Η υπόθεση του πρώην εργοστασίου Καχραμάνογλου δεν είναι απλώς ένα ακόμη έργο ανάπλασης. Είναι ένα τεστ πολιτικής σοβαρότητας. Ο Δήμος Κερατσινίου–Δραπετσώνας παρουσιάζει τον χώρο ως νέο πολυχώρο πολιτισμού, παιδείας, τεχνών και αναψυχής, ως «ζωντανό κύτταρο» και ως συνέχεια των αγώνων των κατοίκων που δεν άφησαν το εργοστάσιο να γίνει σούπερ μάρκετ.
Στην ίδια ανακοίνωση εντάσσει το Καχραμάνογλου σε ένα ευρύτερο πλέγμα χώρων μαζί με τη ΝΑΦΘΑ, τις Σιταποθήκες και τα Λιπάσματα.
-Εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα: υπάρχει ρητορική και βερμπαλισμός, αλλά δεν υπάρχει κανένα ενιαίο σχέδιο παραγωγής πολιτισμού, δημιουργικής εργασίας και δημόσιου πλούτου.
-Δεν υπάρχει οικονομικός και ολοκληρωμένος ενιαίος σχεδιασμός για την ανάπτυξη του δήμου στη βάση της Πολιτιστικής και Δημιουργικής Οικονομίας και δεν φαίνεται, οι διοικούντες να καταλαβαίνουν περί τίνος πρόκειται ή τείνουν να το αποκρύπτουν συστηματικά.
Η γλώσσα της ανακοίνωσης είναι χαρακτηριστική μιας δημοτικής εκδοχής λαϊκισμού: «αγώνες κατοίκων», «ζωή και ελπίδα», «περισσότερο πράσινο», «χώροι ανάσας», «δημιουργία», «μνήμη». Όλες αυτές οι λέξεις έχουν αξία εφόσον συνοδεύονται από οικονομικό απολογισμό, θεσμικό μοντέλο διαχείρισης, χάρτη χρήσεων, δείκτες κοινωνικής απόδοσης και μετρήσιμο περιβαλλοντικό σχέδιο. Ειδάλως , μετατρέπονται σε πολιτικό ντεκόρ….και μάλιστα ΧΩΡΙΣ καθόλου ΠΡΑΣΙΝΟ που στη καλύτερη περίπτωση είναι φθηνός χλοοτάπητας….
Η συνεχής και επαναβαλόμενη επίκληση στον λαό (και τους ανθρώπους -sic) δεν αρκεί για να παραχθεί δημόσια πολιτική. Η μνήμη των κατοίκων δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως ρητορική σφραγίδα για να καλύψει την απουσία σχεδίου.
-Το Καχραμάνογλου, για παράδειγμα, δεν είναι ένα ουδέτερο κτίριο που απλώς «φιλοξενεί δράσεις». Η ιστορία της οικογένειας Καχραμάνογλου συνδέεται με την παραγωγή χειροποίητων χαλιών στα Σπάρτα της Μικράς Ασίας και τη μεταφορά της δραστηριότητας στην Ελλάδα το 1922. Το ίδιο το έργο ανάπλασης, σύμφωνα με δημόσια τεχνική παρουσίαση, προέβλεπε εκθεσιακό χώρο για τη βιομηχανική ιστορία του Κερατσινίου–Δραπετσώνας και την ιστορία του εργοστασίου, εσωτερική πλατεία, σκίαση, φύτευση και χώρους πολιτιστικών και καλλιτεχνικών τμημάτων. Δεν υπήρχε και δεν υπάρχει πουθενά πρόβλεψη για «Εργαστήριο Παραδοσιακής Μικρασιατικής Καλλιτεχνικής, Διακοσμητικής Ταπητουργίας Στο δημόσιο αφήγημα η καλλιτεχνική και διακοσμητική ταπητουργία εξαφανίζεται. Δεν υπάρχει καθαρή πρόταση για αρχείο σχεδίων, εργαστήριο υφαντικής, κέντρο μοτίβου, σχολή textile design, ψηφιοποίηση αργαλειών, προφορικές μαρτυρίες εργατριών ή σύνδεση της ρομποτικής με την ιστορία της ύφανσης.
-Αυτό είναι το πρώτο μεγάλο έλλειμμα: η ιστορία χρησιμοποιείται, αλλά δεν παράγει ταυτότητα. Η ταπητουργία θα μπορούσε να γίνει ο πυρήνας μιας νέας δημιουργικής οικονομίας: σχέδιο, χρώμα, ύφασμα, μοτίβο, ψηφιακή κατασκευή, υφαντική τεχνολογία, βιομηχανική μνήμη, προσφυγική τεχνογνωσία. Αντ’ αυτού, κινδυνεύει να προκύψει ακόμη ένας γενικός χειμερινός«πολυχώρος», θερινό έχουν τα Λιπάσματα, δηλαδή ένα κτίριο όπου θα γίνονται εκδηλώσεις χωρίς να γεννιέται διακριτό παραγωγικό αντικείμενο.
-Το δεύτερο σημαντικότερο έλλειμμα είναι οικονομικό. Το έργο του Καχραμάνογλου αναφέρεται με προϋπολογισμό 5,58 εκατ. ευρώ για τη μετατροπή του πρώην εργοστασίου σε πολυχώρο πολιτισμού, ενώ ξεχωριστός διαγωνισμός για βρεφονηπιακό σταθμό σε τμήμα του ίδιου πρώην εργοστασίου είχε προϋπολογισμό 3,615 εκατ. ευρώ.
-Η ΝΑΦΘΑ, από την άλλη, εμφανίζεται σε δημόσιες αναφορές ως έργο 6,5 εκατ. ευρώ, με ανακατασκευή περίπου 2.250 τ.μ. κτιρίων και ανάπλαση περίπου 2.500 τ.μ. περιβάλλοντος χώρου.
-Αυτά δεν είναι μικροπαρεμβάσεις γειτονιάς. -
Είναι μεγάλα δημόσια assets. Άρα απαιτούν δημόσιο business plan, ετήσιο κόστος λειτουργίας, σχέδιο συντήρησης, προβλεπόμενες θέσεις εργασίας, κοινωνική τιμολογιακή πολιτική, μοντέλο εσόδων και απολογιστική οικονομική έκθεση.
Αντί αυτών, ο δημόσιος λόγος των διοικούντων, μένει στο «δώσαμε ζωή στον χώρο». Αυτό μπορεί να είναι επικοινωνιακά χρήσιμο, αλλά δεν είναι διοίκηση δημόσιας περιουσίας. Ένας Δήμος που διαθέτει τέτοιο απόθεμα βιομηχανικών, προσφυγικών, πολιτιστικών και αθλητικών κτιρίων δεν μπορεί να λειτουργεί με τη λογική «κάθε κτίριο και μια ανακοίνωση».
-Οφείλει να λειτουργεί με χαρτοφυλάκιο: ποια κτίρια έχει, ποια δεν του ανήκουν αλλά επηρεάζουν την πόλη, ποια είναι διατηρητέα, ποια έχουν δυνατότητα επανάχρησης, ποια παράγουν έσοδα, ποια έχουν μόνο κοινωνική αξία, ποια χρειάζονται συντήρηση, ποια μπορούν να συνδεθούν με απασχόληση και εκπαίδευση.
-Το τρίτο έλλειμμα είναι θεσμικό. Το ΥΠΕΝ καταγράφει στον Δήμο κηρυγμένα μνημεία και προστατευόμενες τοποθεσίες όπως τον Πύργο της Ηετιωνίας/Καστράκι, τα Λουτρά Μπαλατζιάν , Ταινιόδρομος (που μπαγάσηδες προσποιούνται ότι δεν υπάρχει) και τμήμα του συγκροτήματος του εργοστασίου Λιπασμάτων, ενώ αναφέρει και το κτιριακό απόθεμα των προσφυγικών κατοικιών στα Ταμπούρια ως συνεκτικό πυρήνα που παραπέμπει σε μικρό οικισμό και για τον οποίο προτείνονται ζώνες κινήτρων και πολεοδομικοί μηχανισμοί ανάπλασης.
-Παράλληλα, το 2023 χαρακτηρίστηκαν διατηρητέα κτίρια, όψεις και η ερυθρόλευκη καπνοδόχος του Ατμοηλεκτρικού Σταθμού Αγίου Γεωργίου της ΔΕΗ στο Κερατσίνι.
Αυτή η εικόνα δείχνει ότι η πόλη έχει κάτι πολύ μεγαλύτερο από διάσπαρτους χώρους εκδηλώσεων.
