Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2026 20:14

Από το Bios πέρασε όλη η πρωτοπορία της Αθήνας

Επιλέγουσα ή Συντάκτρια 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

bios12Μ. Hulot. Το Bios δεν υπήρξε απλώς ένας πολυχώρος στην Πειραιώς. Ήταν, και συνεχίζει να είναι, το σημείο όπου διαμορφώθηκαν νέες αισθητικές, γεννήθηκαν καλλιτεχνικές διαδρομές και άλλαξε ο τρόπος με τον οποίο η Αθήνα αντιλαμβάνεται τον σύγχρονο πολιτισμό.

Για περισσότερες από δύο δεκαετίες το Bios λειτούργησε ως ένας από τους καταλύτες της σύγχρονης πολιτιστικής ζωής της Αθήνας, επηρεάζοντας όχι μόνο το τι έβλεπε ή άκουγε το κοινό, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οι ίδιοι οι δημιουργοί αντιλαμβάνονταν τη δουλειά τους. Φιλοξένησε τετραψήφιο αριθμό live, πρωτοποριακές παραστάσεις, εκθέσεις, δράσεις που έχουν μείνει αξέχαστες σε όσους συμμετείχαν. Η σημασία του όμως μετριέται κυρίως από όσα ξεκίνησαν εκεί και συνέχισαν πολύ πέρα από τους χώρους του.

Νέοι μουσικοί, σκηνοθέτες, εικαστικοί και επιμελητές βρήκαν ένα ορόσημο όπου μπορούσαν να συναντηθούν, να ανταλλάξουν ιδέες και να δοκιμάσουν νέες μορφές έκφρασης – πολλοί από αυτούς διαμόρφωσαν αργότερα την πολιτιστική ταυτότητα της Αθήνας μέσα από θέατρα, ιδρύματα, φεστιβάλ και ανεξάρτητες πρωτοβουλίες. Το Bios συνέβαλε επίσης στηlifo88 διαμόρφωση μιας διαφορετικής αισθητικής αντίληψης. Αντιμετώπισε με την ίδια σοβαρότητα το πρόγραμμα, τη γραφιστική, την αφίσα, τον σχεδιασμό του χώρου, την επικοινωνία και την εμπειρία του επισκέπτη, σε μια εποχή που όλα αυτά σπάνια αποτελούσαν μέρος ενός ενιαίου οράματος. Με αυτόν τον τρόπο λειτούργησε ως πρότυπο για πολλούς χώρους που εμφανίστηκαν τα επόμενα χρόνια στην Αθήνα. Ο Βασίλης Χαραλαμπίδης θυμάται τη διαδρομή του Bios, μιλά για τις ιδέες που το διαμόρφωσαν, τις δυσκολίες, τις μεταμορφώσεις του και την παρακαταθήκη που, συνειδητά ή ασυνείδητα, εξακολουθεί να διαπερνά την πολιτιστική ζωή της Αθήνας.

 

— Γυρνώντας στο 2001, ποιο ήταν το κενό που ένιωθες ότι υπήρχε στην Αθήνα και σε έκανε να δημιουργήσεις το Bios;
Το 2001 ήμουν 24 χρονών και ο κόσμος δεν ήταν συνδεδεμένος όπως είναι τώρα. Οπότε, νομίζω ότι έχοντας κάνει κάποια πρώτα πράγματα, αυτά που κάνεις μάλλον αυτονόητα όταν είσαι νέος, ένιωθα ότι όσα με ενδιέφεραν, η ηλεκτρονική μουσική και τα γραφιστικά –παρακολουθούσα κάποια πράγματα απ’ έξω που ήταν συναρπαστικά από αισθητική άποψη–, δεν υπήρχαν πουθενά στην Αθήνα τότε. Οπότε θεώρησα ότι μάλλον έπρεπε να κάνω κάτι σχετικό. Και κάπως έτσι ξεκίνησε όλη η ιδέα του Bios. Ήδη δούλευα ως γραφίστας και είχα ένα γραφείο που ήταν πετυχημένο, έτσι είχα την αφελή ιδέα ότι αυτό μπορούσε να γίνει κάτι μεγαλύτερο. Σκέφτηκα να βρω έναν μεγαλύτερο χώρο και, δουλεύοντας ως γραφίστας, που δεν ήταν ακριβώς το ενδιαφέρον μου, να κάνω κάτι μεγαλύτερο και ουσιαστικά κάπως να επηρεάσω την πόλη με την αισθητική μου.

Αυτό έχει μια αφέλεια· η αφέλεια και η άγνοια πολλές φορές βοηθάνε τα πράγματα, όπως και ο νεανικός ενθουσιασμός. Θυμάμαι χαρακτηριστικά τον Στάθη (σ.σ. Τσαγκαρουσιάνο), που πάντα μιλούσε για το σύνολο του Bios, αυτό που ένιωθε ότι πρεσβεύει τότε το περιέγραφε ως «την κουρασμένη γενιά του Bios». Έτσι ερμήνευε τη γενιά μου και τη γενιά αυτή που κίνησε την κατάσταση, αλλά κοιτάζοντας τώρα λίγο προς τα πίσω, εντάξει, δεν ήμασταν και τόσο κουρασμένοι, ρε παιδί μου. Ή δεν ήταν λιγότερο κουρασμένη η προηγούμενη γενιά από εμάς. Αυτή η γενιά είχε μια δραστηριότητα και μια περιέργεια για τον κόσμο. Και η περιέργεια είναι, νομίζω, αυτή που κινεί τα πράγματα στο τέλος. Και ξαναλέω ότι ο τότε κόσμος ήταν ένας μη συνδεδεμένος κόσμος. Είναι πολύ σημαντική η διαφορά. Δηλαδή δεν είχες την ευκαιρία να ακούσεις καν τη μουσική που σε ενδιέφερε, να δεις ότι κάτι γίνεται, άρα κάπως έπρεπε να το φέρεις εσύ κοντά σου.

— Το 2001 ποια ήταν τα στέκια της Αθήνας στα οποία μπορούσε να πάει αυτός που μετά πήγε στο Bios;
Δεν θυμάμαι. Νομίζω ότι ο κόσμος αυτός δεν σύχναζε σε συγκεκριμένα στέκια. Εγώ τότε πίστευα ότι δεν υπάρχει κάτι που να με αφορά. Παρ’ όλα αυτά, πήγαινα σε διάφορα μέρη. Όταν είσαι νέος είσαι πιο εξωστρεφής, για διάφορους λόγους. Πήγαινα στο Mad Club, εκεί μεγάλωσα, εκεί γνώρισα την εναλλακτική μουσική. Τότε υπήρξαν και τα πρώτα μεγάλα κλαμπ της Αθήνας, όπου επίσης πήγαινα. Μια εποχή πριν από το Bios, ουσιαστικά ήμουν ένας από τους δυο τρεις γραφίστες που έφτιαχναν τα flyers με τα οποία δημοσιοποιούνταν όλα τα μουσικά πράγματα στην Αθήνα. Έκανα flyers για το Umatic, για το Cubase, που ήταν όλη αυτή η meta-Factory εποχή ουσιαστικά, για το Mad και για το Avant-Garde, που είχε φέρει την indie μουσική στην Αθήνα. Είχα καταλήξει να είμαι εγώ αυτός που έκανε όλα τα γραφιστικά, οπότε αυτό με έφερε πιο κοντά και στον χώρο της μουσικής, αλλά και στην ιδέα τού να υπάρχει ένας φυσικός χώρος όπου να μαζεύονται οι άνθρωποι και κάτι να κάνουν.

Παράλληλα, αυτό είχε και μια προβληματική. Θυμάμαι, για παράδειγμα, μια φορά με είχανε καλέσει να παίξω μουσική στο Umatic, επειδή ακριβώς έκανα και τα φυλλάδιά του. Ενώ είχα ξεκινήσει το βράδυ να παίζω μουσική, μπαίνει ο μάνατζερ, λέει «ξεκίνα να παίζεις» και φεύγει· εγώ όμως έπαιζα ήδη μουσική. Ξαναμπαίνει έπειτα από δέκα λεπτά και λέει «Βασίλη, σου είπα, ξεκίνα να παίζεις». Οπότε αναγκάστηκα να του πω ότι «μα εγώ παίζω». Tι συνέβαινε; Τα πράγματα που τότε μου άρεσαν, που εγώ θεωρούσα κανονικά μουσική, για τον χώρο με τον οποίο σχετίστηκα λόγω της οπτικής επικοινωνίας δεν ήταν μουσική. Δεν τα κατανοούσαν και δεν ήταν καν κάτι ακραίο. Το ίδιο έγινε και σε άλλα μέρη. Στο Cubase, όπου με είχε καλέσει ο Mikey, ένας άνθρωπος που προέρχεται από τον μουσικό χώρο και έχει διευρυμένη μουσική παιδεία, θυμάμαι να έρχεται ο ίδιος τρομοκρατημένος, όταν έπαιζα Aphex Twin, κάποιο techno κομμάτι, όχι πειραματικό, και να με κατεβάζει – έπαιξε εκείνος στη θέση μου. Οπότε, γενικά, ακόμα και σε απλοϊκά πράγματα, όπως αυτό, η κοινότητα και η εναλλακτική κουλτούρα της πόλης, η οποία φάνταζε συναφής, τελικά ήταν ταυτόχρονα και πάρα πολύ άσχετη με το Bios. Επαναλαμβάνω ότι τότε ήταν καθοριστικό το ότι δεν υπήρχε το ίντερνετ. Δεν είχε κανείς δική του ιστοσελίδα, δεν υπήρχε Facebook. Αυτή είναι η πιο σημαντική διαφορά με το σήμερα, που πρώτα συνδέεσαι ηλεκτρονικά και έπειτα φυσικά με τον κόσμο, αν συνδέεσαι. Κάποια στιγμή, ειδικά με το MySpace, υπήρξε κάποια διανομή της πληροφορίας, αλλά και πάλι, αυτός δεν ήταν ο κεντρικός τρόπος. Θυμάμαι, είχαμε κάνει τη Σεσίλ Κολίν από τη Leaf Records το 2003, στον πρώτο της δίσκο. Έπαιζε στο main του Bios, και ο Murcof στο υπόγειο. Ερχόταν κόσμος για να δει τι είναι αυτό το πράγμα, όχι γιατί ήταν συναυλία αλλά γιατί κάποιος έπαιζε μουσική μπροστά σε ένα λάπτοπ. Μέχρι τότε αυτό δεν είχε ξαναγίνει στην πόλη πουθενά και ο κόσμος δεν μπορούσε να αντιληφθεί ότι αυτό ήταν συναυλία. Σήμερα είναι κοινός τόπος, είναι πιο πιθανό να δεις ένα λάπτοπ στη σκηνή παρά μια κιθάρα. Οπότε πέρασε μια πάρα πολύ μεγάλη περίοδος που έρχονταν στο Bios προηγούμενες γενιές να δουν τι είναι αυτό το πράγμα. Κι αυτό είχε μεγάλο ενδιαφέρον.

ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΠΕΡΙΜΕΝΩ ΦΩΤΟ O κύριος Bios και το Bios EffectFacebook Twitter 

Aνεβαίνοντας στην Πειραιώς είδα έναν κύριο που έβαζε μια ταμπέλα «Διατίθεται» στο μετέπειτα κτίριο του Bios. Σκέφτηκα: «Γιατί να κάνουμε το φεστιβάλ, το οποίο τελικά δεν κάνει αυτό που φαντάστηκα, δεν φέρνει στην πόλη όσα είχα οραματιστεί, και να μην έχουμε έναν μόνιμο χώρο;». Έτσι προέκυψε η Πειραιώς, η οποία βέβαια ήταν μη-τόπος, κάτι που ήταν σημαντικό. Φωτ.: Αρχείο Bios

— Το Bios ξεκίνησε ως φεστιβάλ νέων μέσων. Πώς γεννήθηκε από αυτό η ιδέα του πολυχώρου;
Σωστά, το Bios ξεκίνησε ως φεστιβάλ. Το 2000 κάναμε το Φεστιβάλ Bios, το οποίο ήταν μια αντιφατική ιστορία. Και πάλι είχε έρθει κόσμος να δει τι ήταν αυτό που τους ήταν ακατανόητο. Είχε έρθει, θυμάμαι, και ο Λώρης και όλοι αυτοί που μέχρι σήμερα κάνουν τις μεγάλες συναυλίες. Όταν τελείωνε το δεύτερο φεστιβάλ Bios, είχαν δημιουργηθεί διάφορα προβλήματα – όταν προσπαθείς να αλλάξεις τα πράγματα, πάντα υπάρχει και μία ένταση. Αυτή η ένταση προκαλούσε διάφορα προβλήματα, εκτός από τα οικονομικά. Θυμάμαι, λοιπόν, που πήγα να πληρώσω τον χώρο των αποθηκών όπου είχε γίνει το φεστιβάλ και ανεβαίνοντας στην Πειραιώς είδα έναν κύριο που έβαζε μια ταμπέλα «Διατίθεται» στο μετέπειτα κτίριο του Bios. Σκέφτηκα: «Γιατί να κάνουμε το φεστιβάλ, το οποίο τελικά δεν κάνει αυτό που φαντάστηκα, δεν φέρνει στην πόλη όσα είχα οραματιστεί, και να μην έχουμε έναν μόνιμο χώρο;». Και πάλι από αφέλεια, και λόγω συγκυριών, πείστηκα ότι έπρεπε να το δοκιμάσω. Έτσι προέκυψε η Πειραιώς, η οποία βέβαια ήταν μη-τόπος, κάτι που ήταν σημαντικό. Δεν μπορούσα να φανταστώ άλλον χώρο, οποιοδήποτε από τα μέρη στα οποία σύχναζε κόσμος μού φάνταζε πάρα πολύ άσχημο. Σίγουρα ήθελα να είναι κάπου που να μην υπάρχει τίποτε άλλο τριγύρω. Και σίγουρα το συγκεκριμένο σημείο ήταν πάρα πολύ κεντρικό, δεν υπήρχε τίποτε άλλο εκεί.

