Ο αντίλογος είναι κι αυτός γενικής χρήσεως: για το παρόν και το μέλλον του τόπου δεν «τους καίγεται καρφί», χρησιμοποιούν την ανάγκη για δουλειά για να αναγκάσουν τον τοπικό πληθυσμό να πουλήσει τη γη του. «Πράσινη δόμηση, βιωσιμότητα… τσιμεντώνετε τα πάντα και κρατάτε απ’ τα τέτοια τις τοπικές αρχές», η πιο… κυνική σύνοψη.
Η διαμάχη εξελίσσεται, επί σειράν ετών, μέχρι σήμερα, στη μαγευτική Σαρδηνία, με τις υπέροχες παραλίες, αλλά πολύ εύκολα, χωρίς καμία προσπάθεια, μεταφέρεται και στην ελληνική πραγματικότητα, βρίσκοντας ακριβείς αναλογίες. Στο Σαρακήνικο της Μήλου, για παράδειγμα.
Ο υπερτουρισμός και η χωρίς όρια εκμετάλλευση δίνουν στην ιταλική ταινία «Ετσι είναι η ζωή» (θα αρχίσει να προβάλλεται αυτήν την εβδομάδα) μια απρόσμενη επικαιρότητα. Ισως γι’ αυτόν τον λόγο έκοψε και 1 εκατ. εισιτήρια στην Ιταλία. Μια δραμεντί, που αναμετριέται με το τίμημα της ανάπτυξης και βασίζεται σε πραγματική ιστορία. Στο τέλος μάς ενημερώνει, μάλιστα, στους τίτλους ότι «η ιδιοκτησία της γης όπου βρίσκεται το θέρετρο εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο διαμάχης».
Ενας φτωχός, ηλικιωμένος βοσκός έρχεται αντιμέτωπος με ισχυρά συμφέροντα, όταν γίνεται ο μόνος που αρνείται να πουλήσει τη γη του στους κατασκευαστές ακινήτων που σκοπεύουν να χτίσουν ένα πολυτελές resort στο μικροσκοπικό χωριό του στη νότια Σαρδηνία, όπου βρίσκεται μια παραλία σύμβολο του νησιού. Λευκή άμμος και τιρκουάζ νερά, ένας «κρυφός» παράδεισος, που ονομάζεται «Μπελεζαμάνα» (φανταστικό όνομα, σημαίνει στη διάλεκτο των Σάρδων «Μεγάλη ομορφιά»).
Ο δον Εφίζιο επί μια δεκαετία, από τα μέσα του ’90, απορρίπτει τη μια προσφορά μετά την άλλη για να πουλήσει την παραθαλάσσια αγροικία του· προσφορές που ξεκινούν από εκατοντάδες εκατομμύρια λιρέτες για να καταλήξουν σε εκατομμύρια ευρώ· έρχεται αντιμέτωπος με την τοπική κοινωνία που βλέπει την επένδυση ως ευκαιρία για δουλειές· αποφασίζει να προσφύγει στη δικαιοσύνη και από αποσυνάγωγος καταλήγει ήρωας, ως ο άνθρωπος «που δεν αγοράζεις με λεφτά».
Η ταινία αν και απλοϊκή, ηθογραφική, με τη διαρκή χρήση κλισέ διαλόγων και στερεοτύπων, προσφέρει χιούμορ και συγκίνηση χάρη κυρίως στην αυθεντικότητα του κεντρικού προσώπου, ενός ερασιτέχνη, πραγματικού βοσκού, που είναι ο πρωταγωνιστής. Αλλά και χάρη στο θέμα της. Προβάλλει έναν λησμονημένο κώδικα ηθικής και αξιοπρέπειας, που δεν έχει τίποτα διχαστικό ή επίκτητο, συγγενές με λαϊκιστικό πολιτικό πολτό. Είναι η βαθιά και ανθεκτική, κάτω από όλες τις συνθήκες, ρίζα, που συνδέει μια όλο και μικρότερη κατηγορία ανθρώπων με τα πατρογονικά εδάφη. Ο σεβασμός και η πληρότητα που δίνει η συνέχεια μιας κληρονομιάς η οποία διατηρείται αναλλοίωτη στο πέρασμα του χρόνου. Πάππου προς πάππου, μέχρι που ο χρόνος διαλύεται σε ένα παρελθόν μη μετρήσιμο. Η ταυτότητα έχει σφυρηλατηθεί χωρίς να παρεμβαίνει το χρήμα. Με όσα χρειάζονται για μια καθημερινότητα στην οποία η φύση και η γη, τα κοπάδια, προσφέρουν ό,τι είναι απαραίτητο για μια ζωή αυτάρκη. Τι να αγοράσει με τα εκατομμύρια; Ο,τι πιστεύει και επιθυμεί το έχει.
Η στάση του είναι το όριο. Οπως λέει και ένας οδηγός ταξί στην ταινία, «εγώ από τον τουρισμό βιοπορίζομαι, κι εδώ χρειάζονται δουλειές. Κάποια στιγμή, όμως, πιστεύω, φτάνεις σε ένα σημείο που πρέπει να σταματάς».
Η ταινία υπενθυμίζει αυτό το «σημείο» που έχει χαθεί και κανένας δεν θυμάται πώς ήταν όταν υπήρχε ή δεν θέλει, γιατί δεν τον συμφέρει, να θυμηθεί… Ζωή για τον δον Εφίζιο ήταν εκείνο το furriadroxu που, στη διάλεκτό του, σημαίνει «επιστροφή στο σπίτι».
Πηγή: kathimerini.gr/opinion, Ετσι ήταν η ζωή για τον δον Εφίζιο
ΚΑΙ
Φιόρδ, του Ρουμάνου Μουνγκίου ,από τον Θοδωρή Κουτσογιαννόπουλο,
μια άλλη εξαιρετική ταινία που προβάλλεται, βραβευμένη με το Χρυσό Φοίνικα 2026.
