Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2026 09:41
Αναρωτιόμαστε αν το από το κακό στο χειρότερο ισχύει καθημερινά για όλα και για όλους, ναι, κι εσείς; Όπως και αποφεύγοντας τον κόσμο άραγε γινόμαστε καλύτεροι σαν άνθρωποι;
Επιλέγων ή Συντάκτης Μανώλης ΡοσμαράκηςManos Lambrakis, από το fb.
Εδώ και αρκετό καιρό ξυπνάμε κάθε πρωί σε μια χώρα που μας αναγγέλλεται ως λίγο χειρότερη από εκείνη στην οποία κοιμηθήκαμε.
Εδώ και αρκετό καιρό ξυπνάμε κάθε πρωί σε μια χώρα που μας αναγγέλλεται ως λίγο χειρότερη από εκείνη στην οποία κοιμηθήκαμε.Μια δολοφονία, μια γυναικοκτονία, ένα τροχαίο, μια φωτιά, ένα σκάνδαλο, μια σύλληψη, μια καινούργια αποκάλυψη, κι έπειτα οι λεπτομέρειες της προηγούμενης αποκάλυψης, οι καταθέσεις, οι κάμερες, οι συγγενείς, οι γείτονες, το παρελθόν των πρωταγωνιστών, ώσπου το γεγονός να εξαντληθεί και να παραδώσει τη θέση του στο επόμενο.
Όλα αυτά είναι πραγματικά και ακριβώς γι’ αυτό πρέπει να μας απασχολούν.
Εκείνο όμως που δεν είναι καθόλου βέβαιο είναι ότι το άθροισμά τους συνιστά την πραγματικότητα μιας ολόκληρης χώρας ή ότι ένας άνθρωπος μπορεί να εκτίθεται καθημερινά σε αυτή τη συμπύκνωση του κακού χωρίς κάποτε να αρχίσει να συγχέει την ενημέρωση για τον κόσμο με τον ίδιο τον κόσμο.
Κάπως έτσι το έγκλημα παύει να είναι ένα έγκλημα και γίνεται απόδειξη ότι «έχουμε διαλυθεί», το σκάνδαλο δεν αφορά πλέον συγκεκριμένα πρόσωπα και συγκεκριμένες ευθύνες αλλά επιβεβαιώνει ότι «όλοι είναι ίδιοι», η βία δεν εξετάζεται στις πραγματικές κοινωνικές της διαστάσεις αλλά μετατρέπεται σε γενική περιγραφή μιας κοινωνίας που υποτίθεται ότι έχει χάσει κάθε μέτρο.
Δεν χρειάζεται κανείς να αρνηθεί ούτε μία από τις παθογένειες της σημερινής Ελλάδας για να αναρωτηθεί τι προκαλεί αυτή η αδιάκοπη συσσώρευση, όταν κάθε πρωί προστίθεται ακόμη ένα τεκμήριο στην ήδη σχηματισμένη πεποίθηση ότι τίποτε δεν λειτουργεί, κανένας δεν είναι ασφαλής, κανένας δεν είναι έντιμος και τίποτε δεν πρόκειται να γίνει καλύτερο.
Το πολιτικό πρόβλημα αρχίζει ακριβώς εκεί, επειδή αυτός ο άνθρωπος, ύστερα από μήνες ή χρόνια μέσα σε μια τέτοια ατμόσφαιρα, θα κληθεί κάποια Κυριακή να ψηφίσει.
Και θα ήταν αφελές να πιστεύουμε ότι θα αφήσει έξω από το παραβάν όλο αυτό το συσσωρευμένο συναίσθημα και θα συγκρίνει ψύχραιμα προγράμματα, φορολογικούς συντελεστές και προτάσεις διακυβέρνησης.
Στην κάλπη μπαίνει ολόκληρος ο άνθρωπος, μαζί με όσα φοβάται, όσα έχει χάσει, όσα δεν εμπιστεύεται πια και όσα επί χρόνια έχει μάθει να περιμένει από τον δημόσιο βίο.
Όταν λοιπόν μια κοινωνία συνηθίσει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως κοινωνία σε παρακμή, η ψήφος μπορεί πολύ εύκολα να πάψει να είναι επιλογή μέλλοντος και να γίνει πράξη τιμωρίας, μια επιθυμία να γκρεμιστεί κάτι, οτιδήποτε, μόνο και μόνο επειδή ό,τι στέκεται ακόμη όρθιο θεωρείται ύποπτο ως μέρος του ίδιου αποτυχημένου κόσμου.
