Λαογράφος, ποιητής, πεζογράφος, μελετητής των εικαστικών τεχνών, του Καραγκιόζη και της γελοιογραφίας, ενδυματολόγος, μεταφραστής, βιογράφος, γλωσσολόγος, φωτογράφος, εικονογράφος και ερευνητής του ρεμπέτικου, ο Ηλίας Πετρόπουλος έγραψε για τον υπόκοσμο, τη φυλακή, την πορνεία και τη σεξουαλικότητα και καταδικάστηκε κατ’ επανάληψη για τα βιβλία του.
Με την πρωτοτυπία των θεμάτων του και την ελευθεριότητα του ύφους του, διαμόρφωσε το δικό του χώρο μέσα στην ελληνική γραμματεία και άφησε το εμφανές αποτύπωμά του.
Ο Ηλίας Πετρόπουλος σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και εγκαταστάθηκε από το 1973 στο Παρίσι, όπου σπούδασε τουρκολογία. Έγινε γνωστός στο ευρύ κοινό με το βιβλίο του «Το εγχειρίδιο του καλού κλέφτη», που εκδόθηκε το 1979 από τον εκδοτικό οίκο «Νεφέλη» και δεν έπαψε να ποτέ να ενδιαφέρεται για την Ελλάδα και να εκδίδει τα βιβλία του στα ελληνικά.
Άλλα έργα του είναι τα: «Ρεμπέτικα τραγούδια» (1968), «Καλιαρντά» (1971), « Ο τούρκικος καφές εν Ελλάδι» (1979 ), «Το μπουρδέλο» (1980), «Θεσσαλονίκη η μνήμη μιας πόλης» (1982). Τελευταίο βιβλίο του συγγραφέα ήταν «Ο κουραδοκόφτης». Ο Ηλίας Πετρόπουλος είχε εκδώσει και ποιητικές συλλογές, με τελευταία «Ποτέ και τίποτα» (1993).
Καταδικάστηκε τέσσερις φορές από τα ελληνικά δικαστήρια για τον αναρχικό χαρακτήρα των γραπτών του, εκ των οποίων τις τρεις κατά τη διάρκεια της δικτατορίας.
Το αντισυμβατικό πνεύμα, η μονίμως περιπαικτική και αυτοσαρκαστική διάθεση, η βωμολοχία, η αγάπη του για το κοινωνικό περιθώριο, αλλά και ο παραμυθητικός λόγος και η ερωτική του τρυφερότητα ήταν κάποια από τα στοιχεία της προσωπικότητας του.
Ύστερα από δύο χρόνια μάχης με τον καρκίνο, ο Ηλίας Πετρόπουλος άφησε την τελευταία του πνοή σε νοσοκομείο των Παρισίων στις 3 Σεπτεμβρίου 2003. Η σορός του αποτεφρώθηκε και η σύντροφος της ζωής του Μαίρη Κουκουλέ (1939-2025) σκόρπισε τις στάχτες σε υπόνομο του Παρισιού, σύμφωνα με την επιθυμία του.
Πηγή:sansimera.gr/biographies
Σ.Δ
KAI
Χαριτίνη Ξύδη, από το fb.
O Ηλίας Πετρόπουλος, λογοκρίθηκε και καταδικάστηκε τέσσερις φορές από τα ελληνικά δικαστήρια για τον αναρχικό, μηδενιστικό, χαρακτήρα των γραπτών του.
Για το βιβλίο του Τα ρεμπέτικα τραγούδια, που δεν έφερε σφραγίδα λογοκρισίας, η χούντα τον καταδίκασε σε πεντάμηνη φυλάκιση το 1968, όπως και για τα Καλιαρντά το 1972, και για το κείμενό του Σώμα, (παρατίθεται στα σχόλια), το οποίο δημοσίευσε στο περιοδικό Τραμ.
Το 1972 διεκδίκησε και πέτυχε να αποκτήσει αστυνομική ταυτότητα η οποία ανέγραφε στο θρήσκευμα «άθεος».
Μέχρι το 1998, δηλαδή για πάνω από 25 χρόνια και μέχρι τα εβδομήντα του, εκκρεμούσε εναντίον του καταδίκη σε φυλάκιση για προσβολή της θρησκείας.
Κουρασμένος από το κυνηγητό και απογοητευμένος, μετακόμισε στο Παρίσι το 1975, από όπου συνέχισε ασταμάτητα να γράφει βιβλία για την Ελλάδα. Επίμονος ερευνητής των λαϊκών φραστικών επινοήσεων αλλά και πιστός στην πολυτονική γραφή, συστηνόταν ως λαογράφος και έψεγε με το ύφος του τον καθωσπρεπισμό του «πολιτικά ορθού».
Το έργο του αναδίδει μια αίσθηση καθολικού ανθρώπου.
«Αγαπώ τα τσογλάνια και τους χασίκλες, τους κλέφτες, τις πουτάνες, τους ρεμπέτες και τους πούστηδες γιατί μάχονται κάθε μορφή εξουσίας και τους αγαπώ πιο πολύ γιατί τα καταφέρνουν και επιζούν κόντρα στην αστυνομία, κόντρα στον ποινικό νόμο, κόντρα στην απαίσια ηθική των μικροαστών, κόντρα στον φλογερό εαυτό τους».
Στις 3 Σεπτεμβρίου του 2003, βράδυ Τετάρτης, πέθανε σε νοσοκομείο του Παρισιού, ο Ηλίας Πετρόπουλος, σε ηλικία 75 ετών, -ο πρώτος λαογράφος στην Ελλάδα, που ασχολήθηκε με το περιθώριο και κατέγραψε πρόσωπα και πράγματα περιφρονημένα από την επίσημη ιστορία της χώρας του- ολόκληρος μέσα στην αγάπη της συντρόφου του, της Μαίρης Κουκουλέ, η οποία σκόρπισε τις στάχτες του, όπως ο ίδιος θέλησε, στον υπόνομο.
«Να κάψεις το κουφάρι μου και να ρίξεις τις στάχτες στον υπόνομο. Τέτοια είναι η διαθήκη μου.»
Τόν παλιό καιρό ρωτάγανε στά σοβαρά:
- Καλύβην μέτ᾽ Ἐκείνης,
ἢ, Ἀνάκτορον ἄνευ Ἐκείνης;
Εἴμαστε στήν μικροσκοπική σοφίτα,
ὅπου δέν ὑπάρχει εἰμή ἕνα κρεβάτι,
καί γαμιόμαστε τρυφερά.
Τό Ἀνάκτορον σᾶς τό χαρίζω.
Όπου τελειώνει ο έρως
αρχίζει η συγκατάβαση.
Ηλίας Πετρόπουλος
Σ.Δ
ΚΑΙ sansimera.gr/biographies/ Έλλη Λαμπέτη Κορυφαία ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου. Γεννήθηκε στις 13 Απριλίου του 1926 στα Βίλια Αττικής. Το πραγματικό της όνομα ήταν Έλλη Λούκου. Έχασε τη φωνή της και τελικά άφησε την τελευταίας της πνοή στις 3 Σεπτεμβρίου του 1983, στο αμερικάνικο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν.