Βέβαια, στη γειτονιά δεν άρεσε και πολύ. Θυμάμαι χαρακτηριστικά, τότε ζούσαν ο Λαζόγκας με τη γυναίκα του ακριβώς απέναντι, οι οποίοι ήρθαν και μου είπαν «ποιος είσαι εσύ που θα ανοίξεις απέναντί μας χωρίς να μας ρωτήσεις;». Αυτοί φαντασιώνονταν ότι η γειτονιά θα γινόταν καλλιτεχνικό κέντρο για πλούσιους καταξιωμένους καλλιτέχνες, ότι ο Κεραμεικός θα είχε γκαλερί στις οποίες θα περιηγούνταν οι τουρίστες και οι άνθρωποι της τέχνης. Μου είχαν πει «να ήσουν ο Παπαϊωάννου να σου τον δίναμε τον χώρο. Εσείς ποιοι είστε που θα έρθετε απέναντί μας;».

— Είχες κάποιον χώρο ως πρότυπο όταν ξεκίναγες να στήνεις την ιδέα του Bios;
Στους χώρους που μου άρεσαν ήταν το ICA στο Λονδίνο, που ήταν υβριδικός, αλλά κατά βάση εκθεσιακός χώρος, οπότε η ιδέα για το Bios ήταν να είναι το στούντιο μου –με τα γραφιστικά συνεχίζαμε, από αυτά ζούσαμε– και ταυτόχρονα να κάνει και εκδηλώσεις. Μετά συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να υπάρχει και μπαρ. Εγώ μπορεί να μην έπινα καθόλου, αλλά αυτό ήταν που θα ενίσχυε την έννοια του στεκιού. Η πολυλειτουργικότητα ανταποκρινόταν και στη δομή ενός φεστιβάλ που έχει διάφορους χώρους και διάφορες δραστηριότητες. Σκέφτηκα ακόμα ότι ο χώρος έπρεπε να έχει μια ταυτότητα που να ταυτίζεται με τη δική μας. Νομίζω ότι κάπως έτσι διαμορφώθηκε το Bios. Ο πάνω όροφος δεν ήταν φτιαγμένος, γιατί δεν είχαμε λεφτά. Κάποια στιγμή κάναμε εκεί τα γραφεία μας, εκεί ασχολούμασταν με τα γραφιστικά, για πολλά χρόνια δεν ήταν ανοιχτός για το κοινό.

Έχει ενδιαφέρον επίσης ότι τα πρώτα χρόνια το Bios δεν είχε θέρμανση. Το 2002, που είχε χιονίσει στην Αθήνα, είχαμε πάρει σόμπες Kerosun, οι οποίες μύριζαν πετρέλαιο, έβγαζαν κι ένα φως, κι αν ξαφνικά τις σκουντούσες, έσβηναν. Έκανε ψοφόκρυο και μέσα στο Βios, αλλά ο κόσμος δεν έφευγε, ήταν μαζεμένος γύρω από τις σόμπες και προσπαθούσε να ζεσταθεί. Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί τι κράταγε τον κόσμο σε αυτόν τον χώρο που δεν είχε καμία προδιαγραφή, που δεν ήταν πάντα ακριβώς φιλόξενος.

— Είχε μεγάλη σημασία ακόμα τότε η φυσική επαφή, και αυτό δεν συνέβαινε μόνο στο Bios.
Ακριβώς, τότε υπήρχε η φυσική επαφή. Κάποιες παρέες βρίσκονταν στην πλατεία Μαβίλη, το βράδυ, ειδικά τα καλοκαίρια. Υπήρχε και το Vinyl Micrοstore, ένα δισκάδικο στο Μαρούσι, που κάποια στιγμή ο ιδιοκτήτης του αποφάσισε να το φέρει στην Αθήνα, τότε που εμείς κάναμε το πρώτο φεστιβάλ. Και επειδή θέλαμε κάποιον να πουλάει τη μουσική που θα έπαιζε στο φεστιβάλ, του δώσαμε μια λίστα με δίσκους για να παραγγείλει και να μας τους φέρει. Κι έτσι μετατοπίστηκε το ενδιαφέρον του μαγαζιού και από εκεί που έφερνε indie-rock, ξαφνικά μετακινήθηκε σε experimental ηλεκτρονική μουσική που ήταν πιο καινούργια.

— Το Bios δεν άλλαξε μόνο το πρόγραμμα των εκδηλώσεων, άλλαξε και την αισθητική της πόλης. Δώσατε συνειδητά σημασία στις αφίσες, στα flyers, στα έντυπα και στη συνολική οπτική ταυτότητα του χώρου;
Σήμερα δεν υπάρχει στην Αθήνα αυτό που κάναμε τότε. Πολλές φορές νιώθω ότι έχουν προχωρήσει τα πράγματα, αλλά αυτά που κάναμε δεν τα συνέχισε κανείς. Ήταν αρχή μας να μην υπάρχει σε αφίσες του Bios το πρόσωπο που καλλιτέχνη, σε καμία περίπτωση. Εμείς θέλαμε η αφίσα να είναι αντικείμενο με το οποίο να μπορεί να ταυτιστεί ο άλλος επειδή του αρέσει, νιώθει μια συνάφεια αισθητικά. Θυμάμαι, όταν κάναμε τους Plaid για πρώτη φορά, που για μένα ήταν καθοριστικό live, η αφίσα ήταν μια κόλλα UHU, που αντί για UHU έγραφε Plaid.