Αυτό είναι τελικά σημαντικότερο από οποιαδήποτε δημοσκόπηση. Όχι ποιος προηγείται σήμερα κατά δύο μονάδες, αλλά τι είδους πολίτης διαμορφώνεται μέσα σε ένα περιβάλλον μόνιμης καταστροφολογικής εγρήγορσης και τι θα ζητήσει αυτός ο πολίτης από την πολιτική όταν φτάσει η ώρα της επιλογής.
Η δημοκρατία χρειάζεται ασφαλώς κριτική, αποκάλυψη, έλεγχο της εξουσίας και πλήρη δημοσιοποίηση του εγκλήματος και της αδικίας.
Χρειάζεται όμως και κάτι που σπανίως συζητούμε: έναν στοιχειώδη ορίζοντα προσδοκίας, την πεποίθηση δηλαδή ότι η συλλογική ζωή μπορεί ακόμη να παραγάγει κάτι περισσότερο από το επόμενο σκάνδαλο.
Όταν αυτός ο ορίζοντας εξαφανιστεί, το κενό δεν μένει κενό.
Το καταλαμβάνουν ο κυνισμός, η αποχή, η εκδίκηση και εκείνοι που γνωρίζουν πολύ καλά να μετατρέπουν την απελπισία σε πολιτική δύναμη.
Κι ενώ έχουμε εγκλωβιστεί σε αυτή την παράξενη καθημερινή τελετουργία της παρακμής, γύρω μας εξακολουθεί να βρίσκεται μια άλλη Ελλάδα, τόσο αυτονόητη ώστε έχουμε σχεδόν πάψει να τη βλέπουμε. Φανερώνεται όταν απομακρυνθείς λίγο από την οθόνη και βρεθείς μπροστά σ’ έναν βράχο που κρατά ακόμη τη ζέστη του απογευματινού ήλιου, όταν κοιτάξεις το ξερό κυκλαδίτικο χώμα, μια ελιά στραβωμένη από τον αέρα, ένα πεύκο που κατεβαίνει σχεδόν μέχρι το νερό ή εκείνη τη γραμμή όπου, λίγο πριν νυχτώσει, δεν ξεχωρίζεις πια αν το γαλάζιο ανήκει στη θάλασσα ή στον ουρανό.
Μπροστά σε ένα τέτοιο τοπίο γίνεται σχεδόν παράλογη η πεποίθηση ότι η πραγματικότητα εξαντλείται σε όσα πρόλαβαν σήμερα να χωρέσουν σε μια οθόνη.
Δεν πρόκειται για καταφυγή σε κάποια εύκολη φυσιολατρία και ασφαλώς ένα ωραίο ηλιοβασίλεμα δεν απαντά στη βία, στη φτώχεια ή στην αδικία. Θα ήταν σχεδόν προσβλητικό να το ισχυριστεί κανείς.
Το τοπίο κάνει κάτι πολύ σοβαρότερο:
αποκαθιστά το μέτρο του χρόνου.
Μας θυμίζει ότι η εποχή μας, την οποία βιώνουμε αναπόφευκτα ως το κέντρο της ιστορίας, είναι ένα απειροελάχιστο επεισόδιο μέσα σε μια διάρκεια που δεν άρχισε μαζί μας και δεν πρόκειται να τελειώσει όταν φύγουμε.
Αυτή η θάλασσα ήταν εδώ όταν άνθρωποι άλλων αιώνων πίστευαν, όπως κι εμείς, ότι οι δικές τους συμφορές ήταν το τέλος του κόσμου, και θα βρίσκεται εδώ όταν τα περισσότερα από τα ονόματα που σήμερα προφέρουμε με οργή ή θαυμασμό δεν θα σημαίνουν απολύτως τίποτε σε κανέναν.