και του Δημήτρη Τριάντου, από το fb
δεν πρωταγωνίστησε ποτέ σε αρχαία τραγωδία, δεν έπαιξε ποτέ έναν μεγάλο σαιξπηρικό ρόλο, δεν πήρε μεγάλα βραβεία, δεν έκανε ρεκόρ εισιτηρίων, έγινε μύθος για ένα και μόνο λόγο, το υποκριτικό της ταλέντο, ένα ταλέντο που δεν έχει ξαναγεννηθεί ποτέ σ’ αυτόν τον τόπο, συγκρίθηκε μόνο με την Σάρα Μπερνάρ και την Γκρέτα Γκάρμπο
Δεν έμεινε στην συλλογική μας μνήμη ως Εκάβη ή Κλυταιμνήστρα αλλά έμεινε στην ιστορία του θεάτρου γιατί μπορούσε να πάρει κάτι που εκ πρώτης όψεως δεν ήταν σημαντικό και να του δώσει άλλες διαστάσεις
1942, στον πρώτο της ρόλο “η Χάνελε πάει στον παράδεισο”, ήταν ξαπλωμένη στο φέρετρο και έπρεπε να αναστηθεί , να σηκωθεί χωρίς να ακουμπήσει πουθενά. Είμαστε στην κατοχή, υποσιτισμένη, πολύ αδύνατη αλλά πρέπει να ανταποκριθεί, βάζει την αδελφή της την Αντιγόνη να της κρατάει τα πόδια και κάθε μέρα για 1.5 μήνα έκανε 1000 κοιλιακούς μετρημένους, κάθε μέρα. Το αποτέλεσμα, σηκώθηκε από το φέρετρο σαν αερικό, σαν εξωτικό, την επόμενη μέρα όλη η Αθήνα μιλούσε για το νέο αστέρι; ο Άγγελος Τερζάκης γράφει στο «Βήμα» « η κυρία Λαμπέτη έχει εκείνο το χάρισμα που δεν διδάσκεται »; η Μαρίκα Κοτοπούλη “Μπράβο πουλάκι μου, μπράβο καρδούλα μου!...έδινε τρελές συνεντεύξεις υμνώντας με, λέγοντας ότι ο σκοπός της ζωής της είχε εκπληρωθεί αφού είχε βγάλει εμένα"
1946, τέσσερα χρόνια αργότερα, αφηγείται ο Κάρολος Κουν : Ήταν μια σκηνή στο “Γυάλινο κόσμο" όπου η Λάουρα σβήνει το κερί δίπλα στο κοιμισμένο αδελφό της, μια ποιητική στιγμή αλλά πώς να κάνεις ποίηση όταν πρέπει να φουσκώσεις τα μάγουλα σου για να φυσήξεις. Η Έλλη αποφάσισε να λύσει το γρίφο χωρίς να μου πει τίποτα. Κάθε βράδυ που γύριζε σπίτι κλεινόταν μόνη της στην κουζίνα άναβε ένα σπαρματσέτο και προσπαθούσε να το σβήσει ποιητικά “τελικά τον βρήκα τον τρόπο, έπρεπε το στόμα μου να είναι ακριβώς απέναντι στο σπαρματσέτο, η ανάσα μου να σημαδεύει τη φλόγα, μου πήρε ένα μήνα αλλά τα κατάφερα, έμαθα να σβήνω το κερί με μια ανάσα". Και όλη αυτή η προετοιμασία για μια σκηνή που κρατούσε δέκα δευτερόλεπτα. Ένα βράδυ μπαίνει στο θέατρο περίπου τυχαία ο Άγγελος Σικελιανός, θα ξανάρθει όμως άλλες δέκα φορές “για να καταλάβω πώς σβήνει τα κεριά το κορίτσι αυτό”
Ο Γιώργος Σεφέρης, στην παράσταση «Λεωφορείο ο Πόθος», μαγεύεται και την ευχαριστεί “ για αυτό το ξεχείλισμα της αγάπης που μπορέσατε να μεταδώσετε όχι μόνο σ’ εμένα αλλά σ’ ολόκληρη την αίθουσα – την αγάπη που χωρίς αυτή πεθαίνουμε από ασφυξία”.
Η Λαμπέτη δεν πήρε σχεδόν καμία αρνητική κριτική για ερμηνεία της στο σανίδι ακόμα και σε έργα που δεν είχαν την ίδια επιτυχία με άλλα. Σε όσους την κατηγορούσαν για την ποιότητα των έργων που ανέβαζε απαντούσε «Προτιμώ να τέρπω το κοινό, παρά να παίζω αριστουργήματα μπροστά σε άδειες καρέκλες»
Το σπαρακτικό πράγμα με την Έλλη ήταν πώς πραγματικά υπέφερε το σώμα της, υπέφερε βιολογικά πάνω στα σανίδι. Στην “Δεσποινίς Μαργαρίτα” άλλαζε συνέχεια μπλούζες κατά τη διάρκεια της παραστάσεως, ένας θείος της πήγε στηνν παράσταση και καθώς την είδε με την μπλούζα της μούσκεμα στον ιδρώτα δεν άντεξε και έφυγε
Κάτια Δανδουλάκη: βαθμολογούσε τον εαυτό της. Θυμάμαι ότι έβγαινε από τη σκηνή και μου έλεγε 8 σήμερα, σήμερα 7, σήμερα 2, σήμερα 10 και δεν θέλω καμία αντίρρηση. Κάθε φορά που πήγαινα και την έβλεπα μου έλεγε δεν ήρθες στην καλή παράσταση, εχθές είχα κάνει μια πολύ καλύτερη.
Πάντα αποζητούσε μια τελειότητα την οποία ψυχικά την είχε αλλά εκτελεστικά πολλές φορές δεν τη φτάνει ο άνθρωπος. Μαζί με την αυτογνωσία και ο αυτοσαρκασμός Κάποια στιγμή είχε στείλει μια επιστολή στον Ανδρέα Παπανδρέου και ξεκινούσε λέγοντας «γεια σας, είμαι η Έλλη Λαμπέτη, συνάδελφος της Αλίκης Βουγιουκλάκη», ήξερε ότι αυτήν θα την ξέρει σίγουρα, οπότε βρήκε αυτόν τον τρόπο να του συστηθεί.
Από τα Βήλια ο πατέρας της, Κώστας Λούκος, αρβανίτικης καταγωγής, φτωχός άνθρωπος, ταβερνιάρης. Η Έλλη ήταν η πέμπτη κόρη της οικογένειας, 5 κορίτσια και με τους δύο γιους, εφτά παιδιά μαζί.
Είχε μεγάλη αδυναμία στον Τάκη, το δίδυμο αδερφό της, μαζί κάνανε όλες τις σκανταλιές “ Τριγυρνούσαμε από το πρωί ως το βράδυ στα αμπέλια με τον πατέρα μας. Η μαμά μου ερχόταν από την Αθήνα στο τέλος του καλοκαιριού για να φτιάξει μπελτέ, χυλοπίτες και τραχανά για τον χειμώνα. Τα καλοκαίρια έρχονταν και θίασοι και έπαιζαν διάφορα έργα. Πήγαινε η Έλλη, μάθαινε τα λόγια και μετά ερχόταν στο σπίτι και μιμούνταν τους ηθοποιούς, αφηγείται η αδερφή της Αντιγόνη.
Ο θείος της και ηθοποιός Τάσος Σταμάτης τής αλλάζει το επώνυμο από «Λούκου» σε «Λαμπέτη», το όνομα ήρωα που βρίσκει στο ποίημα «Αστραπόγιαννος» του Βαλαωρίτη
Η ζωή της έμοιαζε με σενάριο της.
1941, πρώτη τραγωδία, ο θάνατος του πολυ-αγαπημένου της Τάκη από φυματίωση τους πρώτους μήνες της κατοχής, μόλις 19 ετών
1944, αδέσποτη σφαίρα περνάει τα παντζούρια του σπιτιού και σκοτώνει τη μητέρα της, που έραβε στη ραπτομηχανή της.
1953, στην πρεμιέρα της “Αγαπούλας” πεθαίνει ο πατέρας της από εγκεφαλικό επεισόδιο. το μαθαίνει στο καμαρίνι της, την ώρα που ετοιμαζόταν να βγει στη σκηνή.