Ένα βασικό πρόβλημα του Bios είναι ότι για κάποιον λόγο, πάλι μάλλον λόγω άγνοιας ή λόγω αφέλειας, πιστεύαμε ότι είναι κάποιος οργανισμός, ενώ δεν είχε τα φόντα για κάτι τέτοιο, ούτε τη χρηματοδότηση. Άρα, δεν σκεφτήκαμε ποτέ αν, για παράδειγμα, αυτό που κάναμε θα είναι ανταποδοτικό ή αν θα βγουν τα έξοδα της συναυλίας, που συνήθως δεν έβγαιναν. Δεν το βλέπαμε επαγγελματικά όλο αυτό. Ήταν κάτι σαν αυτοσκοπός, και λίγο ταυτοτικό.

Επίσης, πρέπει να σου πω ότι το Bios ήταν και το σπίτι μου. Ζούσα εκεί. Ακόμα και τις ώρες που ήταν κλειστό, η κρεβατοκάμαρά μου ήταν επάνω, είκοσι χρόνια κοιμόμουν εκεί, ξύπναγα το πρωί, κατέβαινα, έφτιαχνα τον καφέ μου και μετά άνοιγα τα ρολά για να ανοίξει το μπαρ. Το μπαρ ήταν η κουζίνα μου πολλές φορές.

— Το θέατρο πότε μπήκε για πρώτη φορά στο Bios;
Δεν ένιωθα ποτέ ότι το θέατρο με ενδιέφερε ακριβώς. Θεωρούσα ότι ήταν μια παλιακή μορφή έκφρασης. Αυτό όμως που συνέβαινε γενικά με το Bios είναι ότι πέρναγε διάφορους κύκλους μετάλλαξης, με διάρκεια περίπου επτά οκτώ χρόνων. Νομίζω ότι μετά τα πρώτα επτά χρόνια, λοιπόν, μπήκε το θέατρο στο Bios. Είχαν γίνει κάποια πράγματα περιστασιακά, παραστάσεις στα δωμάτια του πρώτου ορόφου, αλλά ήταν πιο πολύ περφόρμανς. Ο πρώτος θίασος που στεγάστηκε στο Bios ήταν οι blitz. Εγώ, όπως είπα, δεν παρακολουθούσα θέατρο, ούτε ήξερα πώς είναι το θέατρο στην Αθήνα ούτε είχα καμία θεατρική παιδεία. Τα παιδιά αυτά που ήρθαν και μας βρήκαν, όμως, και ζήτησαν να κάνουν πρόβες στο υπόγειο, έμοιαζαν συμβατά με εμάς και τους δώσαμε τον χώρο χωρίς κανέναν περιορισμό, χωρίς να έχουμε συζητήσει αν θα κάνουν ποτέ παράσταση, δεν υπήρχε κάποιος στόχος. Έρχονταν για περίπου έναν χρόνο. Κάποια στιγμή αρχίσαμε να μιλάμε, καταλάβαμε τι κάνουν, μας κίνησαν την περιέργεια. Οι blitz εξελιχθήκαν σε μια από τις βασικές ομάδες του Bios. Είχαμε τρεις τέσσερις, αλλά αυτή ήταν πιο κοντά μας, γιατί για πολλές από τις παραστάσεις τους, το κομμάτι της φόρμας το είχαμε βρει παρέα. Και κάπως έτσι ήρθαν και πιο κοντά με την τεχνολογία. Π.χ. κάναμε το Cinemascope με τα ασύρματα ακουστικά, μια παράσταση που έγινε έξω στον δρόμο. Οι blitz έπαιρναν ολόκληρη την επιχορήγηση από το υπουργείο, δεν ζητήσαμε ποτέ να τη μοιραστούν με τον χώρο, όπως έκαναν άλλα θέατρα, έτσι κατάφεραν να συντηρηθούν τα πρώτα χρόνια. Και κάποια χρονιά, που δεν είχαν προλάβει να φτιάξουν παράσταση για να πάρουν επιχορήγηση, τους είπα «παιδιά, δεν χρειάζεται να κάνουμε παράσταση. Ας πάμε ακριβώς από πίσω που είναι ενός φίλου μου εικαστικού το σπίτι, να μένουμε εκεί κανονικά κάθε μέρα για ένα μήνα και να κάνουμε τη ζωή μας παράσταση. Και κάποια ώρα της ημέρας να ανοίγουν οι πόρτες, να μπαίνει κόσμος και να έχουμε κάποιες δραστηριότητες». Έτσι έγινε το House.

— Πόσο σημαντικό ήταν το ότι στο Bios μπορούσε κανείς να αποτύχει; Ότι νέοι σκηνοθέτες, μουσικοί και καλλιτέχνες είχαν την ελευθερία να δοκιμάσουν χωρίς το άγχος της εμπορικής επιτυχίας;
Δεν ισχύει αυτό, γιατί πάντα η επιτυχία ήταν ο σκοπός. Είχαμε την περίεργη αίσθηση ότι δεν είναι δουλειά, δεν είναι επιχείρηση, άρα δεν λέγαμε «α, θα βγάλει τα έξοδά του», προβληματιζόμασταν όμως για το πώς θα πληρώσουμε στο τέλος του μήνα το ενοίκιο. Τα πρώτα χρόνια ήταν αδύνατο να το πληρώσουμε από τα έσοδα του Bios, αλλά είχαμε την ψευδαίσθηση ότι τα λεφτά θα έρχονταν από τα γραφιστικά, γιατί πριν από το Bios από τα γραφιστικά βγάζαμε αρκετά χρήματα. Είχαμε την ψευδαίσθηση ότι μπορούσε να συμβεί, η οποία κατέρρευσε στην πορεία εντελώς. Κι ακριβώς επειδή κάναμε τα γραφιστικά του Bios, προσπαθούσαμε να στήσουμε και τα πράγματα που συνέβαιναν εκεί μέσα. Στο πέρασμα του χρόνου, το γραφείο που είχαμε σταμάτησε να έχει δουλειές.

— Πώς επέλεγες να φέρεις στην Αθήνα όλα αυτά τα ονόματα; Ήταν το προσωπικό σου γούστο;
Το προσωπικό κριτήριο έπαιζε ρόλο σίγουρα. Σίγουρα μου άρεσε αυτό που θα ερχόταν, υπήρχε όμως και μια λογική. Δηλαδή, υπήρχε μια περίοδος που κάναμε πιο μελωδικά, αλλά πειραματικά, με λάπτοπ, μουσικά events, σαν αυτά με την Colleen και τον Murcof. Μετά είχα πάθει εμμονή με πιο folk πράγματα, γιατί υπήρξε μια νεο-folk τάση στη μουσική που την προωθούσε κυρίως το «Wire», το περιοδικό. Συνήθως, υπήρχε μια κάπως σιωπηρή απόφαση για το πώς θα είναι το μουσικό περιεχόμενο. Αν δεις, δηλαδή, τη μουσική μιας χρονιάς στο Bios, μπορεί να ήταν αρκετά διαφορετικά πράγματα, είχαν όμως μια συγγένεια. Έφερνα και πράγματα που μπορεί να μην άκουγα ακριβώς, αλλά είχαν ένα ειδικό ενδιαφέρον ή στη σκηνή ήταν συναρπαστικά, όπως έγινε αργότερα με το dubstep. Αποφάσισα πως ό,τι καινούργιο υπήρχε σε σχέση με αυτήν τη σκηνή, το οποίο όμως να είναι μουσικό, όχι διασκεδαστικό μόνο, έπρεπε να περάσει απ’ το Bios.

Πολλά πράγματα πρώτα ήρθαν στο Bios και μετά πήγαν στην υπόλοιπη Ευρώπη. Εκείνη την εποχή, στο dubstep ήμασταν από τα δυο τρία μέρη τα οποία ο μάνατζερ θα έπαιρνε πρώτα για να δοκιμάσει κάτι καινούργιο. Ας πούμε, είχαμε κάνει τον Scientist. Ήρθε με το From Dub to Dubstep, με το οποίο μετά περιόδευσε σε όλη την Ευρώπη, αλλά η πρώτη φορά που έπαιξε ήταν στο Bios, ήταν η πανευρωπαϊκή πρώτη του. Έγιναν κι άλλα events στην ίδια λογική. Ας πούμε, την πρώτη τους συναυλία, την πρώτη χρονιά που ξεκίνησαν να παίζουν οι Moderat, την έκαναν στο Bios. Ήρθαν πάρα πολλοί, οι King Midas Sound, Tέρι Ράιλι, Τζούλι Κρουζ… Νομίζω ότι αριθμητικά ήταν πολύ μεγάλος ο αριθμός των events, κάναμε πάνω από 300 συναυλίες τον χρόνο. Από το Bios έχει περάσει όλη η ελληνική σκηνή. Εδώ έχουν γεννηθεί επίσης πολλά πράγματα.

— Πες μου ένα booking που απορείς ακόμα πώς κατάφερες να το κάνεις.
Ο Terry Riley, που ήταν πολύ περίεργο που έπαιξε στο Bios, κανονικά θα έπαιζε στο Μέγαρο Μουσικής. Μια συνήθης αντίδραση πολλών καλλιτεχνών (Moderat, Tέρι Ράιλι, Flying Lotus, Autechre, The Bug, Σεμπαστιάν Τελιέ) με το που έμπαιναν στον χώρο ήταν ότι τους φαινόταν τρομακτικά μικρός. Επρόκειτο για καλλιτέχνες οι οποίοι σε όλον τον υπόλοιπο κόσμο έπαιζαν σε γήπεδα, κι εδώ έβλεπαν μια αίθουσα που ήταν ένα δωμάτιο – κυριολεκτικά. Θυμάμαι, είχαμε φέρει ένα grand piano για τον Tέρι Ράιλι και ήταν τόσο μεγάλο που σχεδόν δεν χώραγε στην αίθουσα. Είχαμε φέρει επίσης περσικά χαλιά που στρώσαμε γύρω γύρω, τα οποία είχαμε βρει από διάφορους αντικέρηδες στην Αθήνα και μας τα είχαν δανείσει, για να κάτσει ο κόσμος κάτω ή για να κάνουμε ένα σκηνικό, γιατί θεωρούσαμε ότι κάπως έτσι έπρεπε να ακουστεί η μουσική του. Κι έρχονταν στην Αθήνα πράγματα τη στιγμή που συνέβαιναν, προτού γίνουν μεγάλα. Θυμάμαι, κλείσαμε τον Σεμπαστιάν Tελιέ και τον επόμενο μήνα άρχισε να παίζεται παντού το «Ritournelle» σε όλα τα ραδιόφωνα. Ήταν σημαντικό για μένα αυτό.

— Παρότι εναλλακτικό, το Bios έγινε γρήγορα ένας χώρος που τα μέσα κάλυπταν σε μεγάλο βαθμό τις εκδηλώσεις του.
Το Bios τα μέσα το έπαιζαν για τον ίδιο λόγο που παίζουν και άλλα πράγματα σήμερα, επειδή προερχόμασταν απ’ τον κόσμο της επικοινωνίας. Ήμασταν οι πρώτοι που κάναμε κανονική τακτική επικοινωνία, είχαμε συγκεκριμένο άνθρωπο γι’ αυτήν τη δουλειά, ό,τι κάναμε είχε μια ταυτότητα. Απλώς μετά αυτό γύρισε μπούμερανγκ, και όταν ξεκινήσαμε να κάνουμε πολλά πράγματα, ξαφνικά κουράσαμε τα μέσα. Από την άλλη, ήταν ο πρώτος χώρος που είχε συστηματικά ένα κανάλι επικοινωνίας, μια βάση δεδομένων με όλους τους δημοσιογράφους, που τους είχαμε γνωρίσει όλους προσωπικά. Επίσης υπήρχαν δημοσιογράφοι, γιατί σήμερα δεν υπάρχουν ακριβώς δημοσιογράφοι. Δηλαδή άτομα που έγραφαν για μουσική, γιατί ασχολούνταν με τη μουσική. Συνήθως, κάθε μέσο είχε ειδικό συντάκτη για τη μουσική κι όχι κάποιο παιδί γενικά, στην τύχη. Οπότε, αυτό ήταν αρκετά σημαντικό νομίζω. Και επίσης, βέβαια, θυμάμαι άπειρες συναυλίες αποτυχημένες και δυσάρεστες. Θυμάμαι τον Moodymann με 30 άτομα στον χώρο, τον Τζεφ Μιλς να παίζει με 60 άτομα. Ήταν ένα ρίσκο, μια περίεργη εκκεντρικότητα, γιατί παρόλο που αυτά τα πράγματα δεν ήταν δημοφιλή στην Αθήνα, παρέμεναν ακριβά. Γι’ αυτό λέω ότι ήταν ένα ακριβό σπορ πάντα, γι’ αυτό και σήμερα συμβαίνει υπό όρους και συνθήκες αρκετά διαφορετικές. Θυμάμαι επίσης πόσο μας κοροϊδεύανε από τον πρώτο χρόνο για τον υπότιτλο του Bios, που ήταν «εξερευνώντας τον αστικό πολιτισμό», γιατί φάνταζε σε όλους πάρα πολύ περίεργος. Εμείς προσπαθούσαμε να καταλάβουμε τι γίνεται στην πόλη· πώς το διατυπώνουμε αυτό στα ελληνικά; Γιατί δεν τους ενοχλούσε ποτέ στα αγγλικά. Εμείς προσπαθούσαμε συστηματικά να το πούμε όπως το καταλαβαίναμε, σε μια γλώσσα που να μπορεί να γίνει κατανοητό, να μην είναι απλώς ένα tagline, και να δίνει και κάποια στοιχεία lifestyle. Στις πιο πολλές αφίσες του Bios όλα τα στοιχεία ήταν στα ελληνικά, δεν χρησιμοποιούσαμε ξένες λέξεις, τις αποφεύγαμε, εκτός από το όνομα του εκάστοτε συγκροτήματος. Ακόμα και οι ημέρες ήταν στα ελληνικά, π.χ. Παρασκευή, όχι Friday.

 — Η οικονομική κρίση άλλαξε βίαια την Αθήνα. Τι άλλαξε στο Bios;

Είναι περίεργο, αλλά το Bios η οικονομική κρίση δεν το επηρέασε αρνητικά, μάλλον θετικά κάποιες στιγμές. Ήταν η πρώτη περίοδος που άρχισε να μην έχει παθητικό, να μη χάνει λεφτά δηλαδή, που δεν έπρεπε να βρω λεφτά από άλλη δουλειά που έκανα παράλληλα για να συνεχίσει να υπάρχει. Έχω προσπαθήσει πολλές φορές να εξηγήσω γιατί έγινε αυτό. Νομίζω επειδή ήταν γενικά στο peak του ως ένα μέρος στην Αθήνα όπου ο κόσμος ήθελε να πηγαίνει, δεν είχε ακριβά προϊόντα, όπως αντίστοιχα μέρη στο Κολωνάκι ή στην Κηφισιά. Έπεσε η αγοραστική δυνατότητα της μεσαίας τάξης, αλλά το Bios είχε και ένα προφίλ, δεν είχε είσοδο, ούτε τραπέζι να πληρώσεις. Άρα νομίζω ότι ωφελήθηκε εκείνη τη στιγμή, παρ’ όλη την κρίση, κι αυτό είναι μια αντίφαση. Και κάπου στα δέκα χρόνια του Bios γεννήθηκε και το Romantso. Αν θυμάσαι, στην αρχή του Bios μάς απασχολούσαν πολύ τα νέα μέσα και η τεχνολογία. Στη δεύτερη φάση επικεντρώθηκαμε περισσότερο στο ανθρώπινο σώμα, στην έκφραση, στο θέατρο και στην περφόρμανς. Ύστερα, όμως, ήρθε η κρίση. Ξαφνικά υπήρχε μια ολόκληρη γενιά δημιουργικών ανθρώπων (γραφίστες, designers, καλλιτέχνες) που έμεναν χωρίς δουλειά. Υπήρχε μια γενικευμένη παρακμή γύρω μας. Τότε βρήκαμε το Romantso, ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο, σε έναν βρόμικο, ξεχασμένο δρόμο. Μου φάνηκε ότι είχε κλείσει ένας κύκλος και πως οι ανάγκες είχαν αλλάξει. Έπρεπε να δημιουργηθεί ένας νέος χώρος που να ανταποκρίνεται σε αυτήν τη νέα πραγματικότητα, να δώσει ξανά στέγη σε αυτούς τους δημιουργικούς ανθρώπους.

— Πες μου για το silent disco και τις άλλες ιδιαιτερότητες του Bios.
Πέρασα μια φάση που επειδή υπήρχαν διάφορα ζητήματα επιβίωσης, σε διάφορα επίπεδα, προσπαθούσα να βρω και καλά novelty, δηλαδή διάφορα πράγματα τα οποία να φαντάζουν καινούργια. Δεν θα έφερνα όμως έναν καλλιτέχνη, θα επρόκειτο για μια δομή ή υποδομή που να μπορούμε να τη χρησιμοποιήσουμε σε διάφορα πράγματα. Και το είχαμε κάνει σε διάφορα επίπεδα, από τα ακουστικά, τα silent disco, που είχαμε φέρει από ένα εργοστάσιο στην Κίνα –κάτι που ήταν πολύ δύσκολο τότε–, μέχρι την υποδομή για τα παποτά, τα οποία ήταν στο μπαρ και τα είχαμε κατοχυρώσει κιόλας, δεν μπορούσε να το κάνει κάποιος αλλού, ήταν μια ιδιαιτερότητα του Bios.

— Από όλες αυτές τις ομάδες και τους ανθρώπους που έφερες κοντά μέσα από το Bios, τι πιστεύεις ότι έχει μείνει σήμερα;
Είναι κάτι που έχω σκεφτεί πολλές φορές και έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Υπάρχουν άνθρωποι που πήραν πράγματα από όσα έκανε το Bios και τα συνέχισαν με τον δικό τους τρόπο. Για παράδειγμα, υπάρχει ένας πολύ συμπαθής νέος διοργανωτής που άρχισε να κάνει συναυλίες στην Αγγλικανική Εκκλησία. Αν δεις το πρόγραμμα, είναι σχεδόν αποκλειστικά καλλιτέχνες από την πειραματική περίοδο του Bios – Κρίστιαν Φένεζ, Κάρστεν Νικολάι και άλλοι. Είναι σαν να συνεχίζεται εκείνο το κεφάλαιο, μια άμεση συνομιλία με όσα κάναμε τότε. Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμη πιο ουσιαστικό. Πολλοί άνθρωποι που ξεκίνησαν από το Bios βρίσκονται σήμερα σε θέσεις όπου διαμορφώνουν τον πολιτισμό της πόλης. Εργάζονται σε μεγάλα ιδρύματα, οργανισμούς και πολιτιστικούς φορείς είτε ως παραγωγοί είτε ως επιμελητές. Και δεν είναι μόνο οι άνθρωποι. Συχνά βλέπεις ακόμη και τις θεματικές, τις κατηγορίες εκδηλώσεων ή ακόμη και τους τίτλους δράσεων να έχουν τις ρίζες τους σε πράγματα που πρωτοδοκιμάστηκαν στο Bios. Υπάρχουν επίσης καλλιτέχνες που διαμόρφωσαν εκεί την πορεία τους. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Αργυρώ Χιώτη. Θυμάμαι την πρώτη φορά που ήρθε στην Αθήνα για να παρουσιάσει μια παράσταση. Τότε βρισκόμασταν σε μια περίοδο έντονου πειραματισμού στο θέατρο και της πρότεινα να την κάνει στην πίσω ταράτσα του Bios αντί σε μια συμβατική σκηνή. Είχε τα αντανακλαστικά να πει αμέσως «ναι» και τελικά αυτή η εμπειρία ήταν καθοριστική. Σήμερα είναι η καλλιτεχνική διευθύντρια του Εθνικού Θεάτρου.

