Μια πικρή εξεικόνιση του γήρατος την οφείλουμε στην τραγωδία του Σοφοκλή «Οιδίπους επί Κολωνώ». Φυγάς στην Αττική ο πατροκτόνος, ικετεύει τον Θησέα, τον βασιλιά της Αθήνας: «Ω γιε αγαπημένε του Αιγέα, μονάχα οι θεοί/ ούτε γερνάνε ούτε και ποτέ πεθαίνουν./ Ολα τα υπόλοιπα τα συνταράζει ο χρόνος ο πανίσχυρος./ Γερνάει της γης η δύναμη, γερνάει το σφρίγος του κορμιού».
Εκεί όπου η υγρασία των επιθυμιών και των αισθημάτων, η ξεραΐλα πια, μη αντιστρέψιμη. Οπως στο καβαφικό ποίημα «Ενας γέρος»: «Στου καφενείου του βουερού το μέσα μέρος/ σκυμένος στο τραπέζι κάθετ’ ένας γέρος·/ με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά.// Και μες στων άθλιων γηρατειών την καταφρόνεια/ σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τα χρόνια/ που είχε και δύναμι, και λόγο, κ’ εμορφιά.// Ξέρει που γέρασε πολύ· το νοιώθει, το κυττάζει». Το κοιτάζει στον καθρέφτη, έναν εχθρό τρομακτικό όσο και το «χωρίς συντροφιά».
Για να πολεμήσουν τον τρόμο της φθοράς οι άνθρωποι, όποιας φυλής, θρησκείας ή εποχής, πόθησαν τη μακροζωία και ονειρεύτηκαν την αθανασία. Κι έπλασαν μύθους για να εξηγήσουν πώς χάθηκε το κλειδί του θριάμβου επί του θανάτου. Φταίει ο φθόνος των θεών, η ανθρώπινη αβελτηρία ή ο πονηρός όφις. Εξαιτίας του φιδιού, κατά τη Βίβλο, υποβιβαστήκαμε στην εκτός Παραδείσου μοίρα της φθαρτότητας, εξαιτίας του χάσαμε την αθανασία, σύμφωνα με μύθο της φυλής Γκάλα της Αιθιοπίας. Ο θεός έστειλε στους πρωτόπλαστους με το πουλί Χαλουάκα το μήνυμα πως, για να ζουν αθάνατοι, πρέπει να βγάζουν το δέρμα τους όταν γερνούν. Πείνασε όμως καθ’ οδόν το πουλί και παρακάλεσε ένα φίδι να του δώσει κατιτίς απ’ το κυνήγι του. Πρόθυμο το ερπετό συγκατένευσε, πρώτα όμως του απέσπασε το ιερό μυστικό. Οι άνθρωποι δεν το έμαθαν ποτέ και μόνο τα φίδια αλλάζουν πουκάμισο.
Στον Κ. Π. Καβάφη και πάλι, στο ποίημα «Διακοπή», ιστορούνται δύο επεισόδια απώλειας της αθανασίας, όταν οι άνθρωποι, «τα βιαστικά κι άπειρα όντα της στιγμής», διακόπτουν το έργο των θεών. Βλέπει ο Πηλέας τη Θέτιδα να περνάει από την πυρά της αφθαρσίας τον μικρούλη Αχιλλέα, πανικοβάλλεται, διακόπτει το «καλό έργο της», κι απόμεινε τρωτή φτέρνα του νηπίου. Βλέπει η βασίλισσα της Ελευσίνας Μετάνειρα, σύζυγος του Κελεού, την τροφό του γιου της του Δημοφώντα να κρύβει κάθε νύχτα το στερνοπαίδι της μέσα σε πύρινες φλόγες («νύκτας δε κρύπτεσκε πυρός μένει ηΰτε δαλόν» στον ομηρικό ύμνο «Εις Δημήτραν»), ορμάει «ξέπλεγη και τρομαγμένη» και τη σταματάει, μη γνωρίζοντας πως ήταν η Δήμητρα. Κι απόμεινε θνητός ο Δημοφών. Οπως και ο Αίας ο Τελαμώνιος, που αυτοκτόνησε πέφτοντας πάνω στο σπαθί του με τη μασχάλη, που ήταν τρωτή, γιατί δεν την είχε καλύψει η λεοντή του Ηρακλή.
Επειδή η αθανασία τυγχάνει ανέφικτη, οι άνθρωποι σκαρφίστηκαν τρόπους να ξεγελούν τον χρόνο. Τον εαυτό μας δοκιμάζουμε να ξεγελάσουμε βέβαια, και τα μάτια των άλλων, γιατί ο καταστροφέας χρόνος είναι αγέλαστος και αξεγέλαστος. Οι αρχαίοι δεν διέθεταν τις κατά εμπορική διαφήμιση «αναζωογονητικές» και «αντιγηραντικές» μεθόδους των ημερών μας (τι «κβαντική βιοανάδραση», τι «αντιστροφή της βιολογικής ηλικίας», «αυτόλογη θεραπεία με βλαστοκύτταρα» και λοιπά πανάκριβα κομπογιαννίτικα, προορισμένα για μια ελίτ που κοροϊδεύει τον «αδαή λαουτζίκο» που τον εξαπατούν ψευτοεφοριακοί και ψευτοδεδηέδες). Κατείχαν όμως από βαφές και περούκες. «Φενάκη» την έλεγαν την ψευδή κόμη και δεν γίνεται να μην τη συσχετίσουμε με το όνομα του απατεώνα: «φέναξ».