Αυτό είναι πιθανότατα ένα από τα πράγματα που η εποχή μας δυσκολεύεται περισσότερο να αντέξει: την ιδέα ενός κόσμου που δεν μας έχει στο κέντρο του. Εμείς θα φύγουμε, μαζί με τις κυβερνήσεις μας, τις αντιπολιτεύσεις μας, τις δημοσκοπήσεις, τα σκάνδαλα, τις αναρτήσεις, τους τηλεοπτικούς καβγάδες και τις μικρές καθημερινές βεβαιότητες ότι αυτό που συμβαίνει τώρα είναι τόσο τεράστιο ώστε αποκλείεται να ξεχαστεί.
Θα ξεχαστεί…
Όπως ξεχάστηκαν αμέτρητοι θυμοί πριν από τον δικό μας και αμέτρητοι άνθρωποι που πίστεψαν ότι ο κόσμος θα σταματούσε στο δικό τους παρόν.
Κι εκείνος ο βράχος που κοιτάζουμε σήμερα θα παραμένει πιθανότατα στη θέση του, χτυπημένος από έναν άνεμο που δεν θα γνωρίζει τίποτε για εμάς, ενώ η θάλασσα θα εξακολουθεί να ανεβαίνει επάνω του και να υποχωρεί με την ίδια αδιαφορία με την οποία το έκανε αιώνες πριν γεννηθούμε.
Δεν υπάρχει σε αυτή τη διαπίστωση τίποτε μελαγχολικό. Αντιθέτως, κρύβει μια παράξενη ελευθερία, επειδή μας επιτρέπει να πολεμούμε ό,τι πρέπει να πολεμηθεί χωρίς να παραχωρούμε στο κακό το δικαίωμα να ορίζει ολόκληρη την πραγματικότητα και χωρίς να χαρίζουμε στο παρόν τη μεγαλομανία ότι είναι μεγαλύτερο από τη ζωή.
Μέσα σε όλον αυτόν τον θόρυβο αξίζει λοιπόν πότε πότε να κοιτάζουμε λίγο μακρύτερα, όχι για να ξεχάσουμε τη χώρα στην οποία ζούμε, αλλά για να θυμηθούμε ότι η χώρα δεν είναι μόνο όσα άσχημα λέγονται καθημερινά γι’ αυτήν, ούτε οι άνθρωποί της είναι μόνο οι δράστες, τα θύματα, οι ύποπτοι, οι καταγγέλλοντες και οι καταγγελλόμενοι που παρελαύνουν στις οθόνες.
Είναι και εκείνη η σιωπηλή έκταση που μας περιείχε πριν αποκτήσουμε όνομα και θα συνεχίσει να υπάρχει όταν το όνομά μας δεν θα το θυμάται πια κανείς.
Εμείς θα φύγουμε.
Ο βράχος θα μείνει.
Και η θάλασσα, ευτυχώς, δεν παρακολουθεί ειδήσεις…
ΚΑΙ
Υπάρχει ένας πολύ βολικός τρόπος να μη χάσεις ποτέ.Να αποφασίσεις ότι το παιχνίδι δεν άξιζε εξαρχής.
Να μην μπεις στον αγώνα και ύστερα να εξηγήσεις γιατί οι αγώνες είναι μάταιοι.
Να μη ζητήσεις μια θέση και να θεωρήσεις τις θέσεις ανάξιες.
Να μη δοκιμάσεις τις δυνάμεις σου απέναντι στην πραγματικότητα και να αποφανθείς ότι η πραγματικότητα χρησιμοποιεί λάθος μέτρα.
Να μη διακινδυνεύσεις την απόρριψη και να μετατρέψεις την απόσταση σε απόδειξη ελευθερίας.
Υπάρχει σε όλα αυτά μια παράξενη ασφάλεια.
Όποιος αρνείται εκ των προτέρων το δικαστήριο του κόσμου δεν πρόκειται ποτέ να καταδικαστεί από αυτό.
Μόνο που δεν θα μάθει και ποτέ τι θα είχε συμβεί αν παρουσιαζόταν ενώπιόν του.
Οι αγορές είναι συχνά χυδαίες, οι θεσμοί άδικοι, οι ιεραρχίες γεμάτες μετριότητες, οι επιτυχίες κάποτε τυχαίες και η κοινωνική αναγνώριση μπορεί να στεφανώσει ανθρώπους που δεν την αξίζουν και να αγνοήσει άλλους που την αξίζουν πολύ περισσότερο.
Αλλά από αυτή τη διαπίστωση μέχρι την απόφαση ότι επομένως δεν χρειάζεται να δοκιμαστούμε μεσολαβεί ένα τεράστιο άλμα.
Γιατί ο κόσμος δεν είναι μόνο το διεφθαρμένο σύστημα που μας αξιολογεί.
Είναι και ο άλλος άνθρωπος που περιμένει κάτι από εμάς.
Εκεί αρχίζουν τα δύσκολα.
Γιατί είναι σχετικά εύκολο να είσαι σπουδαίος μέσα στην επικράτεια των προθέσεών σου.
Εκεί γνωρίζεις πόσο καλός θα μπορούσες να είσαι, πόσα θα δημιουργούσες αν σου δινόταν η ευκαιρία, πόσο διαφορετικά θα έκανες τα πράγματα αν κάποιος σου εμπιστευόταν την ευθύνη.
Ο πραγματικός κόσμος είναι αγενέστερος.
Ζητά να εμφανιστείς συγκεκριμένη ώρα.
Να συνεργαστείς με ανθρώπους που δεν διάλεξες.
Να κάνεις κάποτε κάτι κατώτερο από τις δυνατότητές σου.
Να αποτύχεις δημόσια.
Να δεχθείς διόρθωση από κάποιον που μπορεί να θεωρείς λιγότερο ευφυή από εσένα.
Να τελειώσεις κάτι όταν έχει περάσει ο ενθουσιασμός της αρχής.
Να αντέξεις την ανία της επανάληψης.
Να ανακαλύψεις ότι το χάρισμα χωρίς διάρκεια είναι συχνά απλώς μια ωραία υπόσχεση.
Αυτός είναι και ο λόγος που δεν πιστεύω πολύ στις ταυτότητες που δεν έχουν ακόμη περάσει από την αντίσταση της ύλης.
Δεν αρκεί να λες ότι είσαι συγγραφέας.
Γράψε κάτι που να μπορεί να σταθεί όταν πάψεις να το υπερασπίζεσαι.
Δεν αρκεί να λες ότι αγαπάς τους ανθρώπους. Μείνε δίπλα τους όταν γίνουν κουραστικοί.
Δεν αρκεί να λες ότι δεν ενδιαφέρεσαι για τα χρήματα. Δες τι κάνεις όταν πρέπει να κερδίσεις τα δικά σου.
Δεν αρκεί να λες ότι είσαι ελεύθερος από την αναγνώριση. Δες τι συμβαίνει μέσα σου όταν δεν έρχεται.
Δεν αρκεί ακόμη και να πιστεύεις ότι είσαι ταπεινός. Η ταπείνωση δοκιμάζεται πολύ περισσότερο όταν χρειάζεται να δεχθείς μια μικρή θέση παρά όταν φαντάζεσαι ότι έχεις υπερβεί όλες τις θέσεις.
Έχουμε εξιδανικεύσει πολύ την άρνηση.
Μερικές φορές, βέβαια, το «όχι» είναι η υψηλότερη μορφή ελευθερίας. Χρειάζεται τεράστια δύναμη για να αρνηθείς μια καριέρα που σε αλλοιώνει, μια εξουσία που σε διαφθείρει, ένα περιβάλλον που απαιτεί να γίνεις μικρότερος για να χωρέσεις μέσα του.
Υπάρχει όμως και ένα άλλο «όχι», λιγότερο ηρωικό.
Εκείνο που προφέρεται πριν ακόμη μας ζητηθεί το «ναι».
Η άρνηση που προστατεύει μια άθικτη εικόνα του εαυτού μας από την πιθανότητα να αποδειχθεί συνηθισμένη.
Γιατί αυτό φοβόμαστε καμιά φορά περισσότερο από την αποτυχία:
το συνηθισμένο.
Να χρειαστεί να αρχίσουμε χαμηλά. Να μη μας αναγνωρίσουν αμέσως.
Να εργαστούμε χωρίς να εκφράζεται σε κάθε λεπτό της εργασίας η μοναδικότητά μας.
Να κάνουμε μια δουλειά που δεν αποτελεί την τελική περιγραφή του εαυτού μας.
Να δεχθούμε ότι ένα επάγγελμα δεν είναι ούτε φωτοστέφανο ούτε προσβολή.