Το ίδιο συνέβη και με άλλους δημιουργούς. Θυμάμαι τον Άρη Μπινιάρη, που τότε τον απασχολούσε ένα θέατρο με πολύ έντονη αναφορά στην αρχαία τραγωδία. Μέσα από τις συζητήσεις μας δημιουργήθηκε η πρώτη του παράσταση σε μια μορφή που αργότερα εξελίχθηκε στη χαρακτηριστική του αισθητική, αυτήν τη μείξη θεάτρου και ροκ συναυλίας με έντονο το οπτικό στοιχείο. Αυτό ήταν πάντα το πιο ενδιαφέρον στο Βios. Οι άνθρωποι έρχονταν με μια ιδέα, αλλά μέσα από τη συζήτηση, την ανταλλαγή και τη συνύπαρξη αυτή η ιδέα μεταλλασσόταν. Στο τέλος, φεύγοντας, δεν είχαν υλοποιήσει ακριβώς αυτό που είχαν φέρει, αλλά κάτι καινούργιο, που είχε γεννηθεί μέσα από τη συνάντηση.

O κύριος Bios και το Bios EffectFacebook Twitter Σκηνή από την παράσταση Κάζιμιρ και Καρολίνα του Γιάννης Χουβαρδά. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIF

— Πώς έχει αλλάξει η Αθήνα μέσα σε αυτά τα είκοσι χρόνια, πολιτιστικά και κοινωνικά;
Η πόλη είναι τελείως διαφορετική, γιατί διαφορετικός είναι και ο κόσμος που τη ζει. Όταν ξεκινήσαμε, η Αθήνα κουβαλούσε ακόμη χαρακτηριστικά μιας προηγούμενης εποχής. Δεν υπήρχε η διαρκής συνδεσιμότητα που υπάρχει σήμερα και αυτό επηρέαζε τα πάντα. Τότε η μουσική ήταν βασικό στοιχείο της ταυτότητάς σου. Αν έβλεπες κάποιον ντυμένο γκοθά, για παράδειγμα, πίστευες ότι καταλάβαινες πολλά γι’ αυτόν. Οι περισσότεροι νέοι προσπαθούσαν να ταυτιστούν με ένα μουσικό είδος και το κουβαλούσαν πάνω τους, στον τρόπο που ντύνονταν και ζούσαν. Σήμερα αυτό έχει αλλάξει. Η μουσική έπαψε να είναι τόσο καθοριστικό στοιχείο ταυτότητας. Το ίδιο συνέβη και με τη μόδα. Για ένα διάστημα, αυτήν τη θέση την πήρε το φαγητό – νομίζω μάλιστα ότι κι αυτός ο κύκλος έχει πλέον αρχίσει να ολοκληρώνεται.

— Την εποχή που το Bios ήταν στα καλύτερά του, η Αθήνα λειτουργούσε ως μια πόλη προς εξερεύνηση. Υπήρχαν μικρά μυστικά, περιοχές και χώροι που γνώριζαν λίγοι. Αυτό έχει αλλάξει.
Δεν συμφωνώ απόλυτα. Δεν πιστεύω ότι η Αθήνα έχει πάψει να κρύβει πράγματα. Το ακούω πολύ συχνά αυτό και νομίζω ότι σχετίζεται περισσότερο με τη δική μας ηλικία παρά με την ίδια την πόλη. Εμείς ζήσαμε τότε την πρώτη μας περιέργεια και τις πρώτες ανακαλύψεις. Σήμερα βλέπω νέους ανθρώπους που έχουν ακριβώς τον ίδιο ενθουσιασμό. Η περιέργεια υπάρχει ακόμη· απλώς αφορά άλλα πράγματα. Επιπλέον, σήμερα ζούμε σε έναν πολύ πιο συνδεδεμένο κόσμο. Αυτό αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο κυκλοφορεί η πληροφορία, αλλά δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν ακόμη πεδία ή κοινότητες που δεν γνωρίζουμε. Υπάρχουν, απλώς μετακινούνται συνεχώς. Και επειδή δεν είμαστε πια οι άνθρωποι που ήμασταν στα 20, δεν μπορούν να μας αγγίξουν με τον ίδιο τρόπο. Ίσως πρέπει να αφήσουμε τον ενθουσιασμό στους νεότερους, γιατί αυτοί ζουν τώρα την πρώτη τους ανακάλυψη.

Βέβαια υπάρχει και κάτι που έχει αλλάξει προς το αρνητικό. Η συνεχής καταγραφή των πάντων, η διαρκής έκθεση και η λογική του scrolling αφαιρούν ένα κομμάτι από το μυστήριο. Κάποτε ένα μέρος ή μια ιδέα μπορούσε να χτίσει έναν μύθο γύρω της. Σήμερα όλα καταναλώνονται πολύ γρήγορα. Ζούμε σε μια εποχή που όλα πρέπει να είναι σύντομα, γρήγορα, εύκολα. Πρόσφατα ήμουν στο γυμναστήριο με έναν άνθρωπο που σχεδιάζει καταστήματα και χώρους εστίασης. Ένας νεαρός επιχειρηματίας τον ρωτούσε συμβουλές για το δικό του μαγαζί. Αυτός του είπε κάτι που μου έκανε εντύπωση: «Όταν σχεδιάζω ένα κατάστημα, ξέρω ήδη ότι σε τρία χρόνια θα πρέπει να αλλάξει ή να κλείσει». Το είχε ενσωματώσει εξαρχής στη λογική του. Αυτή η αίσθηση της διαρκούς ανανέωσης, της γρήγορης κατανάλωσης και της μικρής διάρκειας είναι ίσως μία από τις μεγαλύτερες διαφορές σε σχέση με τη δική μας εποχή.