1955, βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη για παραστάσεις στο Πέραν, έρχεται το μαντάτο. Πεθαίνει από καρκίνο η δεύτερη σε ηλικία αδελφή της, Κούλα, αφήνοντας ορφανά δύο μικρά παιδιά, η ψυχοσωματική αντίδραση της άμεση, χάνει παροδικά την όρασή της
1958 , ανήμερα του Πάσχα, η τρίτη μεγαλύτερη αδελφή της σκοτώνεται όταν το πούλμαν που επέβαινε έπεσε σε χαράδρα παρασύροντας στο θάνατο άλλα δέκα άτομα, ψυχολογικά ράκος ζήτησε να κλείσουν το θέατρο αλλά ο Δημητρης Χόρν προτίμησε να την αντικαταστήσει με άλλη, τα εισιτήρια πάτωσαν, θα ακολουθήσει ψυχρότητα στο ζευγάρι.
1960, παραμονή Πρωτομαγιάς, και η μεγάλη της αδερφή, η Φωτεινή πεθαίνει από καρκίνο.
Όλοι αυτοί οι θάνατοι σφράγισαν την ψυχοσύνθεση της, τους πενθούσε όλους σαν να ήταν χτεσινό γεγονός. Χαρακτηριστικό είναι αυτό που είχε πει η μόνη αδελφή που επέζησε η Αντιγόνη “εγώ παντρεύτηκα, μήπως δώσω και μια χαρά στην οικογένεια”
Ο καρκίνος η δαμόκλειος σπάθη της ζωής της, είχε κληρονομική προδιάθεση. Βλέποντας να χάνει τις αδελφές της, πήγε η ίδια να κάνει μαστεκτομή, την δεκαετία του 1960, στις ΗΠΑ, ο γιατρός που θα έκανε την εγχείρηση πέθανε από καρδιακή ανακοπή την παραμονή της εγχείρησης. Η Λαμπέτη το θεώρησε κάτι σαν μήνυμα, δεν έκανε την επέμβαση. Ήταν θέμα χρόνου ο καρκίνος να χτυπήσει και την ίδια.
Παρά τη μακρόχρονη μάχη με την νόσο , η προσήλωση της στο λειτούργημα της ηθοποιού δεν είχε προηγούμενο ή επόμενο. Επέλεξε να παίζει όχι μόνο όταν υπέφερε από τους πόνους, αλλά κι όταν στερήθηκε το βασικό εργαλείο της υποκριτικής, το καλύτερο εργαλείο της, την φωνή της…
Άφησε πίσω τις μόνο 10 ταινίες, ανάμεσα τους τέσσερα αριστουργήματα. Το Κυριακάτικο Ξύπνημα, Η Κάλπικη Λίρα, Το Κορίτσι με τα Μαύρα και το Τελευταίο Ψέμα. Άφησε πίσω τις περισσότερους από 55 ρόλους στο θέατρο , περίπου 10 ραδιοφωνικές παραστάσεις, τις αριστουργηματικές αναγνώσεις των Ευαγγελίων και φυσικά τον δίσκο που βγάζει το 1980 λίγο πριν την εγχείρηση των φωνητικών της χορδών όπου διαβάζει τον Καβάφη με τρόπο ανεπανάληπτο που μένει στην ιστορία του νεοελληνικού πολιτισμού ως η πιο εμφαντική ηχογράφηση-ανάγνωση ποιημάτων που έχει γίνει ποτέ από ηθοποιό. Η ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΛΑΜΠΕΤΗ και
Η μεγάλη καλλιτέχνιδα θα φύγει για το μεγάλο ταξίδι σαν σήμερα το πρωί της Δευτέρας 3 Σεπτεμβρίου του 1983. Στην τελευταία της παράσταση 50.000 κόσμος δεν άφηνε το φέρετρο να μπει στην εκκλησία για την νεκρώσιμη ακολουθία. Ήταν σαν επιτάφιος, λέει η αδελφή της
Παύλος Μάτεσης « όποιος δεν έχει γοητευτεί από τη Λαμπέτη οδεύει προς την Κόλαση».