Για δώδεκα σχεδόν μήνες οι λογγάρες έμεναν εκεί, στις φωλιές τους, παρατημένες, κοιμισμένες, παραδομένες στο άγγιγμα του ανέμου και της ομίχλης, στο σούρσιμο της βλάστησης, στο αλαφροπάτημα των εντόμων και την ανάσα των αγρίων κοπαδιών του λόγγου. Πέρναγε κάθε εποχή κι άφηνε απάνω στις πλάκες το αποτύπωμά της, πινελιές αφάνταστες για χέρι θνητό: ο χειμώνας έφτιαχνε χαραματιές με πάχνη και νιφάδες , μαζί με στάχτη πλανεμένη, χώμα παγερό και το στοιχειωμένο φως της φλεβαριάτικης σελήνης· η άνοιξη ζωγράφιζε πάνω στο ξύλο με μυρωδάτα άνθη και το κελάηδισμα από νεογέννητα πουλιά, με ίχνη από αγουροξυπνημένα ερπετά και τις βροχές του Μάρτη· ύστερα άπλωνε μπογιές το καλοκαίρι – χρυσοποίκιλτο μέλι και ηλιοκαμένο στάρι, πνιγερό λίβα και χαλάζι προκομμένο μαζί με τη λαχτάρα του μεσημεριά· και σαν έφτανε το φθινόπωρο πασάλειβε τις λογγάρες με μανιτάρια και φύλλα μαραμένα, με σήψη και βροχή ατέλειωτη· σαν ξαναρχόταν, τέλος, ο χειμώνας τον Δεκέμβρη, άπλωνε στρώμα από λειχήνες και κρυστάλλωνε με τον πάγο του το έργο της χρονιάς.
Δέκα μέρες πριν τα Χριστούγεννα οι δασόβιοι Θεσσαλοί πήγαιναν στο δάσος αναζητώντας ο καθένας τη λογγάρα στη φωλιά που την είχε αποθέσει. Τις έπαιρναν ευλαβικά και γύριζαν σαν λιτανεία μυστική στο χωριό, στα σπίτια τους. Εκεί τις ακουμπούσαν στο εικονοστάσι, πλάι στην εστία που πάντα τέτοια εποχή μπουμπούνιζε με τρανά κούτσουρα.
Για τα επόμενα δέκα βράδια, τις μακρύτερες νύχτες του έτους, οι άνθρωποι κάθονταν και ατένιζαν τις λογγάρες, τα εικονίσματά τους· εξέταζαν τις μορφές των αγίων που το δάσος είχε καλλιτεχνήσει επάνω στο ξύλο, τους αγίους του τόπου, τους δικούς τους θεούς. Κι όταν τους έπαιρνε ο ύπνος με τον νου ξέχειλο από τη μορφή της λογγάρας, ονειρεύονταν τη νέα χρονιά, το μέλλον, κάποιες από τις δυστυχίες και τις χαρές που τους περίμεναν, καθώς και καινούριες ιστορίες, θρύλους και παραμύθια που δεν είχαν ξανακουστεί σ’ ολόκληρο τον κόσμο.
Αλίμονο, όμως, σε όσους είχαν ξεχάσει τη φωλιά της λογγάρας τους, το μέρος που την είχαν καταχώσει, και γυρνούσαν πίσω με άδεια χέρια. Λέγαν πως δε θα έβγαζαν την επόμενη χρονιά, πως θα γίνονταν μια πινελιά στις επόμενες εικόνες των γνωστών τους.

Μια παράδοση των Χριστουγέννων που κράταγε ως πριν έναν αιώνα στους πιο δασωμένους οικισμούς της Θεσσαλίας είναι το ξέθαμα των λογγάρων. Οι λογγάρες (ή λογγάρια, όπως τα έλεγαν στο Πήλιο) ήταν χοντρές ξύλινες πλάκες (συνήθως από πουρνάρι, οξιά ή ίταμο φυτρωμένο πάνω σε τάφο) σε σχήμα και μέγεθος θρησκευτικής εικόνας. Με το που έμπαινε ο νέος χρόνος, όλοι οι χωριανοί, από τα μικρότερα παιδιά που μετά βίας μπορούσαν να μιλήσουν μέχρι τους πιο κυρτωμένους γέροντες που άκουγαν νυχθημερόν το κάλεσμα του χάρου, έπαιρναν μια απ’ αυτές (οι ενήλικες έκοβαν κι ετοίμαζαν αυτές που αναλογούσαν στα παιδιά και στους ανήμπορους) και την άφηναν κάπου στο δάσος, σε σημείο που να θυμούνται – σε μια κουφάλα δέντρου, στη διχάλα ενός γερού κλαδιού ή καταμεσής κάποιας παρατημένης φωλιάς αποδημητικού πουλιού, ανάμεσα σε δυο γερά κοτρόνια ή στον πυθμένα μιας ξεπαγιασμένης γούρνας, απομεινάρι από το πέρασμα κάποιου γιγάντιου θεριού.