Μιλώ για τις ξυπόλυτες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμουςΤους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα κατώφλια 10Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματαΓια τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκεςΓια τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ των μελλοθανάτων.
Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδεςΠ’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του15Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσανΚι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκανΚι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτιαΚι οι σύντροφοι τους φτύνανε και τους σταυρώνανΚι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει20Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει
Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.
Το 1974 το μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης εδώ , που έδωσε έναν επικό τόνο ασύμβατο κατά τη γνώμη μας μ'αυτό το ποίημα του Μανώλη Αναγνωστάκη (Θεσ/νίκη, 1925 - Αθήνα, 2005).
Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών