Για πολλοστή φορά είχαμε βάλει στοίχημα αν τα νερά θα ανέβαιναν ή θα κατέβαιναν και για πολλοστή φορά ανάμεσα στους δύο νικητές ήταν και ο Δ. Κάθε φορά ήταν ο Δ. Είχαμε καταλήξει όλοι στο συμπέρασμα πως ο Δ και η Σελήνη είχαν προχωρημένες επαφές. Τις μέρες με πανσέληνο είμασταν βέβαιοι, πως μέσα του ο Δ. αυτομαστιγωνόταν ανηλεώς ή λουζόταν με φως.
Φεύγοντας από τη Χαλκίδα σε ένα λόφο είδαμε έναν κοντό γέρο με καπέλο να ανεβαίνει γρήγορα μια απότομη πλαγιά σαν κατσίκι. Πάθαμε και σταματήσαμε στην άκρη κοιτάζοντάς τον. Κάθε τόσο σταματούσε κοιτούσε τον ουρανό... κι έβριζε χορεύοντας. Μετά από ώρα, όταν πλησιάζαμε στο Μαντούδι, ο Β. άρχισε να παραμιλάει σαν αναρχικός κι εμείς δεν του είπαμε να σταματήσει, αλλά τον ακούγαμε εκστατικοί. Κάτι είχαμε πάθει. Αυτός ο γέρος, συμφωνήσαμε, ότι ήταν παρών, αλλά με έναν περίεργο τρόπο απουσίαζε από το τώρα. Πήγαινε προς τα πίσω, αλλά έτρεχε μπροστά. Είμασταν σίγουροι ότι μας μετάδωσε μια αρχέγονη ενέργεια.
Στο Μαντούδι αράξαμε πέντε μέρες. Βοηθούσαμε τον Σ. να τελειώσει τις δουλειές του στην ευρύτερη περιοχή, εκτός από τον Μ. που είχε αναλάβει τις δουλειές του σπιτιού. Καθάριζε, ψώνιζε, μαγείρευε, τέτοια. Το βράδυ όταν γυρίζαμε λες και είχαν περάσει οι μανάδες μας. Όλα ήταν στην εντέλεια. Πριν ν'αρχίσουμε το φαγοπότι, είχαμε την καθιερωμένη κλήρωση. Ο Μ. είχε γράψει σε χαρτάκια διάφορα μικρά αποσπάσματα και διαλέγαμε ένα στην τύχη, το διαβάζαμε δυνατά και μετά τρώγοντας προσπαθούσαμε να δούμε τη σχέση που είχε αυτό που έλαχε στον καθένα με τον τυχερό. Καλή φάση ήταν αυτό το παιχνίδι, που είναι μια παραλλαγή των κινέζικων χρησμών στα μπισκοτάκια και άρεσε σε όλους μας. Τα περισσότερα από εκείνα τα χαρτάκια τα φύλαξα και τώρα 30 χρόνια μετά, επ'ευκαιρία αυτού του άρθρου αντέγραψα μερικά ελπίζοντας να σας αρέσουν.
Ιδού εννιά απ'αυτά που βγήκαν για δεύτερη φορά από την κληρωτίδα και με τη σειρά που βγήκαν:
" Ποτέ δεν ρίζωσε η αντίσταση σε χώμα που δεν μπόλιασε πρώτα η περηφάνια"
" Μας είχε κόψει η πείνα εκείνα τα χρόνια και πήγαμε στην Αυστραλία. Άλλους τους πολεμούσε και το κράτος. Τώρα όμως που γυρίσαμε είδαμε ότι τα έχουν όλα, σχεδόν όσα κι εμείς, μα τίποτα δεν τους ευχαριστεί",
" Ο έρωτας δεν ωριμάζει ποτέ. Εισβάλλει αιφνίδια στον σκοτεινό θάλαμο του όντος και ανάβει φωτιά παρανάλωμα, καταφέγγει, πυρώνει την ύπαρξη, την κατακαίει και, φεύγοντας, την κατακαλύπτει με στάχτη πικρή",
" Η ουσία της υψηλής γαστρονομίας είναι η αρμονική συνύπαρξη, ανάμεσα στην εξαιρετική πρώτη ύλη και στο ελεύθερο δημιουργικό πνεύμα, ακριβώς όπως ισχύει στην τέχνη",
"Έλα να πάμε μαζί εσύ κι εγώ / όταν το βράδυ απλώνεται στον ουρανό / σαν ναρκωμένος ασθενής πάνω σ'ένα τραπέζι",
"Σε καμιά κοινωνία δεν στεριώνει το πνεύμα της χειραφέτησης όταν η πλειοψηφία ανέχεται εν γνώσει της το άδικο, επειδή δε βρίσκει την πνευματική και υλική δύναμη να επιβάλλει το δίκαιο",
" Αυτό σημαίνει ότι τα αισθήματα που εξωτερικεύω δια της μάσκας ή του προσωπείου, μπορεί κατά έναν τρόπο, να είναι πιο αυθεντικά και ειλικρινή απ'αυτά που υποθέτω ότι κατά βάθος αισθάνομαι",
" Έτσι , αναπόφευκτα, στα λόγια του και στα έργα του, θα λάμπει η ιδεολογική του εσχατολογία, η οργή και οι ενστάσεις του για τα κοινά, η περιφρόνησή του για το ανώνυμο πλήθος, αλλά θα χαίνει η ανυπαρξία της αυθεντικής σχέσης με τον κόσμο",
" Οι πράξεις των περισσοτέρων ανθρώπων δεν χαρακτηρίζονται από συνέπεια. Κάθε φορά παίζουν ρόλο οι συνθήκες, τα κίνητρα, η φάση που περνάνε, ο περίγυρος, κ.ά. Η μόνη σημαντική εξαίρεση στον κανόνα, εμφανίζεται στα ηλίθια άτομα που φυσιολογικά παρουσιάζουν μια ισχυρή προδιάθεση για απόλυτη συνέπεια σε κάθε τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας".
Όταν τελειώσαμε με τις δουλειές του Σ. κατηφορίσαμε προς τη θάλασσα. Σε μια παραλία κοντά στα Βασιλικά, είχε ένα σπίτι ένας θειός του, ο κ. Αργύρης. Κι εκεί αράξαμε για μια βδομάδα. Τη δεύτερη μέρα ήρθε και ο θείος με τη γυναίκα του. Αυτός ο θείος ήταν ένας άνθρωπος μάλαμα. Τυχεροί ήμασταν. Και γρήγορα αντιληφθήκαμε ότι ήταν άπαιχτος και σε όλες τις αγροτικές δουλειές. Και γεωργός και κτηνοτρόφος και μελισσοκόμος και κυνηγός και οινοποιός και ψαράς και με ένα τρόπο που εκείνα τα χρόνια τον λέγαμε εμείς της πόλης, οικολογικό. Από ιστορίες δε, άλλο τίποτα και από δουλειές άπειρες. Με ανοιχτό το στόμα τον ακούγαμε για ώρες και για άλλες τόσες κάναμε με χαρά τις δουλειές που μας ανέθετε. Τρεις φορές πήγαμε και για ψάρεμα. Μπήκαν στην βάρκα όλοι, εκτός από εμένα και τον Μ. Εμείς μαζί με τη θεία Ξένια είχαμε αναλάβει τα οικιακά. Αυτή η γαλαζοκόκκινη (μάτια γαλανά/κόκκινα μαλλιά) Ξένια ήταν σκέτο περιβόλι. Αεικίνητη κι ας μας έριχνε δέκα χρονάκια. Κι αυτά που έλεγε και έκανε ήταν ένα χαρμάνι κατασκευασμένο απ' τα χεράκια της, που πρώτη φορά μας τύχαινε. 'Ολα ανάκατα, αλλά όχι χύμα. Δοξασίες, μεταφυσικές είτε χριστιανικές είτε παγανιστικές, τσιγγάνικες μουρλαμάρες, αυτά που έπαιζαν στην περιοχή κι αυτά που φτάνανε από την Αθήνα κι απ'την Ευρώπη, τα πατροπαράδοτα και τα μοντέρνα και μάνα (είχε τέσσερα παιδιά) και όλα. Και ένα χιούμορ υψηλού επιπέδου που στο κέντρο είχε τον εαυτό της.
Και τις τρεις μέρες τα ψάρια που πιάσανε οι δικοί μας ήταν πολλά. Τα περισσότερα τα έπαιρνε ο θείος και πήγαινε να τα πουλήσει. Την πρώτη μέρα, στη φάση του ξεδιαλέγματος στην παραλία έγινε η φάση. Εμείς οι άσχετοι τι ξέραμε από ψάρια; Τα μπαρμπούνια, το γαύρο και το μαρίδα, τις τσιπούρες, άντε και τα μελανούρια. Αυτά έκαναν οι δικοί μας. Όλα τα άλλα δεν τα είχαμε δοκιμάσει και τα περισσότερα δεν τα είχαμε δει ποτέ μας. Είχαμε ακούσει όμως την έκφραση "... και τα πέταξαν πίσω στη θάλασσα". Και στο ξεδιάλεγμα από τα δίχτυα αρχίσανε να πετάνε. Αν και τελικά το εγκεφαλικό το γλύτωσε ο θείος, έπαθε μεγάλη ζημιά. Δεν του είχε τύχει ποτέ του τέτοιο κάζο. Μετά που ηρέμησε, μας μάζεψε όλους, μας έβαλε να καθίσουμε γύρω γύρω και μας έβγαλε έναν λόγο, απ'αυτούς που θα ευχής έργον θα ήταν αν τον άκουγαν και οι πιο παθιασμένοι οικολόγοι. Το σύνθημα που μας έβαλε στο τέλος να φωνάξουμε, το θυμάμαι ακόμα:" τίποτα δεν πετάμε στα σκουπίδια, όλα τα τιμάμε και τους σπάμε και τα αρχίδια "
Χρόνια αργότερα ξαναείδα τις πεσκανδρίτσες στα ιχθυοπωλεία που τότε στο τσακ γλύτωσαν λόγω θείου. Και τα σαυρίδια και άλλα ταπεινά που τα έχω ξεχάσει εδώ και χρόνια. Αρκετά φλυάρησα, στο δια ταύτα τώρα, στην συνταγή δηλαδή.
Στην κουζίνα ο Μ., εγώ και η αρχιμαγείρισα η θεία Ξένια. Η οποία από τα υπέροχα ψάρια που είχαν φέρει τα παιδιά, αυτά δηλαδή που μας γυάλισαν στο μάτι, αυτή διάλεξε κάποια μικρομεσαία ασημί - λαδί με κάτι βούλες στη ράχη τους. Θυμήθηκα πως ήταν ανάμεσα σ'αυτά που είχαμε συμφωνήσει να τα πετάξουμε πίσω στη θάλασσα. Καλέ κυρία Ξένια, την ρώτησε ο Μ., τι ψάρια είναι αυτά; Φρίσσες του απάντησε. Φρίσσες; Η μάνα μου γκρινιάζει όποτε ο πατέρας φέρνει φρίσσες. Δεν της αρέσουν. Γιατί να μην μαγειρέψουμε από τα άλλα; Γιατί έχω 8 στόματα να θρέψω στο σπίτι. Τα άλλα είναι για πούλημα. Σας είπε ο άντρας μου ένα σύνθημα που λέει ότι τίποτα δεν πετάμε; Ε, θα δείτε, έτσι όπως θα σας τις μαγειρέψω θα γλείφετε τα δάκτυλά σας. Βέβαια θα ήταν πιο νόστιμα αν είχαμε σαρδέλες, αλλά και οι φρίσσες δεν παν πίσω. Είπε και ελάλησε και μας έστρωσε στη δουλειά. Εκεί με τη θεία Ξένια έμαθα να καθαρίζω ψάρια. Κι εκεί με έπιασε για πρώτη φορά μια ζέση για το μαγείρεμα.
Αφού τελειώσαμε με το καθάρισμα, μας έδωσε τις οδηγίες της. Θα πάτε κάτω στο μποστάνι και θα μου φέρετε τέσσερα πέντε κρεμμύδια, ένα σκόρδο, να κόψετε και καμιά δεκαριά ντομάτες όσο γίνεται πιο ώριμες και αρκετό μαϊντανό. Εγώ μέχρι να γυρίσετε θ'ανάψω το φούρνο και θα βάλω τα χόρτα να βράζουν. Πήγαμε, χαζέψαμε και λίγο όλα αυτά τα φυτά που ήταν στα χάι τους και ανάλαφροι πήραμε το δρόμο της επιστροφής.
Οι φρίσσες που είχε βάλει η θεία Ξένια σε ένα μεγάλο ταψί θα ήταν κοντά στα δύο κιλά. Μας είπε να ψιλοκόψουμε τις ντομάτες, τον μαϊντανό, να κόψουμε σε μικρά κομμάτια τα κρεμμύδια και το σκόρδο και να περιμένουμε. Όταν τέλειωσε μας είπε να αλατοπιπερώσουμε τα ψαράκια, κι αυτή έριξε μία ρίγανη που μας ξετρέλανε η μυρωδιά της. Μετά περιέλουσε τα ψάρια με το χυμό από εφτά οχτώ λεμόνια. Έριξε από πάνω τα κρεμμύδια, τα σκόρδα, φύλλα δάφνης, έκανε ένα πέρασμα με λάδι, έριξε λίγο άσπρο κρασί και πάνω απ'όλα αυτά πέταξε καμιά δεκαριά ψιλές φέτες λεμονιού. Τότε ο Μ. της είπε, πως θα πήγαινε και λίγη ψιλοκομμένη καυτή πιπερίτσα, τι λες Ξένια; Τον κοίταξε όπως ήθελα να κοιτάζει εμένα και του είπε: σου κόβει στη μαγειρική, ε; Και ρίξαμε και πιπερίτσες. Μετά σκέπασε το ταψί και το έβαλε στον ξυλόφουρνο. Δυο τρεις φορές το κοίταξε και στο τέλος για μισή ώρα περίπου το άφησε να ψήνεται δίχως το καπάκι. Αυτό ήταν. Να σας πω ότι όλοι, μα όλοι πάθαμε την πλάκα μας. Το ταψί άδειασε εντελώς κι εμείς είχαμε ένα δυνατό αίσθημα ευφορίας. Φυσικά έπαιξε μεγάλο ρόλο η παρέα, το υπέροχο κρασί του θείου, ο αέρας και οι μυρωδιές, οι κουβέντες, όλα. Και η απροσδιόριστη γοητεία της θείας που όποτε την κοίταζα κοκκίνιζα, ενώ αυτή κάτι μου έλεγε με τα μάτια της, αλλά δεν το κατάλαβα τις πρώτες μέρες εκείνου του Ιούνη.
Χρόνια μετά, μια μέρα συναντηθήκαμε τυχαία με τον Μ. Κάτσαμε σ'ένα ουζερί, και είπαμε όσα λένε οι άνθρωποι που κάποτε ήταν πολύ κοντά και μετά χάθηκαν. Ο Μ. μου είπε πως έγινε μάγειρας, αν κι αυτό τό είχα μάθει. Και μάλιστα ότι ήταν ένας από τους καλύτερους του χώρου. Να σου και κάτι, μου λέει κάποια στιγμή. Θυμάσαι τότε που είχαμε μείνει στους θείους του Σ; Δύο πράματα νομίζω που μου πέρασαν. Η όρεξη που είχαν για ότι και αν έκαναν και εκείνο το σύνθημα, εκείνο το "δεν πετάμε τίποτα..".
Κι εγώ του είπα, θυμάσαι τι μας μαγείρεψε η Ξένια την τελευταία μέρα; Εκείνο το φαί με τις φρίσσες το θυμάσαι; Μου έμεινε και από τότε που άρχισα να μαγειρεύω, το έχω μαγειρέψει άπειρες φορές. Τις περισσότερες με σαρδέλες. Ποτέ δεν το πέτυχα όπως τότε. Πάντα μου γίνεται σχεδόν τέλειο, όπως σχεδόν τέλεια περάσαμε εκείνο το καλοκαίρι, (αυτό που έμεινε στον αέρα σκέφτηκα, ήταν το ανολοκλήρωτο με την Ξένια). Το ωραίο όμως είναι ότι αρέσουν σε όλους. Και ξέρεις πως το λέω; Σαρδέλες αλά Ξένια. Με τη βοήθεια των τσίπουρων θυμηθήκαμε κι άλλα απ' τα παλιά με ένα τρόπο ευφρόσυνο, πριν ξαναχαθούμε για χρόνια.

Λίγο μετά που η πράσινη θύελλα είχε αρχίσει να σαρώνει την Ελλάδα, με κάτι φίλους οργώσαμε την βορειοανατολική Εύβοια. Ο Σ. οδηγούσε ένα ημιφορτηγό είχε και κάτι συγγενείς στα μέρη αυτά, οπότε το όλον μας ερχόταν φτηνά. Αρχές Ιουνίου θάτανε θαρρώ, όταν για μια ακόμα φορά περάσαμε το στενό του Ευρίπου.