-Έχει ένα σπάνιο απόθεμα μεταβιομηχανικής, προσφυγικής, εργατικής, ενεργειακής και λιμενικής ιστορίας. -
Κι όμως, δεν παρουσιάζεται ένας ενιαίος φορέας διαχείρισης αυτής της κληρονομιάς. Δεν παρουσιάζεται «Μητρώο Πολιτιστικών Assets». Δεν παρουσιάζεται χάρτης διατηρητέων, προσφυγικών και βιομηχανικών κελυφών. Δεν παρουσιάζεται οργανική σχέση ανάμεσα στα κτίρια. Δεν παρουσιάζεται πολιτική πολιτιστικής παραγωγής.
-Παρουσιάζονται εγκαίνια, επισκέψεις, εξαγγελίες και ηθικές βεβαιότητες.-
-Το τέταρτο έλλειμμα είναι ότι το μοντέλο των Λιπασμάτων επαναλαμβάνεται μηχανικά. Τα Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο (που συντάχθηκε πρόχειρα και κατατέθηκε την τελευταία στιγμή, μετά από απίστευτη καθυστέρηση, σχεδόν μιας δεκαετίας), αφορά στη ζώνη ανάπλασης της πρώην λιμενοβιομηχανικής περιοχής, προτείνει μητροπολιτικό πάρκο, χρήσεις κοινωνικής και περιβαλλοντικής ανταπόδοσης,
-παιδιατρικό νοσοκομείο προσέξτε: δίπλα στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις που ρυπαίνουν με βενζόλιο,
κέντρο έρευνας και ελέγχου περιβάλλοντος, καθώς και ήπιες χρήσεις πολιτισμού, (εννοούν πίστες Κλαπατσιμπάνων, σύμφωνα με τη μέχρι τώρα εμπειρία) εκπαίδευσης, αθλητισμού και αναψυχής.
Όμως το παράδειγμα των Λιπασμάτων δεν μπορεί να γίνει συνταγή για όλα. Τα Λιπάσματα είναι παραθαλάσσιος, υπαίθριος, μητροπολιτικός χώρος. Το Καχραμάνογλου είναι εσωτερικό βιομηχανικό κέλυφος με ιστορία ταπητουργίας. Η ΝΑΦΘΑ είναι πρώην παραγωγικό συγκρότημα με δυνατότητα εργαστηρίων που να καλλιεργούν τη τοπική γνώση και εμπειρία: επαγγέλματα ναυπηγοεπισκευαστικής ζώνης, βιομηχανικού σχεδιασμού, καλκιτεχνικής διακοσμητικής υσλουργίας, σκηνικής παραγωγής, μικρασιατικής γαστρονομίας, τεχνίτης νοημοσύνης, Δημοτικό Πανεπιστήμιο.
Οι Σιταποθήκες μπορούν να αναπτυχθούν πέρα από ένα αθλητικός κόμβο με πρόσβαση κοινού στο Δημοτικό Στάδιο, σε ένα τόπο συνεργασίας με τα ΤΕΦΑΑ.
-Αν όλα βαφτιστούν απλώς «χώροι πολιτισμού και αναψυχής», τότε όλα χάνουν την ταυτότητά τους.-
Η δημιουργική οικονομία δεν είναι φεστιβάλ με δημοτικό λογότυπο.
-Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή περιγράφει τους πολιτιστικούς και δημιουργικούς τομείς ως δραστηριότητες που βασίζονται σε πολιτιστικές αξίες και δημιουργικές εκφράσεις, παράγουν οικονομικό πλούτο, θέσεις εργασίας —ιδίως για νέους— και κοινωνική συνοχή.
Ο ΟΟΣΑ επιμένει ότι οι πόλεις πρέπει να μεγιστοποιούν τον οικονομικό και κοινωνικό αντίκτυπο του πολιτισμού, να στηρίζουν τη δημιουργική οικονομία με δεδομένα, πολιτικές απασχόλησης, καινοτομίας, κοινωνικής συνοχής και μετρήσιμης αξιολόγησης.
-Με απλά λόγια: πολιτιστική οικονομία σημαίνει αλυσίδα αξίας, όχι αλυσίδα δελτίων Τύπου.-
Το οικοσύστημα που θα έπρεπε να σχεδιαστεί είναι σαφές:
-Το Καχραμάνογλου πρέπει να γίνει Κέντρο Υφαντικής Μνήμης, Μοτίβου, Σχεδίου και Δημιουργικής Τεχνολογίας. Εκεί να στεγαστούν αρχείο ταπητουργίας, εργαστήρια υφαντικής, textile art, ψηφιακό design, ρομποτική συνδεδεμένη με τον αργαλειό, προγράμματα για σχολεία, κατάρτιση νέων δημιουργών και μικρή παραγωγή αντικειμένων με τοπική ταυτότητα.