Δεν άφησε βέβαια ασχολίαστο τον (αυτο)φενακισμό ο Λουκιανός. Στον «Εταιρικό διάλογό» του «Τρύφαινα και Χαρμίδης», ένας ομορφονιός πέφτει στη μελαγχολία του έρωτα. Το βλέπει η Τρύφαινα και του αποσπά το μυστικό: αγαπάει την εταίρα Φιλημάτιον, που του ορκίζεται πως είναι 22 ετών. Η Τρύφαινα, για να μην τον χάσει, αποκαλύπτει το μυστικό της αντιπάλου της. «Και καλά», του λέει. «Εσύ ποιον θα πιστέψεις; Τους όρκους της ή τα μάτια σου; Γιά ρίξε κλεφτές ματιές και πρόσεξε τους κροτάφους της. Μονάχα εκεί έχει τις δικές της τρίχες. Ολα τα υπόλοιπα είναι πυκνή περούκα. Κι αν τύχει να εξασθενήσει το χρώμα που χρησιμοποιεί για να βάφει τους κροτάφους της, θα δεις εκεί τις περισσότερες τρίχες ν’ ασπρίζουν».
Από κοντά στον χλευασμό και ο Λουκίλλιος, τον 1ο αι. μ.Χ., με δύο σκωπτικά επιγράμματα της «Παλατινής Ανθολογίας»: «Λένε πως βάφεις τα μαλλιά σου, Νίκυλλα. Τι ψέμα!/ Εσύ κατάμαυρα στην αγορά τα ψώνισες». Και το δεύτερο: «Τα χρόνια της κουρούνας τρεις φορές έχει η Θεμιστονόη./ Βάφει τα άσπρα της μαλλιά. Και παρευθύς γίνεται Ρέα, όχι νέα». Οι κουρούνες φημίζονταν για τη μακροζωία τους, η δε Ρέα ήταν πανάρχαιη Τιτανίδα, σύζυγος του Κρόνου.
Στον δρόμο της χλεύης και ο Αντίφιλος ο Βυζάντιος, τον ίδιο αιώνα: «Kι αν τα ράκη τις ρυτίδες του προσώπου σου τεντώνεις,/ σκιές στα μάτια σου κι αν βάζεις τα αβλέφαρα,/ κι αν μαύρα τα μαλλιά σου τ’ άσπρα μπογιατίζεις,/ κι αν στους κροτάφους σου σγουρές κρεμάς πλεξούδες κοκκινόφλογες,/ γελοία όλα τους και μάταια. Kι ό,τι κι αν κάμεις άλλο».
Απέναντι στη ματαιοδοξία, η ώριμη ματιά της Σαπφώς, που συμφιλιώνεται με το αναπότρεπτο και αρνείται τις θρηνωδίες, αναμοχλεύοντας τον μύθο του Τιθωνού. Ερωτεύτηκαν η Ηώς και ο αδερφός του Πριάμου, και η Τιτανίδα ζήτησε από τον Δία να κάμει αθάνατο τον καλό της. Ξέχασε όμως να ζητήσει και αιώνια νιότη κι έτσι ο Τιθωνός ζάρωνε όσο μεγάλωνε απέθαντος, ώσπου η Ηώς, η προσωποποίηση της αυγής, τον μεταμόρφωσε σε τζιτζίκι. Μεταφράζω το σαπφικό ποίημα:
«Στις Μούσες να δοθείτε, ολόψυχα, καρδούλες μου,/ στη λύρα να δοθείτε τη γλυκόλαλη./ Οσο για με, αβρό ήταν το κορμί μου, πάνε χρόνια./ Τώρα με άλωσαν τα γερατειά, κι η κόμη μου η ολόμαυρη λευκάνθηκε./ Βαριά η καρδιά μου, πέτρα· πια δεν μ’ αντέχουνε τα πόδια μου,/ κι ας σέρναν τότε το χορό ίδια ελαφάκια./ Θρηνώ κι όλο θρηνώ. Αλλά προς τι;/ Ανθρωπος απ’ τα γερατειά ανίκητος δεν γίνεται. Κανείς./ Εσμιξε κάποτε με την Ηώ τη ροδοδάχτυλη ο Τιθωνός,/ στα πέρατα του κόσμου ο έρωτάς της τον οδήγησε./ Ομορφος ήταν. Παλικάρι. Μόνο τον άρπαξε ο χρόνος/ και τον γέρασε. Μα η καλή του, αθάνατη ήταν, κι έμεινε αθάνατη».
Πηγή: kathimerini.gr/opinion

Mπορεί τα γερατειά να είναι «τιμημένα», τουλάχιστον για τις ανάγκες της κομματικής ρητορικής, τα άτιμα τα γεράματα όμως είναι απεχθή. Ουδείς θέλει να γεράσει.