Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2026 12:49
Elma Florou: Στη φωτογραφία χαμογελάω. Αν προσέξεις όμως τα μάτια μου, θα καταλάβεις πως λίγο πριν έκλαιγα. Είναι καλοκαίρι του 1974
Επιλέγουσα ή Συντάκτρια Ράνια Ροκιά
Είμαι είκοσι χρονών, φοράω ένα λουλουδάτο φόρεμα ραμμένο από τη μάνα μου και κάτι άσπρα παπούτσια που μου έχουν πληγώσει τις φτέρνες. Δίπλα μου ο Τίμος, είκοσι τριών, με κοντομάνικο πουκάμισο και μαλλιά που ο πατέρας μου έβρισκε απαράδεκτα.
Στεκόμαστε μπροστά σ’ ένα λεωφορείο των ΚΤΕΛ. Πέντε λεπτά νωρίτερα του είχα πει πως δεν ήθελα να τον ξαναδώ.
Είχαμε γνωριστεί δυο χρόνια πριν, σε μια γιορτή φίλων. Εκείνος επισκεύαζε ηλεκτρικές συσκευές κι εγώ δούλευα σε ψιλικατζίδικο. Αυτοκίνητο δεν είχαμε, λεφτά περίσσευαν σπάνια. Τις Κυριακές περπατούσαμε, μοιραζόμασταν καμιά φορά ένα παγωτό και στήναμε ολόκληρο σπιτικό στις κουβέντες μας.
Ο Τίμος ήθελε δικό του μαγαζί. Εγώ ένα σπίτι με φωτεινή κουζίνα και να συνεχίσω τη δουλειά μου. Τα έπιπλα θα τα παίρναμε σιγά σιγά. Για τα υπόλοιπα λέγαμε «θα τα καταφέρουμε».
Εκείνη την Κυριακή θα πηγαίναμε στη Χαλκίδα, στη θεία του την Ανθούλα. Το περίμενα μέρες. Είχα ετοιμάσει ψωμί με τυρί για τον δρόμο κι είχα φορέσει το καινούργιο μου φόρεμα. Ο Τίμος όμως άργησε.Είχε τρέξει να βοηθήσει τον αδελφό του, τον Βασίλη, που του είχε χαλάσει το αυτοκίνητο.
Δεν ήταν η πρώτη φορά. Η μητέρα του, η κυρία Γεωργία, τον φώναζε για κάθε δουλειά κι εκείνος δεν της χαλούσε χατίρι. Τα αδέλφια του το ίδιο. Κι εγώ άρχιζα να φοβάμαι πως και παντρεμένοι να ήμασταν, πάλι θα περίμενα με το παλτό φορεμένο μέχρι να εξυπηρετηθούν όλοι οι άλλοι.
«Βαρέθηκα να έρχομαι τελευταία», του είπα. Μου απάντησε πως υπερέβαλλα. Ανέβηκαν οι τόνοι, γύρισαν άνθρωποι και μας κοίταξαν. Πληγώθηκα, ντράπηκα, άρπαξα την τσάντα μου και πήγα στη στάση για να γυρίσω σπίτι.
Ύστερα από λίγο ήρθε και κάθισε δίπλα μου. Περίμενα να μου ξαναπεί πως ήμουν υπερβολική. Αντί γι’ αυτό, μου ζήτησε συγγνώμη που με είχε αφήσει να περιμένω. Μου μίλησε για τον πατέρα του, που ήταν χρόνια άρρωστος, για τη μάνα του που στηριζόταν πάνω του, για το πόσο δυσκολευόταν να πει «δεν μπορώ».
Τα ήξερα πάνω κάτω. Δεν είχα καταλάβει όμως πως, ακόμη κι όταν δεν τον χρειαζόταν κανείς, εκείνος ένιωθε πως κάτι χρωστούσε.
«Δεν σου ζητάω να τους αφήσεις», του είπα. «Θέλω μόνο να ξέρω πως θα μετράει κι η δική μας ζωή».
Έμεινε λίγο σκεφτικός.
«Στέλλα, εγώ μαζί σου θέλω να κάνω οικογένεια. Αλλά μάλλον δεν φτάνει να το λέω. Πρέπει να μάθω και πώς γίνεται».
Δεν μου υποσχέθηκε πως δεν θα με στενοχωρούσε ποτέ ξανά. Παραδέχτηκε όμως κάτι που ως εκείνη τη στιγμή ούτε ήθελε να ακούσει. Κι εγώ κάθισα να τον ακούσω χωρίς να ετοιμάζω την επόμενη κατηγορία μου.
Το λεωφορείο δεν είχε φύγει. Γυρίσαμε μαζί κι ένας γνωστός του, που κρατούσε φωτογραφική μηχανή, μας φώναξε να σταθούμε για μια φωτογραφία. Έτσι βγήκε εκείνο το χαμόγελο, με τα μάτια μου ακόμη πρησμένα.
Παντρευτήκαμε δυο χρόνια αργότερα. Νοικιάσαμε ένα δυαράκι και για μήνες τρώγαμε σ’ ένα τραπέζι που μας είχε δώσει η θεία Ανθούλα. Ο Τίμος συνέχισε να βοηθάει τους δικούς του, αλλά έμαθε να λέει και «σήμερα έχουμε κανονίσει με τη Στέλλα». Όχι πάντα. Μερικές φορές ξαναγύριζε στα ίδια. Κι εγώ θύμωνα, κρατούσα μούτρα και περίμενα να καταλάβει μόνος του όσα δεν του έλεγα.
Ήρθαν και δυσκολότερα. Στο δεύτερο παιδί μας έμεινε χωρίς δουλειά και μετράγαμε τον δικό μου μισθό μέχρι την τελευταία δραχμή. Αργότερα αρρώστησε η μάνα μου και ήμουν εγώ εκείνη που έλειπε διαρκώς. Ένα βράδυ γύρισα εξαντλημένη και τον βρήκα να έχει ταΐσει τα παιδιά και να μου ζεσταίνει φαγητό. Τότε κατάλαβα καλύτερα πόσο δύσκολο είναι να σε χρειάζονται σε δύο σπίτια.
Ζήσαμε σαράντα πέντε χρόνια παντρεμένοι. Είπαμε και βαριές κουβέντες. Περάσαμε μέρες που μας ενοχλούσε μέχρι κι ο τρόπος που ακουμπούσε ο άλλος το ποτήρι στο τραπέζι. Μάθαμε όμως να επιστρέφουμε στην κουβέντα, να ζητάμε συγγνώμη και να προσπαθούμε να μην ξανακάνουμε εκείνο για το οποίο τη ζητήσαμε.Ο Τίμος πέθανε πριν από πέντε χρόνια. Τους τελευταίους μήνες καθόμασταν πολλές ώρες μαζί. Ένα απόγευμα του έδειξα τη φωτογραφία.
«Θυμάσαι που κόντεψα να φύγω;»
Γέλασε.
«Ευτυχώς δεν έφυγες».
«Θα τα βρίσκαμε την άλλη μέρα», του είπα.
«Μπορεί», απάντησε και μου έπιασε το χέρι.
Σήμερα είμαι εβδομήντα δύο. Μένω κοντά στα παιδιά μας κι έχω μάθει να βγάζω πέρα πολλά πράγματα μόνη μου. Κάτι πρωινά όμως συμβαίνει κάτι μικρό και σκέφτομαι ακόμη «να το πω στον Τίμο». Αυτό δεν το έχω συνηθίσει.
Έχω φωτογραφίες από τον γάμο μας, τα παιδιά, τις εκδρομές, τα εγγόνια. Εκείνη του λεωφορείου την κρατάω στο συρτάρι δίπλα μου. Κάθε φορά που την κοιτάζω, θυμάμαι πως λίγο πριν τραβηχτεί ήμουν έτοιμη να φύγω. Κι εκείνος, αντί να επιμείνει πως είχε δίκιο, ήρθε και κάθισε δίπλα μου.
Καμιά φορά με ρωτούν τα εγγόνια μου πώς αντέξαμε τόσα χρόνια.
«Δεν ήταν όλα για να τα αντέχουμε», τους λέω. «Κάποια έπρεπε να τα αλλάξουμε. Κι οι δυο μας».
Κατηγορία
Άρθρα άλλων που μας άρεσαν
Τελευταία άρθρα από τον/την Ράνια Ροκιά
- Μικρά πράγματα σαν κι αυτά #8 (από την Αλεξάνδρα Χαΐνη) ή με άλλα λόγια, 8 σύντομες "καλλιτεχνικές" ειδήσεις απ'όλο τον κόσμο που λέτε να προκαλέσουν το ενδιαφέρον σε όσους έχουν μία προδιάθεση για συμβάντα μη τετριμμένα;
- Θέλουν το χρόνο τους, του Θοδωρή Γκόνη, από το fb
- Όταν η ηλικία δεν είναι το όριό σου, του Στέφανου Περίφανου, από το fb
- Είναι superfood το παντζάρι; Ένας γιατρός απαντά / video
- Στην Καναδή Αν Κάρσον απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας 2026
