Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2026 05:53

Δηώ Καγγελάρη, διευθύντρια σπουδών στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου: Η τέχνη της υποκριτικής είναι εξ ορισμού αλληλένδετη με το σώμα του άλλου

Επιλέγων ή Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

lifo109Η διευθύντρια σπουδών στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου μιλά στον Χρήστο Παρίδη για τα παιδικά χρόνια στον «χαμένο παράδεισο» του Μεταξουργείου, για «το παιδί της ελπίδας μετά την ήττα» που υπήρξε, τους σημαντικούς δασκάλους του θεάτρου που γνώρισε, την ηθοποιό που αδίκησε, τη δύσκολη περίοδο του MeToo και την τραυματική αποχώρηση του Γιώργου Λούκου.

Γεννήθηκα και πέρασα τα πρώτα παιδικά μου χρόνια στο Μεταξουργείο, μια γειτονιά συνυφασμένη με το θέατρο: Εθνικό, Περοκέ, Βέμπο και άλλα που δεν τα πρόλαβα, όπως του Σαμαρτζή και του Λαού, που λειτουργούσε πια ως κινηματογράφος.

Ήταν μια ολοζώντανη γειτονιά με οικογένειες και παιδιά που έπαιζαν στις αυλές, στις ταράτσες και στους δρόμους, με βέρους Αθηναίους και εσωτερικούς μετανάστες, μεσοαστούς σε νεοκλασικά σπίτια και ανθρώπους της βιοπάλης που μοιράζονταν νοικιασμένα δωμάτια σε αυλές μαζί με φοιτητές, μποέμ καλλιτέχνες και κάποια λούμπεν στοιχεία. Με υπόγειες ταβέρνες και μηχανουργεία ανάμεσα σε ταπεινά μονώροφα σπίτια με «κόκκινα φωτάκια»· μέσα από τους υπαινιγμούς των αγοριών αισθανόμουν ότι κρύβουν κάτι απαγορευμένο.

• Ο πατέρας μου, Γιώργος Εξαρχόπουλος, ήταν από αυτούς τους ανιδιοτελείς αριστερούς «ιεραπόστολους», που κάνανε πράξη την ιδεολογία τους. Είχε πάρα πολύ μεγάλη αγάπη για το βιβλίο, που για εκείνον ήταν συνυφασμένο με την πρόοδο με όρους Διαφωτισμού. Πίστευε ακράδαντα ότι μέσα από τη μόρφωση ο κόσμος θα γίνει καλύτερος. Το σπίτι μας –στη Βιργινίας Μπενάκη 15– έμοιαζε με δανειστική βιβλιοθήκη.

• Ήμουν το παιδί της ελπίδας μετά την ήττα. Ανάμεσα στον μεγαλύτερο αδελφό μου και σε μένα είχαν μεσολαβήσει οι εξορίες του πατέρα μας. Η πολιτική μου συνείδηση άρχισε να αναπτύσσεται παιδιόθεν. Οι διηγήσεις για τα κατορθώματα και τις πράξεις αυτοθυσίας της Εθνικής Αντίστασης μπλέκονταν στο μυαλό μου με τα «Κλασσικά Εικονογραφημένα» και τους άθλους του Ηρακλέους. Ιστορίες που διαδραματίζονταν στο «βουνό» και χειροποίητα δώρα που μου έστελνε ένας θείος Φώτης από το «νησί». Τα πράγματα γίνονταν ακόμη πιο περίπλοκα όταν η αφήγηση επεκτεινόταν χρονικά και η ηρωική ρίζα έφτανε στον προπάππου του πατέρα μου, Βασίλη Μπούτουνα, έμπιστο οπλαρχηγό του Κολοκοτρώνη. Όλος αυτός ο κόσμος που με συγκινούσε ταυτόχρονα με δυσκόλευε, ένιωθα να με διαφοροποιεί από τους γύρω μου και ζητούσα εις μάτην από τους γονείς μου να μου επιτρέψουν να γίνω κι εγώ μυροφόρα στον επιτάφιο του Αγίου Κωνσταντίνου όπως οι συμμαθήτριές μου. Τώρα που ζούμε καθημερινά τις σκοτεινές όψεις της προόδου, σκέφτομαι με απέραντη τρυφερότητα και σεβασμό εκείνους τους ανυποψίαστους ανώνυμους άντρες και γυναίκες της αυταπάρνησης και της θυσίας.