Είναι, μεταξύ άλλων, ένας τρόπος να συμμετέχεις στην κοινή ζωή, να αναλαμβάνεις ένα μέρος του βάρους της και να μην απαιτείς από κάποιον άλλον να σηκώνει διαρκώς το δικό σου.
Και αυτό έχει μια αξιοπρέπεια που συχνά παραβλέπουμε επειδή δεν είναι θεαματική.
Ο άνθρωπος που σηκώνεται το πρωί και πηγαίνει εκεί όπου έχει δεσμευτεί να βρίσκεται δεν είναι κατ’ ανάγκην περισσότερο ελεύθερος, περισσότερο φωτισμένος ή περισσότερο ηθικός από εκείνον που δεν το κάνει.
Έχει όμως δεχθεί μια βασική συνθήκη της ενηλικίωσης: ότι δεν μπορεί ολόκληρος ο κόσμος να οργανωθεί γύρω από την εσωτερική του κατάσταση.
Κάποιες ημέρες δεν θα έχει έμπνευση.
Κάποιες δεν θα αισθάνεται πλήρης. Κάποιες θα αμφιβάλλει για το νόημα όλων αυτών.
Και παρ’ όλα αυτά κάποιος απέναντι θα περιμένει να ανοίξει η πόρτα.
Δεν είναι μικρό πράγμα να ανοίγεις την πόρτα.
Ίσως μάλιστα ένα από τα προβλήματα της εποχής μας είναι ότι μάθαμε να περιγράφουμε τόσο περίτεχνα τον εσωτερικό μας κόσμο, ώστε κάποτε ξεχάσαμε ότι υπάρχει και εξωτερικός.
Μάθαμε να ερμηνεύουμε τα τραύματά μας, τις επιθυμίες μας, τις αντιστάσεις μας, τις ιδιαίτερες αλήθειες μας.
Όλα αυτά έχουν σημασία.
Αλλά έξω από το δωμάτιο εξακολουθούν να υπάρχουν άνθρωποι, υποχρεώσεις, λογαριασμοί, σώματα που κουράζονται, τραπέζια που πρέπει να στρωθούν, γονείς που γερνούν, σύντροφοι που δεν μπορούν επ’ άπειρον να αποτελούν το υλικό υπόστρωμα της δικής μας αναζήτησης.
Η πραγματικότητα δεν είναι πάντοτε ευγενική όταν μας καλεί.
Μερικές φορές μας καλεί σε κάτι πολύ μικρότερο από εκείνο που πιστεύαμε ότι μας αναλογεί.
Αλλά υπάρχει μια παράξενη δυνατότητα μέσα σε αυτό το μικρό. Μπορεί να αποδειχθεί ότι η θέση από την οποία φοβόμασταν πως θα μικρύνουμε είναι ακριβώς εκείνη από την οποία αρχίζουμε επιτέλους να μεγαλώνουμε.
Όχι επειδή αποκτήσαμε κύρος.
Αλλά επειδή πάψαμε να χρειαζόμαστε έναν κόσμο απολύτως προσαρμοσμένο στην εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας.
Δεν είναι ήττα να μπεις στον κόσμο.
Ήττα είναι να χρειαστεί να τον κηρύξεις ανάξιο, μόνο και μόνο για να μη διακινδυνεύσεις να ανακαλύψεις ποιος είσαι μέσα του.
Κατηγορία
Άρθρα άλλων που μας άρεσαν
Τελευταία άρθρα από τον/την Μανώλης Ροσμαράκης
- Ποιος είναι ο "Έφηβος" που επέστρεψε στην Αθήνα μετά από 23 χρόνια;
- Ένα ταξίδι στις ζωές των ποταμών του κόσμου (της Άννας Λυδάκη)
- Yorgos Kyriakopoulos, από το fb: Όταν είσαι κρατικός αξιωματούχος σ'αυτή τη χώρα
- 12 Οκτωβρίου 1944: Αθήνα ελεύθερη ξανά! Μια ιστορική ανάγνωση του Δημήτρη Λούκα
- Κάποιες από τις πολιτικές επιλογές του Πέδρο Σάντσεθ που τις υλοποίησε τα τελευταία οχτώ χρόνια που υπήρξε πρωθυπουργός της Ισπανίας + ένα σταγονίσιο σχόλιο
