Δεν ξέρουμε αν η Michelle είχε άλλη συνεισφορά εκτός από τον στίχο περί εκκλησιών, στη δεύτερη στροφή — ξέρουμε μόνο ότι ο John έσπαγε για μέρες το κεφάλι του να βρει κάτι καλύτερο, αλλά στάθηκε αδύνατο. Ο στίχος έμεινε. Το τραγούδι είναι επίσης ένας μικρός θρίαμβος της τυχαιότητας, αφού ένας λόγος για την επιτυχία του ήταν το σόλο φλάουτο. Ο Phillips είχε κολλήσει με το λίγο πριν από το τέλος του τραγουδιού. Ήθελε ένα σόλο αλλά όχι από τα συνηθισμένα εκείνη την εποχή, με την κιθάρα. Ήθελε κάτι, αλλά τι; (Νοσταλγούσε, εν προκειμένω, κάτι που δεν ήξερε.) Και ήταν ήδη στο στούντιο. Και σπαζοκεφάλιαζε. Απελπισμένος, βγήκε στον διάδρομο για τσιγάρο και έπεσε κυριολεκτικά πάνω στον τζαζίστα μουσικό πνευστών Bud Shank. «Έλα δω εσύ», του είπε. «Παίξε κάτι». Και ο Bud έπαιξε.
Εδώ για μια αναλυτική περιγραφή του California dreamin.

Φαίνεται πως το μόνο καλό του χειμώνα —του κάθε χειμώνα, όπου γης— είναι πως εξαιτίας του η νοσταλγία για το καλοκαίρι μπορεί να εμπνεύσει κάτι. Κάτι, εκτός από γκρίνια, δηλαδή. Με τους Mamas and Papas, πάντως, έτσι έγινε. Κολλημένοι στην παγερή Νέα Υόρκη τον χειμώνα του 1965, ο John Philips ξύπνησε μια μαύρη νύχτα τη Michelle για να τον βοηθήσει να γράψει αυτό το κλασικό, πλέον, τραγούδι νοσταλγίας για τη ζέστη. (Έχει γράψει ποτέ κανείς τραγούδι νοσταλγίας για το κρύο; Σιγά μην έχει γράψει.).