ΔΗΩ ΚΑΓΓΕΛΑΡΗ θεατρολόγοςFacebook Twitter  και προφανώς δεν θα πρέπει να φτάσουμε σε ένα σημείο που ο ηθοποιός να μην μπορεί να συμπεριφέρεται αυθόρμητα με τον συμπαίκτη του». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

• Μεγάλωνα σε ένα προστατευμένο οικογενειακό περιβάλλον, περιστοιχισμένη από δοτικούς θείους και θείες, αλλά η ζωή δεν ήταν εξίσου γενναιόδωρη στα παιδιά γύρω μου. Το Μεταξουργείο υπήρξε ένα σχολείο κοινωνικής ευαισθητοποίησης γιατί είδα σκηνές ανισότητας και αδικίας, που μεγαλώνοντας μπόρεσα να αποκωδικοποιήσω. Όταν στα μέσα του Δημοτικού μετακομίσαμε στην Κυψέλη, ένιωσα ότι έχασα έναν παράδεισο, γιατί όλοι οι παράδεισοι είναι χαμένοι. Τώρα πλέον και τη ζωή στην Κυψέλη τη σκέφτομαι σαν έναν δεύτερο χαμένο παράδεισο. 

• Έφτασα για πρώτη φορά στη στοά του Ορφέα και κατέβηκα τα σκαλιά του Θεάτρου Τέχνης με τον αδελφό μου. Έκτοτε δεν σταμάτησα να τον παρακινώ να πηγαίνουμε όλο και συχνότερα. Ένιωθα σαν την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων που πέφτει, πέφτει και δεν ξέρει πού βρίσκεται. Κάπως έτσι ήτανε το βάπτισμά μου στο μυθικό Υπόγειο. Η παράσταση που με συγκλόνισε ήταν το «Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας», σε σκηνοθεσία του Κουν, που αποθέωνε τη θεατρική σύμβαση, με έναν υπέροχο θίασο. Επίσης πρόλαβα να δω τα ιερά τέρατα: την Κατίνα Παξινού στη «Μάνα Κουράγιο» του Μπρεχτ και φυσικά τη Λαμπέτη σε πολλές παραστάσεις.

• Με την αποφοίτησή μου από το σχολείο έφυγα για σπουδές στη Γαλλία. Οι γονείς μου δεν ήταν σύμφωνοι και ο μετέπειτα άντρας μου, που ήδη σπούδαζε στη Νίκαια, με «έκλεψε», όπως ο παππούς μου ο Αποστόλης τη γιαγιά μου τη Δήμητρα. Με πρόσχημα ένα βραβείο σε έναν διαγωνισμό, φύγαμε για τη Γενεύη και από εκεί για τον γαλλικό Νότο. Είχαμε σκοπό να αναζητήσουμε στο Παρίσι τον αδελφό του πατέρα μου –παππού της Αντέλ Εξαρχόπουλος– ώστε να πάρω στη συνέχεια την έγκριση των γονιών μου, αλλά όταν φτάσαμε εκεί διαπιστώσαμε με μεγάλη λύπη πως είχε αλλάξει διεύθυνση. Επιστρέψαμε στη Νίκαια και μια μέρα που περπατούσαμε άφραγκοι με τον σκύλο μας τον Μαρς, μας πλησίασε ένας καλοβαλμένος κύριος, μας συστήθηκε ως ο πρόεδρος της Φιλοζωικής Εταιρείας της Νίκαιας και μας πρότεινε να πρωταγωνιστήσει ο Μαρς σε μια εκπαιδευτική ταινία για την τηλεόραση του Μόντε Κάρλο. Συμφωνήσαμε και τελικά παίξαμε κι εμείς και μάλιστα πληρωθήκαμε για τη συμμετοχή του Μαρς και τη δική μας, καθώς και ως συνοδοί του πρωταγωνιστή. Δυστυχώς δεν είδα ποτέ την ταινία γιατί, καθώς αργούσα να επιστρέψω στην Ελλάδα, οι γονείς μου ανησύχησαν και ήρθε η μάνα μου και με πήρε πίσω. Έπειτα από αυτήν την περιπέτεια, δεν υπήρχε άλλος τρόπος ως ανήλικη να φύγω παρά να πείσω τους γονείς μου να δώσουν τη συγκατάθεσή τους για γάμο. Παντρευτήκαμε στον Άγιο Δημήτριο Λουμπαρδιάρη. Είχαμε όλα μας τα πράγματα φορτωμένα στο αυτοκίνητο και φύγαμε αμέσως μετά, μαζί με τον Μαρς, για τη Γαλλία.