— Στην Αθήνα σήμερα η επιχειρηματικότητα έχει αυξηθεί σε σχέση με είκοσι χρόνια πριν;
Νομίζω πως ναι. Βέβαια, η επιχειρηματικότητα υπήρχε πάντα, απλώς παλιότερα τη συναντούσες περισσότερο σε πιο λαϊκούς κύκλους και λιγότερο στον εναλλακτικό χώρο. Σήμερα όλα τείνουν να γίνονται προϊόν. Και οι περισσότεροι χώροι λειτουργούν πρωτίστως ως επιχειρήσεις. Δεν το λέω απαραίτητα αρνητικά. Υπάρχει η αγωνία της επιβίωσης. Όποιος ανοίγει έναν χώρο θέλει προφανώς να μπορέσει να ζήσει από αυτόν. Εκεί που νομίζω ότι υπάρχει έλλειμμα είναι στην επένδυση πέρα από το οικονομικό. Σπανίζουν οι περιπτώσεις που κάποιος επενδύει πραγματικά σε μια ιδέα ή σε ένα όραμα. Υπάρχουν όμως εξαιρέσεις και είναι πολύ ενδιαφέρουσες. Για παράδειγμα, οι άνθρωποι του DOMa. Έχουν το περιοδικό για την αρχιτεκτονική, διοργανώνουν τα βραβεία αρχιτεκτονικής, κάνουν εκπαιδευτικά προγράμματα και summer schools σε διάφορα νησιά. Έχουν καταφέρει να επιβιώνουν από κάτι που ανταποκρίνεται στα δικά τους ενδιαφέροντα. Αυτό το βρίσκω εξαιρετικό. Από την άλλη, βλέπω και προσπάθειες που ξέρεις σχεδόν από την πρώτη στιγμή ότι δύσκολα θα επιβιώσουν, αλλά έχουν κάτι πολύ ουσιαστικό να πουν. Πρόσφατα πέρασα από την Κωνσταντινουπόλεως και είδα ένα μικρό κατάστημα με φυτά τοποθετημένα πάνω σε βράχους, χωρίς χώμα, σχεδόν σαν σκηνογραφία. Έμεινα να το κοιτάζω για ένα τέταρτο. Δεν καταλάβαινα ακριβώς τι ήταν, αλλά διέκρινα μια πολύ προσωπική αισθητική. Μου έδωσε την αίσθηση ότι κάποιος το έκανε από καθαρό πάθος. Ίσως να μη μακροημερεύσει, αλλά αυτό δεν μειώνει την αξία του. Το ίδιο σκέφτηκα και όταν άνοιξε πρόσφατα ένα νέο βιβλιοπωλείο στην Κυψέλη. Είναι από εκείνα τα εγχειρήματα που μοιάζουν να γεννιούνται από έναν ρομαντισμό, χωρίς καμία βεβαιότητα ότι θα καταφέρουν να ριζώσουν. Η Αθήνα, άλλωστε, είναι μια δύσκολη και αφιλόξενη πόλη. Δεν θα σε χαϊδέψει ποτέ. Θα σε χαστουκίσει – μπορεί από αγάπη, αλλά θα σε χαστουκίσει. Γι’ αυτό για μένα η διάρκεια είναι πάντα μια μεγάλη αγωνία. Πάντα ήθελα ό,τι κάνω να έχει διάρκεια.

— Υπάρχουν ακόμη πρωτοπορία και υποκουλτούρες στην Αθήνα ή έχουν χαθεί;
Υπάρχουν, αλλά δεν είναι πια τόσο εμφανείς, ούτε τόσο οργανωμένες όσο παλιά. Δεν μπορείς να δείξεις κάποιον στον δρόμο και να πεις «αυτός είναι punk», «αυτός είναι techno», όπως γινόταν κάποτε. Αν όμως ξέρεις να τις διαβάσεις, υπάρχουν ακόμη. Εγώ τις βλέπω. Απλώς δεν λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο. Ίσως να είναι και λιγότερες, ίσως πιο συμπαγείς. Σίγουρα δεν υπάρχει η ίδια ποικιλία που υπήρχε τότε. Αλλά δεν πιστεύω ότι έχουν εξαφανιστεί. Ίσως να έχει αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο εκφράζονται κι εμείς να μην είμαστε πλέον οι κατάλληλοι άνθρωποι για να τις αναγνωρίσουμε αμέσως.

— Υπήρξαν στιγμές που σκέφτηκες να τα παρατήσεις;
Σχεδόν κάθε χρόνο. Έχω σκεφτεί πάρα πολλές φορές να κλείσω το Bios, αλλά κάθε φορά αισθανόμουν ότι θα ήταν σαν ένας θάνατος. Προτιμώ να περάσει σε μια άλλη φάση, να γεράσει φυσικά, παρά να το τελειώσω απότομα. Αυτή την περίοδο ακόμη προσπαθώ να δημιουργήσω κάτι καινούργιο, το Plex, και δυσκολεύομαι πολύ. Πολλές φορές αναρωτιέμαι αν κάνω λάθος, αν δεν έπρεπε να ξαναμπλέξω με όλο αυτό. Σε κάθε χώρο που έχω δημιουργήσει χρειάστηκε σχεδόν μια δεκαετία μέχρι να καταλάβω πραγματικά τι συμβαίνει. Και αυτό με προβληματίζει πλέον και βιολογικά αλλά και πρακτικά. Υπάρχει και μια παρανόηση. Πολύς κόσμος πιστεύει ότι όλα αυτά ήταν οικονομικά πετυχημένα. Δεν ήταν ποτέ. Τα τελευταία χρόνια ζω από μια εντελώς διαφορετική δραστηριότητα που απευθύνεται κυρίως στο εξωτερικό. Αυτή ουσιαστικά χρηματοδοτεί την ύπαρξη των χώρων. Σήμερα μπορεί να έχω τέσσερις χώρους στην Αθήνα, αλλά δεν ζω από αυτούς. Οπότε ναι, υπάρχουν στιγμές που σκέφτομαι πολύ σοβαρά μήπως πρέπει να τα σταματήσω όλα. Από την άλλη, έχω ακόμη εκείνο το αντανακλαστικό. Αν ερχόταν σήμερα κάποιος και μου έλεγε «θέλω να ανοίξω έναν χώρο όπως το Bios», η πρώτη μου αντίδραση θα ήταν να του πω «κάν’ το». Το λέω ακόμη, παρότι ξέρω πόσο δύσκολο είναι. Αυτό που έχει αλλάξει είναι οι άνθρωποι που έρχονται να ζητήσουν συμβουλές. Παλιά ήταν κυρίως 25άρηδες. Σήμερα είναι συνήθως άνθρωποι γύρω στα 35. Ίσως οι νεότεροι να μην πιστεύουν πια τόσο πολύ σε κάτι σταθερό, σε έναν φυσικό χώρο με διάρκεια. Ίσως να αναζητούν κάτι διαφορετικό.

Πηγή: lifo.gr/culture

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2026 20:56
Ράνια Ροκιά

Τελευταία άρθρα από τον/την Ράνια Ροκιά

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση