρεστηθεί με ένα πρόσωπο που σήμερα θα έβρισκες υπέροχα νέο, να έχεις ακούσει έναν μεγαλύτερο να σου λέει «θα καταλάβεις όταν μεγαλώσεις» και να έχεις ενοχληθεί, να έχεις αναβάλει ένα ταξίδι επειδή δεν ήταν η κατάλληλη εποχή, να έχεις φυλάξει ένα καλό κρασί για μια σπουδαία περίσταση και τελικά να το έχουν πιει άλλοι, να έχεις κρατήσει ένα φόρεμα για όταν αδυνατίσεις, να έχεις αφήσει αδιάβαστο ένα βιβλίο επειδή είχες όλο τον χρόνο μπροστά σου,
να έχεις ακούσει για τελευταία φορά κάποιον να σε αποκαλεί με το παιδικό σου υποκοριστικό, να έχεις χάσει έναν άνθρωπο που γνώριζε πράγματα για σένα τα οποία δεν γνωρίζει πια κανένας ζωντανός, να έχεις ξεχάσει μια ερώτηση που ήθελες οπωσδήποτε να του κάνεις, να έχεις ανακαλύψει μετά τον θάνατό του μια συνταγή γραμμένη με τα γράμματά του, μια απόδειξη, μια σημείωση πίσω από έναν λογαριασμό, να έχεις κρατήσει ένα παλιό μήνυμα στον τηλεφωνητή και να φοβάσαι μήπως το σβήσεις κατά λάθος, να έχεις αναγνωρίσει τη φωνή του σε κάποιον άγνωστο μέσα στον δρόμο και να έχεις γυρίσει το κεφάλι πριν προλάβει η λογική να σε προστατεύσει,
να έχεις γιορτάσει γενέθλια με ανθρώπους που δεν θα βρίσκονται στα επόμενα, να έχεις σβήσει κεράκια ενώ κάποιος φωτογράφιζε και κάποιος άλλος παραπονιόταν ότι δεν βγήκε καλά στη φωτογραφία, να έχεις καθίσει σε ένα χριστουγεννιάτικο τραπέζι όπου περίσσευαν οι καρέκλες μόνο επειδή περιμένατε επισκέπτες, να έχεις ακούσει κάποιον να λέει «του χρόνου να είμαστε όλοι καλά», να έχεις απαντήσει «αμήν» χωρίς να προσέξεις ιδιαίτερα τα πρόσωπα, να έχεις σηκωθεί βιαστικά επειδή ήθελες να συναντήσεις φίλους, να έχεις αφήσει μισοτελειωμένο το γλυκό σου, να έχεις υποσχεθεί ότι την επόμενη φορά θα καθόσουν περισσότερο,
να έχεις περάσει μια ολόκληρη Κυριακή κάνοντας απολύτως τίποτα και να την έχεις θεωρήσει χαμένη, να έχεις αρνηθεί μια πρόσκληση επειδή ήσουν κουρασμένος, να έχεις αναβάλει έναν περίπατο, έναν καφέ, μια επίσκεψη, να έχεις πει σε κάποιον «τώρα δεν μπορώ, θα σε πάρω αργότερα», να έχεις περάσει δίπλα από μια ανοιχτή πόρτα χωρίς να μπεις, να έχεις αγνοήσει ένα βλέμμα επειδή εκείνη τη στιγμή σκεφτόσουν κάτι άλλο, να έχεις ακούσει ένα παιδί να ζητά «άλλη μία φορά» και να έχεις απαντήσει «αύριο», να έχεις θεωρήσει μια συνηθισμένη Τετάρτη ασήμαντη, ενώ μέσα της χωρούσαν πρόσωπα, φωνές, σώματα, συνήθειες και μικρές δυνατότητες που αργότερα δεν θα μπορούσε να σου επιστρέψει καμία δύναμη του κόσμου,
και να σκέφτεσαι τώρα, καθώς διαβάζεις αυτές τις γραμμές, ότι κάπου ένα παιδί παίζει για τελευταία φορά με τον πατέρα του, δύο ερωτευμένοι κοιμούνται για τελευταία φορά αγκαλιασμένοι, μια γυναίκα στρώνει για τελευταία φορά το τραπέζι για τέσσερις, ένας ηλικιωμένος ποτίζει τις γλάστρες του, κάποιος ακούει μια φωνή που αύριο θα αναζητά απελπισμένα, κάποιος άλλος γελά με ένα αστείο που δεν θα θυμάται ποτέ, και όλοι συνεχίζουν αμέριμνοι, βάζουν πλυντήριο, ψωνίζουν ντομάτες, διαφωνούν για τον καιρό, απαντούν σε μηνύματα, ετοιμάζουν τον καφέ τους, επειδή σχεδόν τίποτα από όσα αγαπήσαμε δεν μας ανακοίνωσε εγκαίρως πως τελείωνε,
να μη γνωρίζεις λοιπόν ποια από τις σημερινές σου κινήσεις θα αποκτήσει κάποτε αυτή την τρομερή ιδιότητα της τελευταίας φοράς, ποιο χέρι θα κρατήσεις, ποια πόρτα θα κλείσεις, ποιο πρόσωπο θα κοιτάξεις αφηρημένα, ποια φωνή θα ακούσεις, ποια ασήμαντη κουβέντα θα ανταλλάξεις και θα ήθελες αργότερα να την είχες παρατείνει έστω κατά ένα λεπτό, να μπορείς όμως ακόμη να τηλεφωνήσεις, να επισκεφθείς, να ζητήσεις συγγνώμη, να γελάσεις, να καθίσεις λίγο περισσότερο στο τραπέζι, να αφήσεις για αύριο εκείνο που μέχρι χθες θεωρούσες επείγον, να φιλήσεις κάποιον χωρίς ιδιαίτερη αφορμή, να ακούσεις μέχρι τέλους μια ιστορία που γνωρίζεις απέξω, να πεις «μείνε λίγο ακόμη» και να μην ντραπείς γι’ αυτό,
(επειδή το πιο παράξενο με τις τελευταίες φορές είναι ότι τις περισσότερες τις αναγνωρίζουμε μόνον όταν έχουν γίνει αναμνήσεις, ενώ η ζωή, με όλη την ακατανόητη γενναιοδωρία της, εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να μας προσφέρει ανθρώπους και στιγμές που δεν έχουν τελειώσει.
Και μακάρι, όταν κάποτε έρθει εκείνη η τελευταία φορά που κανείς μας δεν γνωρίζει, να μας βρει να έχουμε καθίσει λίγο περισσότερο δίπλα σε κάποιον που αγαπάμε).