• Στο Παρίσι ξεκίνησα σπουδές στη Θεατρολογία με σπουδαίους δασκάλους: Μπερνάρ Ντορτ, Αν Ιμπερσφέλντ, Μαρτίν ντε Ρουζμόν, Ζορζ Μπανί, Πατρίς Παβί, Μονίκ Μπορί, Ρισάρ Ντεμαρσί. Παράλληλα σπούδαζα Λογοτεχνία και παρακολουθούσα μαθήματα υποκριτικής στη Σχολή Λεκόκ. Νόμιζα ότι η καρδιά μου χτυπούσε πρωτίστως για το σανίδι, αλλά όταν μετά το πρώτο τρίμηνο με φώναξε ο Λεκόκ και μου είπε ότι έπρεπε να επιλέξω μεταξύ του πανεπιστημίου και της σχολής, προτίμησα τελικά τις ακαδημαϊκές σπουδές. Φαντάζομαι ότι αν ήθελα πραγματικά να γίνω ηθοποιός, θα συνέχιζα εκεί χωρίς δεύτερη σκέψη. Το Παρίσι ήταν ένα ανοιχτό παράθυρο στο θέατρο και στον κόσμο. Παρακολουθούσαμε συστηματικά παραστάσεις γιατί τα μαθήματα ήταν συνυφασμένα με τη θεατρική πράξη. Κάθε παράσταση ήταν και μια νέα αποκάλυψη. Συναντούσαμε τους καθηγητές μας σε σημαντικές παραστάσεις σε θρυλικούς χώρους, όπως το Μπουφ ντι Νορ, στέγη του Πίτερ Μπρουκ, ή η Καρτουσερί της Αριάν Μνουσκίν, και ακολουθούσε ανάλυση στην πανεπιστημιακή αίθουσα. Πώς να ξεχάσω τον Βυσσινόκηπο στη σκηνοθεσία του Τζόρτζιο Στρέλερ από το Πίκολο Τεάτρο του Μιλάνου με τα φύλλα να αιωρούνται πάνω από εμάς, τους θεατές, και να πέφτουν στα πρόσωπά μας; Οι σκηνοθεσίες του Αντουάν Βιτέζ και του Πατρίς Σερό, του Λισιέν Πιντιλιέ και του Ότμαρ Κρέιτσα αποτελούσαν ένα νέο βίωμα, με κορωνίδα τη συνάντηση με το θέατρο του Κλάους Μίκαελ Γκρούμπερ. Στην πτυχιακή μου εργασία, ωστόσο, διάλεξα να μελετήσω τη σκηνική προσέγγιση του αρχαίου δράματος από δύο Έλληνες σκηνοθέτες της γερμανικής σχολής, τον Φώτο Πολίτη και τον Δημήτρη Ροντήρη.

• Με τη γέννηση της κόρης μου γύρισα στην Ελλάδα, εγκατέλειψα για κάποια χρόνια τις μεταπτυχιακές σπουδές και στράφηκα στο παιδί και το θέατρο. Ήμουν στα ιδρυτικά μέλη του Ελληνικού Κέντρου Θεάτρου για τα Παιδιά και τα Νιάτα (ελληνικό τμήμα της Διεθνούς Ένωσης ASSITEJ), που ξεκίνησε με πρόεδρο την Ξένια Καλογεροπούλου. Μαζί επιμεληθήκαμε τον τόμο «Θέατρο για παιδιά - Ένας Πρακτικός Οδηγός». 

• Συμμετείχα σε έναν κύκλο θεωρητικών εκπομπών για το μοντέρνο ευρωπαϊκό δράμα, στο Τρίτο Πρόγραμμα, που είχε σχεδιάσει η Άσπα Τομπούλη. Σε μία από αυτές κάλεσα τον θεατρολόγο Νικηφόρο Παπανδρέου να μιλήσει για το καινούργιο βιβλίο του με θέμα τον Ίψεν στην Ελλάδα, με συνομιλητή τον Δημήτρη Σπάθη, τον πρώτο Έλληνα θεατρολόγο με σπουδές στη Σοβιετική Ένωση. Στο τέλος της ηχογράφησης ο Σπάθης εξέφρασε την επιθυμία να διαβάσει κείμενά μου και λίγο καιρό αργότερα μου τηλεφώνησε για να μου προτείνει να αναλάβω τη στήλη της κριτικής θεάτρου σε μια νεοσύστατη εφημερίδα της ανανεωτικής αριστεράς, την «Εποχή». Αρχικά αρνήθηκα γιατί δεν είχα διανοηθεί μέχρι τότε να ασχοληθώ με την κριτική. «Πρέπει να το τολμήσετε», επέμεινε, και στο τέλος με έπεισε. Το πιλοτικό φύλλο της κυριακάτικης «Εποχής» κυκλοφόρησε τον Μάιο του 1988 και από το φθινόπωρο συνέχισε σε σταθερή βάση. Τον πρώτο καιρό αντιμετώπιζα με δέος την κριτική αποτίμηση, έγραφα και ξαναέγραφα με τις ώρες το κείμενο, νόμιζα ότι με έκρινε ο Σπάθης, μέχρι που σε μια χριστουγεννιάτικη εκδήλωση γνώρισα τη γυναίκα του, τη μεταφράστρια Χρύσα Προκοπάκη. Μου είπε «κυνηγός ταλέντων ο Σπάθης. Μπράβο!» κι έτσι κατάλαβα ότι είχα την έγκρισή του. Ήταν μια ανακούφιση. Στην «Εποχή» είχα την τύχη να συνεργαστώ με τον Μπάμπη Γεωργούλα και τον Παύλο Κλαυδιανό, και βέβαια με τον Άγγελο Ελεφάντη και τον Δαμιανό Παπαδημητρόπουλο από τον «Πολίτη», που εκείνη την πρώτη περίοδο συμμετείχαν στο εγχείρημα της νέας εφημερίδας. Στην «Εποχή» και στον «Πολίτη» στη συνέχεια ξαναβρήκα τη μυρωδιά των εφημερίδων και των περιοδικών που είχα γνωρίσει εξ απαλών ονύχων και κάτι από την ασυμβίβαστη αριστερά της οικογένειάς μου, αλλά με κριτικό πνεύμα. Παράλληλα, ήρθε η πρόταση από τον Βασίλη Ραφαηλίδη να αναλάβω τη θέση κριτικού θεάτρου στο «Έθνος», μετά την αποχώρηση του Μηνά Χρηστίδη, όπου παρέμεινα σχεδόν μια τριετία, ώσπου ένας νέος διευθυντής αποφάσισε να καταργήσει τη στήλη της κριτικής.

• Ο δάσκαλός μου, Μπερνάρ Ντορτ, έχει παρομοιάσει τους κριτικούς που γράφουν σε εβδομαδιαία βάση με γευσιγνώστες. Σε μια συνέντευξη στο «Marie Claire» ο Δημήτρης Παπαϊωάννου είχε ρωτηθεί από την Κλημεντίνη Βουνελάκη για την κριτική και απάντησε ότι χαίρεται που η κριτική, σαν τη γνωστή διαφήμιση της εποχής, τον χαϊδεύει και δεν τον παιδεύει, αλλά προτιμά τις κριτικές της Δηώς Καγγελάρη που ανοίγουν διάλογο. Αυτό βέβαια με χαροποίησε, αλλά φοβάμαι ότι δεν κατάφερα πάντα να συνομιλώ με τις παραστάσεις και να αποφεύγω τη γευσιγνωσία. Μια μέρα η κόρη μου με ρώτησε ποιοι διαβάζουν τις κριτικές μου και κατά πόσο θεωρούμαι γνωστή. Αποκρίθηκα ότι με γνωρίζουν μέσα από τα κείμενά μου όσοι αναγνώστες της εφημερίδας νοιάζονται για το θέατρο και όσοι καλλιτέχνες του θεάτρου ενδιαφέρονται για τις κριτικές. «Α, κατάλαβα», μου απάντησε, «παγκοσμίως είσαι μια άγνωστη». Από παιδί, λέει η παροιμία, μαθαίνεις την αλήθεια… 

• Στο μεταξύ είχα αρχίσει να διδάσκω ως επισκέπτρια καθηγήτρια στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών και στη συνέχεια στο Τμήμα Θεάτρου στη Θεσσαλονίκη. Το 2005 υποστήριξα τη διδακτορική μου διατριβή στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ με θέμα «Ελληνική σκηνή και θέατρο της Ιστορίας», που είχα ξεκινήσει με επιβλέποντα τον Δημήτρη Σπάθη, αλλά στη συνέχεια συνταξιοδοτήθηκε και αντικαταστάθηκε από την καθηγήτρια Μαίρη Μικέ. Καθώς αποχωρίζομαι εξαιρετικά δύσκολα τα κείμενά μου, χρωστώ χάρη στον Νικηφόρο Παπανδρέου, που ως μέλος της τριμελούς επιτροπής πήρε την πρωτοβουλία να ορίσει ο ίδιος την ημερομηνία υποστήριξης. Τον επόμενο χρόνο εξελέγην στο Τμήμα Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ, όπου είχα εργαστεί ως επισκέπτρια καθηγήτρια.

• Την ίδια χρονιά άρχισα τη συνεργασία μου στο Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου ως σύμβουλος καλλιτεχνικού προγραμματισμού του Γιώργου Λούκου – ένα μεγάλο κεφάλαιο της επαγγελματικής μου ζωής. Ο κοσμοπολίτης Λούκος μοιράστηκε μαζί μας την τεράστια εμπειρία του από σημαντικές αντίστοιχες διοργανώσεις του εξωτερικού, επιθυμώντας να προσφέρει στην πατρίδα του. Τον είχα γνωρίσει για πρώτη φορά στο Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας, που αποτελούσε μια όαση μέσα στο άνυδρο πολιτιστικό καλοκαίρι, και με την παρουσία του στήριζε την πρωτοβουλία της Βίκυς Μαραγκοπούλου. Συμπωματικά έγραψα πρόσφατα για το παρηκμασμένο Φεστιβάλ Αθηνών, που θα έπρεπε άμεσα να ανανεωθεί. Εργαζόμενοι, καλλιτέχνες και θεατές ζήσαμε μια πρωτόγνωρη αίσθηση γιορτής. Η Πειραιώς 260, «η παρακαταθήκη» του, έγινε το νέο τοπόσημο της θερινής καλλιτεχνικής Αθήνας. Κορυφαίοι ξένοι δημιουργοί ήρθαν για να ενισχύσουν τον θεσμό και έγινε κάλεσμα σε πολυάριθμους, καταξιωμένους και νέους, Έλληνες καλλιτέχνες. Σε «αναζήτηση του χαμένου χρόνου», είδαμε για πρώτη φορά ταυτοχρόνως παραστάσεις που υπέγραφαν σκηνοθέτες διαφορετικών γενεών – Μνουσκίν, Καστελούτσι, Όστερμαϊερ, Γούστερ Γκρουπ. Παράλληλα, οι εναλλακτικοί χώροι του Φεστιβάλ πλημμύρισαν από ένα νέο ανήσυχο κοινό. Αρκεί η σύγκριση με το Φεστιβάλ των τελευταίων προ Λούκου χρόνων για να φανεί η μεταβολή του ορίζοντα προσδοκιών που συντελέστηκε. Ο τρόπος που έφυγε ο Λούκος έπειτα από δέκα χρόνια προσφοράς ήταν τραυματικός για όλους. Και η απογοήτευση ήταν διπλή γιατί υπουργός Πολιτισμού ήταν ο Αριστείδης Μπαλτάς, γνώριμός μου από τον χώρο του «Πολίτη». Επιπλέον, την πρωτοβουλία για την αποπομπή του πήρε ερήμην του υπουργού ο Παναγιώτης Δούρος, διευθυντής του γραφείου του, ενώ εκείνος συζητούσε με μια επιτροπή καλλιτεχνών τη δυνατότητα να παραμείνει ο Λούκος ώσπου να διαλευκανθεί η υπόθεση: «ο δικός μας Παναγιώτης», που επί δέκα χρόνια εργαζόταν στο γραφείο του Λούκου… Ας κρατήσουμε τη γενναιόδωρη γιορτή που διοργάνωσε ως αντίδωρο ο Μιχαήλ Μαρμαρινός στην κατάμεστη Πειραιώς 260 φέτος το καλοκαίρι με την προβολή της ταινίας του Ηλία Γιαννακάκη.

ΔΗΩ ΚΑΓΓΕΛΑΡΗ θεατρολόγοςFacebook Twitter Η Δηώ Καγγελάρη με τους Γιώργος Λούκο, Ρένη Πιττακή και Λευτέρη Βογιατζή.

• Την τελευταία επταετία έχω αναλάβει τη διεύθυνση σπουδών στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, μια θέση τιμής και ευθύνης· και στο πανεπιστήμιο αισθάνομαι προνομιούχος που μπορώ να βρίσκομαι σε καθημερινή βάση ανάμεσα σε νέους ανθρώπους. Η διδασκαλία είναι ταυτόχρονα και μαθητεία. Από την πρώτη χρονιά της θητείας μου στη σχολή χρειάστηκε να αντιμετωπίσουμε αλλεπάλληλες κρίσεις: πανδημία Covid 19, ΜeΤoo, κινητοποιήσεις για την αναγνώριση των πτυχίων. Εν μέσω της πανδημίας και της ακύρωσης των πρακτικών μαθημάτων που προκάλεσε ο εγκλεισμός, η καταγγελία της Σοφίας Μπεκατώρου για σεξουαλική βία και της Ζέτας Δούκα, στη συνέχεια, για σωματική και λεκτική βία στον εργασιακό χώρο άνοιξαν τον ασκό του Αιόλου και στη σχολή μας. Ο νεοσύστατος σύλλογος σπουδαστών και σπουδαστριών δημοσίευσε δήλωση συμπαράστασης προς τις ηθοποιούς που προέβησαν στις καταγγελίες, αφήνοντας αιχμές για «αντίστοιχα περιστατικά», τα οποία έχουν αντιμετωπίσει και οι ίδιοι/-ες, χωρίς να μπορέσουν να τα «αρθρώσουν». Ακολούθησε το δικό μου κάλεσμα και η ενθάρρυνση προς τους σπουδαστές και τις σπουδάστριες για να κατονομάσουν πρόσωπα και πράγματα («χωρίς φόβο· με τη δύναμη της αλήθειας σας») και ορίστηκε τηλεδιάσκεψη στις 6 Φεβρουαρίου του 2021 με όλο το διδακτικό προσωπικό και τον σπουδαστικό σύλλογο. Στη σύσκεψη είχε προσκληθεί και ο τότε καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, Δημήτρης Λιγνάδης, αλλά την ίδια μέρα υπέβαλε την παραίτησή του. Στη θυελλώδη διαδικτυακή συνάντηση καταγγέλθηκαν τραυματικές συμπεριφορές που είχαν σημειωθεί παλαιότερα και δεν στάθηκε δυνατόν το χάσμα που δημιούργησαν να γεφυρωθεί στις επόμενες διαδικτυακές συζητήσεις. Η τέχνη της υποκριτικής είναι εξ ορισμού αλληλένδετη με το σώμα του άλλου και προφανώς δεν θα πρέπει να φτάσουμε σε ένα σημείο που ο ηθοποιός να μην μπορεί να συμπεριφέρεται αυθόρμητα με τον συμπαίκτη του. Ωστόσο τα προβλήματα πρέπει, πιστεύω, να τίθενται και να συζητούνται με ειλικρίνεια.

• Τον Δεκέμβριο του 2022 το Προεδρικό Διάταγμα για τον καθορισμό προσόντων διορισμού σε φορείς του Δημοσίου υπήρξε η θρυαλλίδα που πυροδότησε εκρηκτικές κινητοποιήσεις για την αναγνώριση των πτυχίων των δραματικών σχολών, καθώς επισφράγισε την κατάργηση της ανώτερης βαθμίδας εκπαίδευσης, η οποία είχε ήδη συντελεστεί από το 2003. Οι διαμαρτυρίες είχαν ως αποτέλεσμα την ίδρυση της Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών, στην οποία θα ενσωματωθούν οι πέντε κρατικές σχολές και θα λειτουργήσει από το επόμενο ακαδημαϊκό έτος. Μαζί με τον αγαπημένο μου Νίκο Χατζόπουλο εκπροσωπούμε τη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου στη διοικούσα επιτροπή του νέου φορέα και ασκώ χρέη προέδρου. Πρέπει να πω ότι η αγωνία μας να θωρακιστεί ο αμιγώς καλλιτεχνικός χαρακτήρας της σχολής μας και να διατηρηθεί η φυσιογνωμία έγινε κατανοητή από την υπουργό Παιδείας, κυρία Σοφία Ζαχαράκη, που συμπεριέλαβε στον νόμο τις σχετικές προτάσεις μας και μας περιβάλλει εν γένει με εμπιστοσύνη. Βέβαια, η έγνοια όσων διευθύνουν και διδάσκουν στη Δραματική Σχολή δεν μπορεί να περιορίζεται στα χρόνια των σπουδών, θα πρέπει να επεκτείνεται και στην επόμενη μέρα μετά την αποφοίτηση. Και ξέρουμε ότι το θεατρικό τοπίο που περιμένει τους αποφοίτους μας έχει κατά κύριο λόγο αφεθεί στους νόμους της αγοράς, με αμέτρητες παραστάσεις ευκαιριακών θιάσων που συνθέτουν ένα off off off Athens σύστημα. Φυσικά, σε αυτήν την κατασπατάληση δυνάμεων καθοριστικό ρόλο έπαιξε η μείωση των επιχορηγήσεων που επέβαλε η κρίση.

• Σήμερα, ένας από τους αγαπημένους μου δρόμους είναι η Αθηνάς, «οδός των Θαυμάτων και των Τεράτων». Ως flâneuse με έλκουν οι άσκοπες βόλτες μέσα στο άγνωστο πλήθος και οι πόλεις-παλίμψηστα με τις επάλληλες επιστρώσεις μνήμης, όπου σε κάθε βήμα νιώθεις σαν να περπατάς πάνω στην Ιστορία – η Αθήνα, η Κωνσταντινούπολη, η Ρώμη, το Παρίσι, το Βερολίνο. Κρατώ τη θέα προς τον βράχο της Ακρόπολης από το Μοναστηράκι, το οθωμανικό τζαμί, τα ερείπια της Βιβλιοθήκης του Αδριανού και τους βυζαντινούς τρούλους, ένα σταυροδρόμι πολιτισμών σε μια εικόνα. Περπατώ στην οδό Αθηνάς και ζωντανεύουν οι διηγήσεις του Τσαρούχη για τις ξύλινες παράγκες-καμπαρέ πλάι στα δημοτικά ουρητήρια, εκεί όπου κάποτε τραγούδησε η Ρόζα Εσκενάζυ. Βλέπω το φάντασμα του κατεδαφισμένου, από τον δήμαρχο Κοτζιά, Δημοτικού Θεάτρου και θυμώνω που εξακολουθούμε να αποκαλούμε με το όνομά του την πλατεία Εθνικής Αντιστάσεως. Ένα μαγικό φυσικό σκηνικό προσφέρει τη νύχτα η ιχθυαγορά με τις φωτισμένες λυχνίες.

• Ξέρω πώς η γενιά μου δεν μπόρεσε να αλλάξει τον κόσμο. Αλλά προσπαθώ να αντιταχθώ με κάθε τρόπο σε αυτήν τη βεβαιότητα, αλλιώς δεν θα μπορέσω να κάνω ούτε αυτό το ελάχιστο που είμαι ίσως σε θέση να πετύχω. Αυτό προσπαθώ να κάνω, στο πανεπιστήμιο, στη σχολή…

Η Δηώ Καγγελάρη είναι διευθύντρια σπουδών της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου και πρόεδρος της διοικούσας επιτροπής της Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών.

Πηγή: lifo.gr/culture/theatro

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2026 06:27

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση