Σκούπιζε, με πανάκι υγρό, τις φωτογραφίες των νεκρών, τα χαραγμένα, απεγνωσμένα και συχνά ανορθόγραφα, λόγια, τα γεμάτα συντριμμό. Λόγια, που έπαιρνε ο αέρας, τα στριφογύριζε ανάμεσα στα μαύρα κυπαρίσσια και έφταναν αγλαϊσμένα στον Άδη, στον Κάτω Κόσμο του. Στις εκταφές, έπλενε και τα κόκαλα· τα έφτιαχνε έναν όμορφο λευκό σωρό, μέσα στο σεντόνι, τα ράντιζε με κόκκινο γλυκό κρασί και τα τοποθετούσε με στοργή στο μεταλλικό κουτί. Μένει μόνος. Κατάμονος. Όταν πεθάνει, θα τον κάψουν. Θα στρώσουν τραπέζι με ρακές και θαλασσινά· δίπλα θα 'ναι οι στάχτες του. Θα παίζει ορχήστρα λαϊκά με λυγμό. Θα τραγουδούν οι γυναίκες που τον αγάπησαν, με δακρυσμένα μάτια, και οι φίλοι του. Κανείς άλλος. Η ψυχή του θα γίνει θάλασσα. Κάθε Κυριακή, ανεβαίνει στην ταράτσα, απλώνει ασπρόρουχα και ψιθυρίζει στιχάκια.
Δουλεύει οικοδομή. Καπνίζει αρειμάνια, στον δρόμο της επιστροφής, εξοντωμένος από το επικίνδυνο κάτεργο της εργασίας του.