Δεν έχω ιδέα πώς να σας συστήσω την Ασλί Ερντογάν. Μοιάζει να είναι τόσα πολλά πράγματα μαζί που μοιραία συγκρούονται όπως αντίρροπες δυνάμεις της φύσης με τον κίνδυνο η μία να εξουδετερώσει την άλλη. Και στο τέλος τι μένει; Τι είναι αυτό που «μετράει»; Μπορώ να σας πω ότι είναι από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της σύγχρονης τουρκικής λογοτεχνίας αλλά υποτιμημένη στη χώρας της. Πως κάποιοι κριτικοί την τοποθετούν στη λίστα των 50 συγγραφέων που θα αφήσουν το σημάδι τους στον 21ο αιώνα και πως τα βιβλία της έχουν μεταφραστεί σε 15 γλώσσες, αν και είναι σχεδόν άγνωστη στην Ελλάδα. Πώς είναι γόνος μεγαλοαστικής οικογένειας της Κωνσταντινούπολης, πως σπούδασε με υποτροφία στο CERN Φυσική των Στοιχειωδών Σωματιδίων αλλά τα παράτησε όλα για τη συγγραφή…
Αλλά έτσι δεν θα γνωρίσετε την Ασλί.
Για να την περιγράψει κανείς πρέπει πρώτα να κάνει την αφαίρεση. Να τα αφήσει όλα τα παραπάνω στην άκρη. Εξάλλου «το να είσαι συγγραφέας δεν έχει να κάνει με τη φήμη και το χρήμα αλλά με την εκπλήρωση της υπόσχεσης να δώσεις φωνή σε αυτούς που δεν μπορούν να φωνάξουν». Και στην περίπτωσή της αυτό δεν είναι από ένα τσιτάτο της σύγχρονης διανόησης που αναζητά απελπισμένα να προσδώσει λίγο ειδικό βάρος στην ύπαρξη της. Όπως έχει γράψει «αναλαμβάνω πλήρως τη μοίρα και την ευθύνη μιας λογοτεχνικής φράσης που διάβασα: Αν δεν σου καεί το χέρι δεν γράφεις».
Και την ανέλαβε. Σήμερα μια από τις πιο σπαρακτικές φωνές που υψώνονται με συνέπεια και ένταση κατά του καθεστώτος Ερντογάν, των μαζικών επιθέσεων του κουρδικού πληθυσμού στην Ανατολική Τουρκία, τις μαζικές συλλήψεις και φυλακίσεις, δημοσιογράφων, δικαστών, δικηγόρων, πολιτικών, φοιτητών, την οξεία κριτική στις «ανοιχτές πληγές της Τουρκίας όπως η Γενοκτονία των Αρμενίων», ο εθνικισμός, ο μισογυνισμός, η βία της τουρκικής κοινωνίας. Η αρθρογραφία της, που μοιάζει με ποίηση σε ελεύθερο στίχο, και η θέση της ως σύμβουλος έκδοσης στην εφημερίδα Οζγκύρ Γκιουντέμ την έστειλαν για 136 ημέρες στη φυλακή.
Ακόμη και αυτά όμως μπορούν να μπουν στην άκρη. Αυτό που πρέπει να κρατήσουμε είναι πως αυτό το πλάσμα, το τόσο μοναχικό, το τόσο εύθραυστο και κάπως απόκοσμο, σαν αερικό, τη στιγμή που αντιμετωπίζει την ποινή της ισόβιας κάθειρξης (για κατηγορίες όπως συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση και σε δραστηριότητες που απειλούν την ασφάλεια του κράτους) δεν σταματά να μιλά. Παίρνει το ρίσκο που μπορεί να της κοστίσει τη ζωή της, πάει κόντρα στο φόβο και όπου βρεθεί και σταθεί μιλά για τα εγκλήματα που διαπράττονται στη χώρα της ενώ περιμένει να δικαστεί.
Μιλά και γράφει. Μνημονεύοντας στίχους του Σεφέρη και του Ρίλκε, του Σενέκα και του Σαίξπιρ. Περιγράφοντας με τη σκληρή ειλικρίνεια της απλότητας τις πιο δύσκολες στιγμές της στη φυλακή, τη βία στην παιδική της ηλικίας που αντικατοπτρίζεται σαν καθρέφτης της βίας στην τουρκική κοινωνία, όπως λέει, ενός τόπου που όπως και η ίδια αναρωτιέται «δεν έχει χορτάσει πια το αίμα;».
Πατώντας εδώ θα σας εμφανιστεί ολόκληρη η συνέντευξη που παραχώρησε η Ασλί Ερντογάν στην Κατερίνα Πρίφτη και αναρτήθηκε στο μπλογκ huffingtonpost στις 2.12

Δεν θέλω να γίνω συνένοχη για το εντελώς καμένο σαγόνι που βρέθηκε σε ένα υπόγειο και ανήκει σε ένα παιδί δώδεκα χρονών. Ούτε για τους μαύρους σάκους που παραδίδουν λέγοντας «Αυτός είναι ο πατέρας σου», «αυτό είναι το παιδί σου», «πέντε κιλά το πολύ κρέας και κόκαλα»...Ούτε στο τρομερό έγκλημα που διαπράττεσαι απέναντι σε μια μάνα που περιμένει εβδομάδες ολόκληρες μπροστά απ′ το νοσοκομείο εκλιπαρώντας «Κι έστω ένα κοκαλάκι του το δέχομαι»*