Οι ερευνητές, μεταξύ άλλων, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η συγκεκριμένη πρακτική είχε «εξαιρετική επιτυχία», καθώς οι λιγότερες ώρες εργασίας δεν επέδρασαν αρνητικά στην παραγωγικότητα, ενώ σε πολλές περιπτώσεις κατάφεραν να τη βελτιώσουν.
Το πιλοτικό project εφαρμόστηκε σε περίπου 2.500 δημόσιους υπαλλήλους, οι οποίοι αντιπροσώπευαν το 1% του εργατικού δυναμικού της Ισλανδίας. Οι περισσότεροι εξ αυτών, αντί για 40 ώρες την εβδομάδα, κλήθηκαν να εργαστούν 35 ώρες, ενώ ένα μικρό μέρος εργάστηκε 36 ώρες.
Τα άκρως θετικά αποτελέσματα του «πειράματος» έχουν ήδη οδηγήσει σε τεκτονικές αλλαγές την αγορά εργασίας της νησιωτικής χώρας, καθώς σήμερα το 86% των εργαζομένων είτε εργάζεται λιγότερες ώρες και αμείβεται ακριβώς το ίδιο, είτε έχει αποκτήσει το δικαίωμα να το πράξει στο άμεσο μέλλον.
Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, μάλιστα, η ευεργετική συνέπεια των λιγότερων εβδομαδιαίων ωρών εργασίας έχει θετικό αντίκτυπο και στον συναισθηματικό κόσμο των εργαζομένων, οι οποίοι αισθάνονται λιγότερο αγχωμένοι και λιγότερο κουρασμένοι, πετυχαίνοντας παράλληλα καλύτερη ισορροπία μεταξύ της εργασιακής και προσωπικής ζωής.
Πλέον, το παράδειγμα της Ισλανδίας μιμούνται κι άλλες χώρες του πλανήτη, όπως η Ισπανία και η Νέα Ζηλανδία. Ωστόσο, μέχρι στιγμής οι όποιες προσπάθειες εφαρμογής της μειωμένης εργασιακής εβδομάδας περιορίζονται σε μεμονωμένες εταιρείες και σε πιλοτικό πλαίσιο.
Πηγή: moneyreview.gr

Το πιλοτικό πρόγραμμα 2.500 εργαζομένων στην Ισλανδία που ξεκίνησε το 2015 και κράτησε έως το 2019.