Έχει ο θεός μου δύσκολες αρχές,
δεν μαγαρίζει τη ζωή με συμβουλές και ευκολίες δοτές,
-ποιό νόημα;-
άλλα νογάει αυτός χαρές,
μυστήριος,
-τι είν' το κοντά, τι είν' το μακρυά,
το εδώ, το τώρα;-
τίποτα δεν ζητάει,
μ’ ένα χαμόγελο λειψό με παραστέκει,
χρόνια ανερμήνευτο,
όλα όσα ξέρω και θυμάμαι τα ξεχνάει,
σ' άλλα με σπρώχνει,
ρωτάω, σωπαίνει,
αμίλητος βαδίζει,
όσα φοβάμαι, όσα ποθώ τα προσπερνάει ανέμελος,
-καλά, κακά αδιάφορο-
αεικίνητος, όλο μπροστά τραβάει,
φέγγει το βήμα του στα σκοτεινά,
φωτίζει αφώτιστα, καινούργια μέρη,
σταυρώνει τον καιρό και πάει,
"έργω πιστεύουμε", σαν να μου λέει,
"τι με κοιτάς;
προχώρα!
έχουμε δρόμο ακόμα."
κι εκεί που τον ακολουθώ,
-ή έτσι τουλάχιστον νομίζω-
με παρατάει σύξυλον,
να πορευτώ στο μαύρο φως
και να τα βγάλω πέρα
-τι σύννεφο, τι βράχος;-
μόνος.