Έτσι η ιστορία δεν θα είναι κορνίζα στον τοίχο· θα γίνει δεξιότητα, προϊόν, εργασία και εκπαιδευτική εμπειρία.
-Τα Λιπάσματα πρέπει να είναι ο μεγάλος υπαίθριος κόμβος: μητροπολιτικό πάρκο, δημόσια σκηνή, περιβαλλοντικό εργαστήριο, παραθαλάσσιος περίπατος, χώρος μεγάλων φεστιβάλ, δημόσιας τέχνης και μνήμης της βαριάς βιομηχανίας.
Η λειτουργία τους δεν πρέπει να εξαντλείται στην επισκεψιμότητα. Πρέπει να μετριέται με δέντρα, σκίαση, περιβαλλοντική αποκατάσταση, καθημερινή χρήση, πρόσβαση στη θάλασσα, δωρεάν πολιτισμό και περιβαλλοντική εκπαίδευση.
Η ΝΑΦΘΑ πρέπει να λειτουργήσει ως παραγωγικό εργαστήριο του δικτύου: σκηνογραφία, ήχος, φως, τεχνικά επαγγέλματα εκδηλώσεων, κατασκευή σκηνικών, εργαστήρια επισκευής και επανάχρησης υλικών, νεανική δημιουργία, χορός, θέατρο, πολυμέσα.
-Δεν χρειάζεται άλλη μία αίθουσα που θα ανταγωνίζεται τους υπόλοιπους χώρους. -
Χρειάζεται το «πίσω εργαστήριο» που θα παράγει όσα παρουσιάζονται στα Λιπάσματα, στο Καχραμάνογλου ή στις γειτονιές.
Οι Σιταποθήκες πρέπει να συνδεθούν με το σώμα, την κίνηση, τον αθλητισμό, τη νεολαία και την καθημερινή χρήση. Όχι ως απλό γήπεδο, αλλά ως κόμβος σωματικού πολιτισμού: αθλητισμός, νέα ολυμπιακά αθλήματα, χορός, street culture, υγεία, σχολικά προγράμματα, κοινωνική ένταξη, δράσεις για νέους και συλλόγους. Εκεί μπορεί να συναντηθεί ο αθλητισμός με την πολιτιστική έκφραση.
-Ο ΑΗΣ Αγίου Γεωργίου πρέπει να ενταχθεί ως κόμβος ενεργειακής και βιομηχανικής μνήμης: μουσείο ηλεκτρισμού, κέντρο ενεργειακής μετάβασης, εκπαιδευτικά προγράμματα για τεχνολογία, κλιματική αλλαγή και βιομηχανική ιστορία.
-Τα Λουτρά Μπαλατζιάν και οι προσφυγικές κατοικίες πρέπει να λειτουργήσουν ως μικροί κόμβοι κοινωνικής μνήμης: προφορικές μαρτυρίες, μικρά μουσεία γειτονιάς, ξενώνες ερευνητών, εργαστήρια ιστορίας, αρχιτεκτονικές αποτυπώσεις, διαδρομές προσφυγικής ταυτότητας… και Κοινωνικής Κατοικίας. Το Καστράκι και η Ηετιώνεια Πύλη μπορούν να είναι η αρχαιολογική είσοδος αυτής της ιστορικής διαδρομής.
-Αυτό το οικοσύστημα χρειάζεται έναν ενιαίο φορέα.-
Όχι άλλη μία επιτροπή βιτρίνας, ή ένα αμαρτωλό ΚΕΚ ΑΕ,
αλλά έναν πραγματικό Φορέα Διαχείρισης Πολιτιστικών και Δημιουργικών Assets Κερατσινίου–Δραπετσώνας, με συμμετοχή Δήμου, συλλόγων, σχολείων, καλλιτεχνών, τεχνικών, τοπικών επιχειρήσεων, πανεπιστημιακών φορέων και κατοίκων.
Ο φορέας αυτός πρέπει να δημοσιεύει ετήσιο απολογισμό: κόστος λειτουργίας ανά χώρο, έσοδα, επιχορηγήσεις, αριθμό ωφελούμενων, αμοιβές δημιουργών, θέσεις εργασίας, ώρες εκπαίδευσης, περιβαλλοντικούς δείκτες, προσβασιμότητα, συντήρηση, βαθμό χρήσης των χώρων.
-Χωρίς αυτά, η λέξη «ανάπλαση» γίνεται εύκολο πολιτικό επικοινωνιακό προϊόν. -Και η φράση «δημιουργική οικονομία» χάνεται ως ουσία μετατρεπόμενη σε «ταμπέλα για παλιά εργοστάσια».
Η πόλη όμως δεν χρειάζεται άλλες ταμπέλες. Χρειάζεται ένα σχέδιο που να απαντά σε απλά ερωτήματα: ποιος παράγει, τι παράγει, πού εκπαιδεύεται, πού παρουσιάζει, πώς αμείβεται, πώς επιστρέφει η αξία στην κοινωνία, πώς συντηρούνται τα κτίρια, πώς προστατεύεται η μνήμη, πώς αυξάνεται το πράσινο, πώς δημιουργούνται θέσεις εργασίας.
Το Κερατσίνι–Δραπετσώνα έχει την πρώτη ύλη: εργοστάσια, προσφυγικές γειτονιές, λιμάνι, θάλασσα, βιομηχανική μνήμη, εργατική ιστορία, νέους ανθρώπους, συλλόγους, κτίρια, δημόσια γη, πολιτιστικές ανάγκες.
Αυτό που λείπει δεν είναι το αφήγημα. Από αφήγημα περισσεύει. Αυτό που λείπει είναι το σχέδιο, η οργάνωση. η γνώση και η πολιτική θέληση.
Και εδώ βρίσκεται η κεντρική κριτική: ο λαϊκισμός δεν είναι μόνο τα μεγάλα λόγια.
-Είναι η αντικατάσταση του σχεδίου από τη συγκίνηση και το συναίσθημα. -
Είναι να μιλάς για «αγώνες κατοίκων» χωρίς συμμετοχική διακυβέρνηση. Να μιλάς για «πράσινο» χωρίς περιβαλλοντικούς δείκτες. Να μιλάς για «ιστορία» χωρίς αρχείο, μαρτυρίες και ερευνητικό πρόγραμμα. Να μιλάς για «δημιουργία» χωρίς επαγγελματική αλυσίδα παραγωγής. Να μιλάς για «δημόσιο χώρο» χωρίς οικονομική λογοδοσία.
Το Καχραμάνογλου, τα Λιπάσματα, η ΝΑΦΘΑ, οι Σιταποθήκες, ο ΑΗΣ Αγίου Γεωργίου, τα Καππαδοκικά στον Άγιο Διονύση, Ταινιόδρομος, το ΡΕΞ, τα Λουτρά Μπαλατζιάν, το Καστράκι και οι προσφυγικές γειτονιές μπορούν να γίνουν ένα από τα πιο ενδιαφέροντα μεταβιομηχανικά πολιτιστικά οικοσυστήματα της Αττικής.
Όχι όμως αν λειτουργήσουν ως διάσπαρτα σκηνικά δημοτικής προσωπικής προβολής παρά μόνο αν οργανωθούν ως ενιαίο παραγωγικό δίκτυο που θα μετατρέπει τη μνήμη σε γνώση, τη γνώση σε δεξιότητα, τη δεξιότητα σε εργασία, την εργασία σε εισόδημα και το εισόδημα σε νέα δημόσια αξία.
-Αλλιώς, η πόλη θα έχει μερικά ανακαινισμένα κτίρια, αλλά όχι πολιτιστική οικονομία. Θα έχει εκδηλώσεις, αλλά όχι παραγωγή. Θα έχει εγκαίνια, αλλά όχι λογοδοσία. Θα έχει μνήμη στα λόγια, αλλά όχι μνήμη στη λειτουργία.
-Και τότε το μεγάλο απόθεμα της πόλης —τα εργοστάσια, οι προσφυγικές κατοικίες, τα διατηρητέα, οι βιομηχανικές υποδομές, η θάλασσα και οι άνθρωποί της— θα παραμείνει αυτό που ήταν πάντα για τις δημοτικές ρητορικές:
μια εύκολη εικόνα για δύσκολες πολιτικές, που κανείς δεν σχεδίασε δεν οργάνωσε και δε εκτέλεσε, μέχρι τέλους ….γιατί και δεν ήξερε και δεν ήθελε
Και ΘΥΜΑΙΤΑΔΕΣ ΙΙ
-Καχραμάνογλου: η κίτρινη όψη ενός λευκού ελέφαντα
Η ανάπλαση του πρώην εργοστασίου Καχραμάνογλου θα μπορούσε να αποτελέσει μια από τις πιο ουσιαστικές παρεμβάσεις πολιτιστικής επανάχρησης στο Κερατσίνι. Ένα παλιό εργοστάσιο ταπητουργίας, φορτισμένο με μικρασιατική, βιομηχανική, εργατική και προσφυγική μνήμη, θα μπορούσε να μετατραπεί σε ζωντανό κύτταρο δημιουργικής οικονομίας: σε κέντρο υφαντικής, μοτίβου, σχεδίου, διακοσμητικών τεχνών, τεχνολογίας και τοπικής παραγωγής.
Αντί γι’ αυτό, κινδυνεύει να γίνει κάτι πολύ πιο γνώριμο: ένας ακόμη δημοτικός «πολυχώρος», δηλαδή μια ακριβή υποδομή που υπόσχεται τα πάντα, αλλά δεν εξηγεί με σαφήνεια τι ακριβώς θα παράγει, ποιος θα τη διοικεί, πώς θα συντηρείται, ποιους θα ωφελεί και με ποιον τρόπο θα ενταχθεί σε μια πραγματική πολιτιστική και δημιουργική οικονομία.
Η κριτική δεν αφορά την ανάγκη διάσωσης του κτιρίου. Αφορά την απουσία ολοκληρωμένου σχεδίου. Γιατί άλλο πράγμα είναι να ανακαινίζεις ένα κτίριο και άλλο να δημιουργείς θεσμό. Άλλο πράγμα είναι να βάφεις έναν χώρο και άλλο να του δίνεις παραγωγική λειτουργία. Άλλο πράγμα είναι να μιλάς για μνήμη και άλλο να τη μετατρέπεις σε γνώση, δεξιότητα, εργασία και δημόσια αξία.
-Α. Η μέλισσα και ο αρχιτέκτονας
Η παραβολή της μέλισσας του και του αρχιτέκτονα (Κ. Μαρξ), είναι αποκαλυπτική. Η μέλισσα μπορεί να χτίζει τέλεια τα κελιά της. Όμως ο αρχιτέκτονας, ακόμη και ο χειρότερος, έχει πρώτα υψώσει το έργο στη φαντασία του. Ξέρει τι θέλει να φτιάξει πριν το φτιάξει. Έχει σκοπό, μέθοδο, σχέδιο, αλληλουχία.
Στο Καχραμάνογλου, ο Δήμος μοιάζει να έχει λειτουργήσει περισσότερο σαν μέλισσα παρά σαν αρχιτέκτονας. Επαναλαμβάνει το ίδιο μοτίβο που συναντάμε συχνά σε δημοτικές αναπλάσεις: παλιό κτίριο, ανακαίνιση, πολυχώρος, πολιτισμός, νεολαία, ελπίδα, πράσινο. Το πρόβλημα είναι ότι αυτό το μοτίβο δεν συνιστά σχέδιο. Είναι γλώσσα. Και η γλώσσα, όσο θετική κι αν είναι, δεν οργανώνει χώρους, δεν συντηρεί κτίρια, δεν αμείβει δημιουργούς, δεν παράγει οικονομία.
Αν υπήρχε αρχιτεκτονική σκέψη με την ουσιαστική έννοια, το Καχραμάνογλου δεν θα παρουσιαζόταν απλώς ως «πολυχώρος πολιτισμού, παιδείας, τεχνών και αναψυχής». Θα είχε σαφή αποστολή: Κέντρο Υφαντικής Μνήμης, Μοτίβου, Textile Design και Δημιουργικής Τεχνολογίας. Η ιστορία του το επιβάλλει. Η ταπητουργία δεν είναι απλή ανάμνηση. Είναι σχέδιο, χρώμα, γεωμετρία, επανάληψη, αργαλειός, ύφασμα, διακοσμητική τέχνη, προσφυγική τεχνογνωσία και εργατική εμπειρία.
Ένας σοβαρός σχεδιασμός θα ξεκινούσε από αυτά. Θα προέβλεπε αρχείο σχεδίων και μοτίβων, εργαστήρια υφαντικής, ψηφιακή επεξεργασία παραδοσιακών σχεδίων, εκπαιδευτικά προγράμματα για τον αργαλειό και τη ρομποτική, προφορικές μαρτυρίες εργατριών και εργατών, συνεργασίες με σχολές design και μικρές δημιουργικές παραγωγές. Έτσι η μνήμη θα γινόταν λειτουργία. Όχι διακόσμηση.
Ο «λευκός ελέφαντας» δεν είναι απλώς ένα ακριβό και άχρηστο έργο. Είναι κάτι πιο σύνθετο: ένα έργο με μεγάλο συμβολικό βάρος, υψηλό κόστος συντήρησης και αβέβαιη χρησιμότητα. Στον παλιό μύθο (Σιάμ), ο λευκός ελέφαντας ήταν ιερό βασιλικό δώρο. Όποιος τον έπαιρνε τιμούνταν, αλλά ταυτόχρονα παγιδευόταν: δεν μπορούσε να τον χρησιμοποιήσει παραγωγικά, ούτε να τον εκμεταλλευτεί και δεν μπορούσε να τον ξεφορτωθεί, αλλά έπρεπε να τον συντηρεί και οδηγούνταν στη πτώχευση.
Αυτός είναι ο κίνδυνος για το Καχραμάνογλου. Να γίνει ένα ιερό δημοτικό κτίριο: φορτισμένο με αγώνες κατοίκων, μνήμη, συγκίνηση και πολιτικό συμβολισμό, αλλά χωρίς λειτουργική επάρκεια. Να είναι δύσκολο να κριθεί, επειδή όποιος θέτει ερωτήματα για κόστος, χρήση, διαχείριση ή απόδοση θα εμφανίζεται περίπου ως εχθρός του πολιτισμού.
Ο λευκός ελέφαντας ακολουθεί συνήθως πέντε στάδια.
. Πρώτα ιεροποιείται: παρουσιάζεται ως νίκη της κοινωνίας. Μετά φωτογραφίζεται: το κτίριο ανακαινίζεται, βάφεται, φωτίζεται.
. Ύστερα γενικεύεται: ονομάζεται «πολυχώρος», ώστε να χωράει τα πάντα χωρίς να δεσμεύεται σε κάτι συγκεκριμένο.
. Κατόπιν αρχίζει να κοστίζει: χρειάζεται ενέργεια, καθαριότητα, φύλαξη, προσωπικό, εξοπλισμό, συντήρηση και πρόγραμμα.
. Τέλος, αποφεύγεται η αξιολόγηση, γιατί το έργο έχει ήδη φορτιστεί ηθικά.
Αυτό πρέπει να αποφευχθεί. Ένα κτίριο δεν αποτυγχάνει μόνο όταν κλείνει. Αποτυγχάνει και όταν λειτουργεί περιστασιακά, χωρίς παραγωγική ταυτότητα, χωρίς διαφάνεια, χωρίς δείκτες, χωρίς κοινωνικό απολογισμό. Αποτυγχάνει όταν γεμίζει στα εγκαίνια και αδειάζει στην καθημερινότητα. Αποτυγχάνει όταν καταναλώνει δημόσιους πόρους χωρίς να επιστρέφει γνώση, εργασία, δεξιότητες, δημιουργία και κοινωνική αξία.
-Γ. Κίτρινος επικοινωνιακός λαϊκισμός
Το κίτρινο του Καχραμάνογλου μπορεί να διαβαστεί ως αισθητική επιλογή. Μπορεί όμως να διαβαστεί και ως σύμπτωμα: ως επικοινωνιακό βερνίκι πάνω σε ένα βαθύτερο κενό σχεδίου. Δεν είναι το χρώμα το πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι μήπως το χρώμα χρησιμοποιείται για να δημιουργήσει την αίσθηση της ανανέωσης χωρίς να υπάρχει η ουσία της οργάνωσης.
Ο λαϊκισμός δεν βρίσκεται στο ότι ο Δήμος μιλά για τους κατοίκους. Οι κάτοικοι δικαιούνται δημόσιους χώρους, πολιτισμό, πράσινο, μνήμη και πρόσβαση. Ο λαϊκισμός αρχίζει όταν η επίκληση των κατοίκων χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο σχεδίου. Όταν το ότι «δεν έγινε σούπερ μάρκετ», παρουσιάζεται ως πλήρης πολιτική απάντηση. Όμως το πραγματικό δίλημμα δεν είναι «σούπερ μάρκετ ή πολιτισμός». Είναι «παραγωγικό πολιτιστικό οικοσύστημα ή ακριβό δημοτικό σκηνικό».
Το ίδιο ισχύει και για το πράσινο. Οι αναφορές σε «χώρους ανάσας» και «περισσότερο πράσινο» δεν αρκούν. Πράσινο σημαίνει δέντρα, σκιά, διαπερατά υλικά, θερμική άνεση, νερό, βιοκλιματικό σχεδιασμό, συντήρηση και μετρήσιμη περιβαλλοντική απόδοση. Χωρίς αυτά, το πράσινο παραμένει απλώς λέξη.
-Αντίστοιχα, η «δημιουργική οικονομία» δεν είναι οι εκδηλώσεις-
Είναι αλυσίδα αξίας: μνήμη, εκπαίδευση, δεξιότητες, παραγωγή, παρουσίαση, αμοιβή, εισόδημα, επανεπένδυση. Το Καχραμάνογλου πρέπει να συνδεθεί οργανικά με τα υπόλοιπα δημοτικά assets. Τα Λιπάσματα θα μπορούσαν να είναι η μεγάλη υπαίθρια σκηνή και το περιβαλλοντικό-παραθαλάσσιο πάρκο. Η ΝΑΦΘΑ ο κόμβος παραγωγής, σκηνογραφίας, ήχου, φωτισμού και τεχνικών επαγγελμάτων. Οι Σιταποθήκες ο κόμβος σώματος, αθλητισμού, κίνησης και νεολαίας. Τα προσφυγικά και διατηρητέα κτίρια οι μικροί σταθμοί μνήμης, τεκμηρίωσης, φιλοξενίας και ιστορικών διαδρομών.
Αυτό θα ήταν οικοσύστημα. Όχι άθροισμα κτιρίων. Όχι επανάληψη της λέξης «πολυχώρος». Όχι επικοινωνία χωρίς παραγωγή.
-Δ. Η δημοτική επιχείρηση κοινωνικής ευθύνης που λείπει
Για να μη γίνει το Καχραμάνογλου λευκός ελέφαντας, χρειάζεται φορέας. Όχι άλλη μία επιτροπή βιτρίνας, αλλά μια δημοτική δομή κοινωνικής ευθύνης με καθαρές αρμοδιότητες, δημόσιο απολογισμό και επαγγελματική επάρκεια.
Η μορφή θα μπορούσε να είναι ένας ειδικός δημοτικός αναπτυξιακός οργανισμός πολιτιστικής, δημιουργικής και κοινωνικής οικονομίας. Όχι εταιρεία εμπορικής εκμετάλλευσης, αλλά δημόσιο εργαλείο διαχείρισης των πολιτιστικών assets της πόλης. Η ιδιοκτησία των χώρων να παραμένει στον Δήμο, αλλά η λειτουργική διαχείριση να γίνεται με ενιαίο σχέδιο, διαφάνεια και κοινωνική λογοδοσία.
Ο φορέας αυτός θα έπρεπε να έχει τέσσερις βασικές αποστολές: . πρώτον, τεκμηρίωση της βιομηχανικής, προσφυγικής και εργατικής μνήμης·
. δεύτερον, οργάνωση δημιουργικής παραγωγής και εργαστηρίων·
. τρίτον, διαχείριση δημόσιου χώρου, πρασίνου και καθημερινής χρήσης·
. τέταρτον, οικονομικό και κοινωνικό απολογισμό.
Για το Καχραμάνογλου ειδικά, η διαχείριση πρέπει να γίνει μέσα από ειδική μονάδα με δικό της πρόγραμμα και δείκτες: πόσα εργαστήρια έγιναν, πόσοι νέοι εκπαιδεύτηκαν, πόσοι δημιουργοί αμείφθηκαν, πόσα τεκμήρια διασώθηκαν, πόσες προφορικές μαρτυρίες καταγράφηκαν, πόσα προϊόντα ή εκπαιδευτικά υλικά παρήχθησαν, πόσο κόστισε η λειτουργία και τι επέστρεψε στην κοινωνία.
Μόνο έτσι το κτίριο θα πάψει να είναι «σύμβολο προς επικοινωνιακή κατανάλωση» και θα γίνει εργαλείο παραγωγής. Μόνο έτσι η μνήμη θα πάψει να είναι σύνθημα και θα γίνει δημόσια αξία. Μόνο έτσι το κίτρινο δεν θα μοιάζει με επικοινωνιακή μπογιά πάνω σε έναν λευκό ελέφαντα.
Το Καχραμάνογλου μπορεί ακόμη να σωθεί από αυτή τη μοίρα. Αλλά όχι με περισσότερες φωτογραφίες, ούτε με περισσότερες λογίδια.
-Με σχέδιο, διοίκηση, οικονομία, λογοδοσία και πραγματική δημιουργική παραγωγή και οικονομικά αποτελέσματα.
-Αυτό είναι το έργο που πρέπει πρώτα να υψωθεί στο Φαντασιακό της πόλης — πριν χαθεί μέσα στην κυψέλη των ανακαινίσεων -