Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2014 19:23

2η) Να'ξερες τι μου θυμίζει το Πολίτικο μυτσβέρι

Επιλέγουσα ή Συντάκτρια 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Στην Κωνσταντινούπολη πριν αρκετά χρόνια πήγαινα συχνά. Για δουλειές. Κάθε φορά καθόμουν πέντε έξι μέρες. Όταν τα απογεύματα τελείωναν τα ραντεβού, έπαιρνα τους δρόμους και χανόμουν όχι μόνο στον χώρο αλλά και στον χρόνο. Η Πόλη ως γνωστόν είναι ένα ζωντανό μουσείο και δύσκολα να σε πάρει από κάτω ακόμα κι αν είσαι μόνος, ακόμα κι αν είναι λίγα τα λεφτά που έχεις στην τσέπη σου.

Τα δώδεκα και βάλε εκατομμύρια Τούρκοι που ζούσαν εκεί ποτέ δεν μου έδωσαν την εντύπωση ότι τους αρέσει πιο πολύ το μέσα από το έξω. Είχα καταλήξει πως ευκαιρίες έψαχναν για να είναι στους δρόμους, να συναντούν τους δικούς τους, να κανονίζουν δουλειές, να μη βάζουν γλώσσα μέσα και μερικές φορές να χάνονται όπως κι εγώ πέρα μακριά. Μα πάντα επέστρεφαν πίσω στην ώρα τους για να μαζευτούν γύρω από ένα τραπέζι που ακόμα κι αν ήταν φτωχικό τα εδέσματα ήταν τα εξαίσια και το τιμούσαν δεόντως. 

Τα χρόνια που πήγαινα στην Πόλη, δήμαρχός της ήταν ο Ερντογάν κι ο άνεμος που έπνεε ήταν μεν θολός, αλλά διεγερτικός. Υπήρχε κόντρα, οι ισλαμιστές ήταν η ανερχόμενη δύναμη και μετέδιδαν ένα ρεύμα στην κοινωνία. Έτσι τουλάχιστον το βίωνα εγώ. Αυτό πάντως που διέκρινα καθαρά ήταν πως η Πόλη ήταν πια η πρώτη πόλη των Βαλκανίων. Ανοιχτή σε ρεύματα και σε ιδέες, έπαιζε το χαρτί της ενσωμάτωσης των νέων αντιλήψεων στις παραδοσιακές. Κι αυτό όλο είχε μία ορμή που το έκανε ορατό. Ένας αέρας ελευθερίας έβγαινε από τις μουσικές τους και τις ταινίες τους, από τους χορούς τους και τις ποικίλες εκδηλώσεις τους. Το έβλεπες και στα μαγαζιά και στις πλατείες και παντού, ότι κάτι είχε αρχίσει να παίζετε. Τα τελευταία χρόνια όμως, τουλάχιστον από αυτά που μαθαίνω από τους εκεί φίλους μου, μια σκοτεινιά κι ένας φόβος έχει αρχίσει να πλακώνει σιγά σιγά την Πόλη. 

Διαφορές με τους Τούρκους προφανώς και έχουμε. Διαπίστωσα όμως ότι έχουμε και πολλά κοινά σημεία, πράγμα που κάνει τις επαφές μαζί τους μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ιστορία. Αυτό το "και μοιάζουμε και δε μοιάζουμε" είναι μια ιδιόμορφη συνθήκη που συνήθως επιδρά θετικά όχι μόνο στις παρτίδες που αναοίγουμε μαζί τους, αλλά και γενικότερα στις σχέσεις. Πάντως στις δοσοληψίες που είχα, ποτέ κάτι δεν στράβωσε, και καμιά φορά δεν ένιωσα ότι υπήρχε πρόθεση εξαπάτησης και ριξίματος. Με λίγα λόγια οι σχέσεις μου μαζί τους γρήγορα έγιναν φιλικές και ένιωθα να είναι πανταχού παρούσα μια ευγενική ζεστασιά ανθρώπων ανοιχτόκαρδων. Ελπίζω τα ίδια να εισέπραξαν κι αυτοί από μένα. Κι αυτά ήταν κάτι πέρα από το γεγονός που και οι δυο κερδίζαμε, γιατί υπήρξαν και χρονιές που χάσαμε αρκετά και οι σχέσεις μας παρέμειναν στο ύψος τους.

Από το δεύτερο χρόνο και μετά φτιάχτηκε σιγά σιγά μια παρεά με πυρήνα έξι εφτά άτομα που όσες μέρες ήμουν εκεί, όλο και κάτι είχαν κανονίσει για τα βράδια. Αυτοί μου έμαθαν διάφορα στέκια, εξαιρετικές γωνιές, μέρη αόρατα στους τουρίστες όπου τους έδιναν ζωή τύποι απίθανοι. Αυτοί μου γνώρισαν και τα τελευταία Ρωμέικα μαγαζιά που τα καταευχαριστήθηκα παρόλο που έβγαζαν μια αδιόρατη μιζέρια. Γενικά ήταν βραδιές που ακόμα τις θυμάμαι και που πιστεύω ότι όλοι μας βγάλαμε τα καλά μας στοιχεία.

Ξέρετε φυσικά πως δεν είναι απίθανο σε τέτοιες καταστάσεις ευωχίας και ανοιγμάτων και πειραγμάτων να προκύψουν εκτός των άλλων και τα άλλα βλέμματα . Τα μυστήρια εκείνα που όσα κρύβουν αλλά τόσα υπόσχονται, που όσα ψάχνουν άλλα τόσα τα έχουν βρει με το καλημέρα σας. Βλέμματα που διασταυρώνονται και μπλέκονται σε παιχνίδια απ'αυτά που κάνουν τα τυχαία δήθεν αγγίγματα να είναι σαν να σε κτυπάει ρεύμα. Και αναπόφευκτα εάλω και η Ράνια, εάλω και ο Αλί. Αυτός ο Αλί λοιπόν, ας τον πούμε έτσι, και οι σαράντα κλέφτες του, ήταν μικρότερός μου. Όχι πολύ, αλλά κάποιες φορές αισθανόμουν αυτήν τη διαφορά ηλικίας. Όλες όμως τις άλλες φορές ένιωθα μαζί του δέκα χρόνια νεώτερη. Κι όταν κάποια χρονιά δεν εμφανίστηκε και έμαθα ότι είχε φύγει για τη Γερμανία, έπεσε η Πόλη και με πλάκωσε κι εγώ έγινα δέκα χρόνια μεγαλύτερη. Στην Πόλη από τότε δεν ξαναπάτησα το πόδι μου. Μετά δύο χρόνια ερωτεύτηκα τον μέλλοντα άντρα μου. 

Τι έμεινε; Κάποιες ιδιαίτερες τούρκικες λέξεις που μου έμαθε και που στο στόμα του Αλί ηχούσαν μελωδικά, μια μελαγχολία στα όμορφα ματάκια μου που τους δίνει ακόμα και σήμερα το βάθος της περίσκεψης ένεκα πόνου και οι αστραπές της χαράς από τις μέρες που οι ανάσες μας ήταν καυτές, που τα φιλιά του δεν τα χόρταινα και η Πόλη μας αγαπούσε πιο πολύ κι απ'τα παιδιά της.

Και το μυτσβέρι το Πολίτικο. Τι είναι τούτο; Ένα υπέροχο ορεκτικό, κάτι σαν κολοκυθόπιτα. Και γιατί αυτό; Την πρώτη φορά που ήταν πια ολοφάνερο πως έτρωγε ό ένας τον άλλον με τα μάτια, είμασταν ένα βράδυ μόνοι μας δίπλα στο Βόσπορο. Κάποια στιγμή ο Αλί έκοψε με τα χέρια του μια μπουκίτσα μυτσβέρι και το έφερε στο στόμα μου. Κι εγώ το πήρα μέσα μαζί με τα δάκτυλά του που τα φίλησα απαλά για πρώτη φορά. Προς τιμήν εκείνης της φοράς, την επόμενη χρονιά ο Αλί με πήγε σε μια θεία του που μου έμαθε να φτιάχνω αυτήν την πίτα. Γενικά αποφεύγω να την κάνω, αλλά καμιά φορά που επιμένει ο άντρας μου και την φτιάχνω, το μυαλό μου γεμίζει με εικόνες που στάζουν Ισταμπούλ. Που γρήγορα όμως φεύγουν όταν με τον άντρα μου είμαστε στα μέλια. Την συνταγή αυτή θα σας την πω κατά 99%. Το 1% ανήκει στον Αλί.

Λοιπόν, τρίβουμε καμιά δεκαριά κανονικά κολοκύθια στον τρίφτη. Προσοχή, στον τρίφτη λέω κι όχι στο μπλέντερ που μια φορά που το έκανα δεν έγινε καλό. Μετά, όπως στίβουμε τ'αγγούρια όταν κάνουμε τζατζίκι, το ίδιο κάνουμε και με τον πολτό των κολοκυθιών. Τον στίβουμε μέχρι να φύγουν όλα τα υγρά τους. Αφού κλείσει το κεφάλαιο της αποξήρανσης, ρίχνουμε ένα ματσάκι ψιλοκομμένο άνηθο, τρία αυγά, περίπου ένα τέταρτο αλεύρι, λάδι ένα κρασοπότηρο, ένα τέταρτο φέτα και αλάτι. Η φέτα δεν είναι υποχρεωτική. Όλα αυτά τα υλικά τα ζυμώνουμε καλά, ώσπου να γίνουν ένας πολτός, όσο γίνεται ομοιογενής. Παίρνουμε το μείγμα, το απλώνουμε σε ένα ταψί και το ψήνουμε στους 170 με 180 βαθμούς για 1.30' το πολύ. Αυτό ήταν. Μετά συνήθως ανάβω ένα τσιγάρο και ύστερα φτιάχνω κι ένα τζατζίκι. Το μυτσβέρι το φτιάχνω στο φούρνο γιατί έτσι αρέσει στον άντρα μου. Όμως τότε με τον Αλί, τηγανητό ήταν. Που είναι το ίδιο εύκολο. Καίμε λίγο λαδάκι στο τηγάνι, φτιάχνουμε σαν μέτρια μπιφτέκια τον πολτό και τα τηγανίζουμε μέχρι να ροδίσουν. Καλή σας όρεξη. Α, και στην Πόλη αν δεν έχετε πάει, να πάτε.  Φυσικά και εκεί, όπως και σε όλο τον κόσμο, υπάρχουν πράματα που δεν θα σας αρέσουν, άνθρωποι που καλό είναι να μείνετε μακρυά τους.  

Διαβάστηκε 2904 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2014 16:54

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση