Σ.Δ.* Η Μαλβίνα Κάραλη ( Πειραιάς, 1952 - Αθήνα, 2002), πραγματικό όνομα Μαρία Ελένη Σακκά, ήταν
Ελληνίδα συγγραφέας, σεναριογράφος, δημοσιογράφος και παρουσιάστρια. ΕΔΩ / biblionet.gr στοιχεία του βίου και τα έργα της Κάραλη.
Λούλα Αναγνωστάκη (Θεσ/νίκη, 1928 - Αθήνα, 2018) υπήρξε η σημαντικότερη ελληνίδα θεατρική συγγραφέας του 20ου αιώνα και ταυτόχρονα μία από τις δυναμικότερες μορφές της ελληνικής δραματουργίας. ΕΔΩ/politeianet.gr στοιχεία του βίου και το έργο της Αναγνωστάκη.
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Πάλι φεύγει.
ΛΟΥΛΑ:
Τα πλοία αυτό κάνουν.
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Απαίσια επαγγελματική διαστροφή.
ΛΟΥΛΑ:
Εσύ θα ήθελες να μένουν;
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Θα ήθελα, έστω μία φορά, κάτι που αγαπήσαμε να μην έχει ως βασικό του προσόν ότι μπορεί να μας εγκαταλείψει.
ΛΟΥΛΑ:
Τότε δεν θα το αγαπούσες.
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Η συγγραφέας. Σου λέω ότι υποφέρω κι εσύ μου απαντάς με δομή.
ΛΟΥΛΑ:
Εσύ τι κάνεις όταν υποφέρεις;
ΛΟΥΛΑ:
Το ίδιο πράγμα είναι.
Η Μαλβίνα γελάει. Κοιτάζει το πλοίο.
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Γιατί έγραψες «φεύγουν οι φίλοι, φεύγουν τα πλοία»; Γιατί τους έβαλες μαζί;
ΛΟΥΛΑ:
Γιατί φεύγουν με τον ίδιο τρόπο.
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Οι φίλοι δεν έχουν δρομολόγια.
ΛΟΥΛΑ:
Έχουν. Απλώς δεν τα ξέρουμε.
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Αυτό είναι αισχρό.
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Ακριβώς. Αισχρό.
ΛΟΥΛΑ:
Εσύ γιατί θύμωνες τόσο όταν έφευγαν;
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Δεν θύμωνα όταν έφευγαν. Θύμωνα όταν καταλάβαινα ότι είχαν φύγει πριν φύγουν. Αυτό είναι το ατιμωτικό στον έρωτα, Λούλα. Το σώμα κάθεται ακόμη απέναντί σου, τρώει, κοιμάται δίπλα σου, σου λέει «καληνύχτα», κι εσύ ξέρεις ότι έχει ήδη μεταναστεύσει. Πού πήγε; Δεν ξέρεις. Αλλά δεν κατοικεί πια εκεί.
ΛΟΥΛΑ:
«Με γέλασες και είναι αργά».
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Ναι. Μόνο που δεν μας γελούν πάντοτε οι άλλοι. Αυτό είναι το πρόβλημα.
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Εμείς. Εμείς είμαστε οι μεγάλοι απατεώνες της ερωτικής μας ζωής. Βλέπουμε ότι ο άλλος δεν μπορεί, δεν θέλει, δεν ξέρει να μας αγαπήσει όπως θέλουμε, και λέμε «θα μάθει». Βλέπουμε ότι δεν μας κοιτάζει πια και λέμε «είναι κουρασμένος». Βλέπουμε ότι δεν μας αγγίζει και λέμε «περνάει μια φάση». Βλέπουμε το πλοίο να λύνει κάβους και συζητάμε για τον καιρό.
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Επειδή η ελπίδα είναι η πιο κακομαθημένη μορφή απελπισίας.
ΛΟΥΛΑ:
Κι όμως ξαναερωτεύεσαι.
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Επειδή δεν είμαι ηλίθια.
ΛΟΥΛΑ:
Δεν είναι επιχείρημα.
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Είναι το μόνο επιχείρημα. Τι θέλεις να κάνω; Να προστατευτώ; Να ζήσω μια ολόκληρη ζωή προσέχοντας να μη μου συμβεί; Να βάλω καλύμματα στα έπιπλα και στην καρδιά; Δεν θέλω να παραδώσω τον εαυτό μου σε άριστη κατάσταση στον νεκροθάφτη.
Η Λούλα χαμογελά ελάχιστα.
ΛΟΥΛΑ:
Εσύ έλεγες ότι ο έρωτας είναι χειραψία προς τη ζωή.
ΛΟΥΛΑ:
Κι αν η ζωή δεν σου δώσει το χέρι;
ΛΟΥΛΑ:
Κι αν πάλι δεν το δώσει;
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Μέχρι να μην έχεις χέρι.
Το πλοίο έχει απομακρυνθεί. Ακούγεται μόνο η θάλασσα.
ΛΟΥΛΑ:
Εγώ δεν ξέρω αν το πιστεύω αυτό.
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Εσύ είσαι πιο σκληρή.
ΛΟΥΛΑ:
Όχι. Εγώ κοιτάζω περισσότερο αυτούς που μένουν.
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Εγώ κοιτάζω περισσότερο αυτούς που φεύγουν.
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Για να καταλάβω τι δεν τους έδωσα.
ΛΟΥΛΑ:
Νομίζεις ότι όποιος φεύγει έφυγε επειδή κάτι δεν του έδωσες.
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Και γιατί φεύγει;
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Μισώ τους θεατρικούς συγγραφείς.
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Επειδή ξέρετε ότι η ζωή δεν εξηγείται και το εκμεταλλεύεστε.
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Εγώ την εξηγώ μέχρι να καταρρεύσει από εξάντληση.
ΛΟΥΛΑ:
«Ήρθε ο Σεπτέμβρης, ήρθε ο χειμώνας».
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Αυτό δεν σου το συγχωρώ.
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Επειδή είναι αλήθεια. Δεν έβαλες ούτε Οκτώβριο ούτε Νοέμβριο. Κατευθείαν χειμώνας.
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Ναι. Όταν φύγει ο άνθρωπός σου, καταργούνται οι ενδιάμεσες εποχές. Το ημερολόγιο μπορεί να λέει Σεπτέμβριος, αλλά το σώμα ξέρει πρώτο ότι μπήκε χειμώνας.
Η Λούλα γεμίζει τα ποτήρια.
ΛΟΥΛΑ:
«Χάθηκα μέσα στη ζωή».
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Αυτό είναι το πιο τρομακτικό που έγραψες.
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Επειδή όλοι νομίζουν ότι χανόμαστε στον θάνατο. Καθόλου. Στον θάνατο απλώς πεθαίνουμε. Στη ζωή χανόμαστε. Σηκωνόμαστε το πρωί, πλένουμε τα δόντια μας, πληρώνουμε λογαριασμούς, μιλάμε στο τηλέφωνο, πηγαίνουμε σε τραπέζια, λέμε «μια χαρά», κάνουμε έρωτα καμιά φορά, και κανείς δεν αντιλαμβάνεται ότι εδώ και χρόνια δεν είμαστε πουθενά.
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Όχι. Μας προδίδει τη θέση μας.
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Νομίζεις ότι είσαι αυτάρκης, πολιτισμένος, σοβαρός, θεραπευμένος, τακτοποιημένος. Και ξαφνικά εμφανίζεται ένας άνθρωπος και ανακαλύπτεις ότι όλη αυτή η ωραία οικοδομή είχε μια πόρτα που δεν ήξερες. Και ο μαλάκας έχει το κλειδί.
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Παίρνει το κλειδί.
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Όχι. Πονάει επειδή μετά ξέρεις ότι υπάρχει το δωμάτιο.
ΛΟΥΛΑ:
Και δεν μπορείς να μπεις.
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Μπράβο, Λούλα. Τώρα μιλάς σωστά.
ΛΟΥΛΑ:
Εσύ φοβόσουν περισσότερο να σε εγκαταλείψουν ή να πάψεις να αγαπάς;
Η Μαλβίνα δεν απαντά αμέσως.
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Να πάψω να αγαπώ.
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Γιατί η εγκατάλειψη σε πονάει. Η ανικανότητα να αγαπήσεις σε νεκρώνει. Προτιμώ να με έχουν κάνει κομμάτια δέκα άνθρωποι που αγάπησα παρά να περάσω αλώβητη από τη ζωή επειδή δεν άφησα κανέναν να πλησιάσει.
ΛΟΥΛΑ:
Άρα δεν μετάνιωσες;
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Για τους άντρες;
ΛΟΥΛΑ:
Ακόμη και για εκείνους που σε γέλασαν;
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Κυρίως γι’ αυτούς.
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Επειδή μου απέδειξαν ότι μπορούσα ακόμη να γελαστώ. Ξέρεις τι σημαίνει να μη γελιέσαι πια από κανέναν; Σημαίνει ότι έχεις γίνει τόσο έξυπνος ώστε δεν μπορείς πια να ζήσεις.
ΛΟΥΛΑ:
Κι εσύ δεν ήθελες ποτέ να είσαι τόσο έξυπνη.
Η νύχτα έχει προχωρήσει. Δεν φαίνεται πια το πλοίο.
ΛΟΥΛΑ:
«Μου χάθηκες μέσα στη βροχή».
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Γιατί δεν λες «χάθηκες». Λες «μου χάθηκες». Δηλαδή δεν μιλάς για τον άλλον. Μιλάς για τη θέση που είχε μέσα σου. Μπορεί να ζει μια χαρά. Να τρώει, να κοιμάται, να γελάει, να αγαπάει κάποιον άλλο. Κι όμως σου χάθηκε. Ο άνθρωπος δεν χάνεται από τον κόσμο. Χάνεται από έναν συγκεκριμένο άνθρωπο. Και αυτή είναι η μικρότερη και μεγαλύτερη καταστροφή.
Η Μαλβίνα σβήνει το τσιγάρο.
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Τότε αλλάζει μόνο η γραμματική.
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Όχι όσο νομίζουμε.
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Πάντα μόνος συνεχίζει κανείς. Απλώς για λίγο έχουμε την ευγένεια να περπατάμε δίπλα του.
Η Λούλα κοιτάζει τη σκοτεινή θάλασσα.
ΛΟΥΛΑ:
Και λοιπόν; Άξιζε;
Οι άνθρωποι. Οι έρωτες. Οι αναχωρήσεις. Τα πλοία. Οι χειμώνες.
Η Μαλβίνα ανάβει άλλο τσιγάρο.
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Λούλα, αν δεν άξιζε, γιατί πονάει τόσο όταν τελειώνει;
ΛΟΥΛΑ:
Δεν είναι απόδειξη αυτό.
Κάπου μακριά ακούγεται η μηχανή ενός άλλου πλοίου.
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Άλλο ένα φεύγει.
ΛΟΥΛΑ:
Πάντα θα φεύγει κάποιο.
Η Μαλβίνα σηκώνει το ποτήρι.
ΜΑΛΒΙΝΑ:
Εμείς θα ερωτευόμαστε σαν να μην το ξέρουμε.