Υπάρχουν βέβαια και οι εξαιρέσεις. Βλέπουμε έναν ελεύθερο διάδρομο, για παράδειγμα, και ως διά μαγείας τον βλέπει και ο ποδοσφαιριστής που έχει την μπάλα. Βλέπουμε τη δυνατότητα μιας διαγώνιας μεταβίβασης και ο ποδοσφαιριστής την εντοπίζει επίσης. Λίγοι μπορούν να το κάνουν αυτό, λίγοι σε κάθε γενιά. Μπορούμε να ισχυριστούμε, λοιπόν, ότι υπάρχουν δύο ειδών ποδοσφαιριστές: αυτοί που μπορούν εντός ενός κατάλληλου πλαισίου να είναι λιγότερο ή περισσότερο χρήσιμοι και εκείνοι που ξεχωρίζουν, εφαρμόζοντας μπροστά στα μάτια μας την ιδέα που έχουμε για το ιδανικό παιχνίδι. Υπάρχουν όμως και κάποιοι ακόμα, η σπανιότητα των οποίων δεν επιτρέπει να τους κατατάξουμε. Είναι εκείνοι που βλέπουν αυτό που εμείς, παρά την προνομιακή μας θέση, δεν έχουμε καν προλάβει να σκεφτούμε, αυτοί που δημιουργούν ό,τι δεν φαίνεται πιθανό να συμβεί. Από το άδειο καπέλο του ταχυδακτυλουργού εμφανίζεται ένα κουνέλι, και αυτό πάντα θα μας εκπλήσσει, όσες φορές και να το δούμε, γιατί στη συνείδησή μας είναι εντυπωμένο ότι μέσα στα καπέλα δεν υπάρχουν κουνέλια.
Στην περίπτωση του Λιονέλ Μέσι, αυτό το κουνέλι βγήκε από το καπέλο του κάποιες χιλιάδες φορές στη διάρκεια της καριέρας του. Αυτό μας κάνει να θαυμάζουμε τον άνθρωπο· ναι, είναι ένας ταχυδακτυλουργός, ένας μάγος, αλλά θα ήταν επιπόλαιο αν μέναμε στο «κόλπο». Αυτό που κατάφερε ο Μέσι είναι να μας κάνει να αντιλαμβανόμαστε το οικείο ποδοσφαιρικό παιχνίδι ως κάτι διαρκώς καινούργιο, ανανεώνοντας την ίδια μας την πρόσληψη γι’ αυτό. Επιχειρώντας έναν ίσως αδόκιμο παραλληλισμό, παραπέμπω σε αυτό που έγραψε πριν από περίπου έναν αιώνα ο Ρώσος θεωρητικός Βίκτορ Σκλόφσκι, αναφέροντας ότι ο στόχος της τέχνης είναι «να μεταδίδει την αίσθηση των πραγμάτων όπως τα αντιλαμβανόμαστε και όχι όπως τα γνωρίζουμε. Η τεχνική της είναι να κάνει τα αντικείμενα “ανοίκεια”, να κάνει τις μορφές δύσκολες, να αυξάνει τη δυσκολία και τη διάρκεια της αντίληψης […]». Η πρόκληση της ανοικείωσης είναι η κληρονομιά του Μέσι στο ποδόσφαιρο.

Επιστροφή στο πατρικό του στο Ροσάριο το 2003, με τα αδέρφια, τα ανίψια και τους γονείς του. (Φωτογραφία: El Grafico/ Getty Images/ Ideal Image)
2
Ο Μέσι μπήκε στη ζωή μας τέτοιες ημέρες πριν από 22 χρόνια, τον Οκτώβριο του 2004, όταν πέρασε ως αλλαγή για την Μπαρτσελόνα σε έναν αγώνα με την Εσπανιόλ για το ισπανικό πρωτάθλημα, αντικαθιστώντας τον Ντέκο. Πιο πριν, το όνομά του κυκλοφορούσε περισσότερο ως φήμη. Και τι είδαμε; Έναν μικροσκοπικό έφηβο με μακριά μαλλιά που δεν έμοιαζε να φοβάται τίποτα και κανέναν. Στην αρχή μάς γοήτευσε αυτό ακριβώς. Η άγνοια κινδύνου και το θράσος του, η νεανική του σπιρτάδα, η εξωτική του αύρα. Και όταν καταλάβαμε τι μπορεί να κάνει, άρχισαν να μας γοητεύουν τα κατορθώματά του. Στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 2010, οι επιδόσεις του προκαλούσαν δέος. Τη σεζόν 2011-12 πέτυχε 50 γκολ μόνο στο ισπανικό πρωτάθλημα – συνολικά σκόραρε 73 φορές. Και ήταν και υπέροχος στο μάτι, πολύ σημαντικό· χαιρόσουν να τον βλέπεις. Η ακρίβεια στις πάσες του, το απρόβλεπτο ξεπέταγμά του, το γεγονός ότι ήταν αδύνατον να του αποσπάσει κανείς την μπάλα. Ήταν άπιαστος. Μετά μας γοήτευσε η συνέπειά του. Ήταν πάντα παρών, πάντα εξαιρετικός, πάντα ένας παράγοντας δημιουργίας σπουδαίων καταστάσεων. Και μας γοήτευσε, τελικά, το ότι όλα αυτά γίνονταν μπροστά μας, ο θρύλος του δεν χτίστηκε μέσα από αφηγήσεις, αλλά μέσα από μια ζωντανή τηλεοπτική κάλυψη. Ένας μέσος φίλαθλος σε οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη είχε τη δυνατότητα όλα αυτά τα χρόνια να παρακολουθήσει εκατοντάδες αγώνες του, σχεδόν όλους, αν ήθελε. Υπήρξαμε αυτόπτες μάρτυρες της εποχής του.

Μια υποσημείωση στην πορεία του: η φάση των ξανθών μαλλιών το 2016. (Φωτογραφία: Craig Williamson – SNS/ Getty Images/ Ideal Image)
3
«Ο Μέσι είναι ο μοναδικός ποδοσφαιριστής που τρέχει πιο γρήγορα με την μπάλα στα πόδια παρά χωρίς», είπε κάποτε γι’ αυτόν ο Πεπ Γκουαρντιόλα, γεγονός που παραδόξως μοιάζει απολύτως αληθινό, αν και πιθανότατα δεν είναι. Αυτό που μάλλον ισχύει είναι ότι στα χρόνια της ποδοσφαιρικής του ακμής ο Μέσι έτρεχε το ίδιο γρήγορα είτε είχε την μπάλα στα πόδια του είτε όχι, καθώς αυτή κολλούσε με έναν φυσικό τρόπο στα παπούτσια του, χωρίς η ανάγκη ελέγχου της να επηρεάζει την ταχύτητά του. Στο μεταξύ, λόγω ίσως του μικρού του διασκελισμού, το τρέξιμό του έδινε πάντα την αίσθηση του επείγοντος. Το θέαμα αυτό υπήρξε μια θαυμάσια ποδοσφαιρική εμπειρία – ο φιλόσοφος Καντ θα μιλούσε για ανιδιοτελή αισθητική ευχαρίστηση. Ο Μέσι βέβαια κάποτε μεγάλωσε. Στο Μουντιάλ του καλοκαιριού περνούσε μεγάλα διαστήματα παρακολουθώντας την εξέλιξη του παιχνιδιού, χωρίς επί της ουσίας να συμμετέχει και δεν ενεργοποιούνταν παρά μόνο τις στιγμές που έκρινε ότι μπορεί να γίνει σημαντικός. Πέτυχε οκτώ γκολ σχεδόν περπατώντας. Κάποιοι ερευνητές από ένα πανεπιστήμιο της Αυστρίας μελέτησαν τις κινήσεις του και εντόπισαν ότι, πριν πάρει την μπάλα στα πόδια του, είχε κοιτάξει γύρω του χαρτογραφώντας τις θέσεις συμπαικτών και αντιπάλων, καταστρώνοντας έτσι ένα ακριβές σχέδιο για ό,τι θα έπρεπε να κάνει όταν τελικά ξεκινούσε την προσπάθειά του. Η γρήγορη σκέψη είναι ασφαλώς μια καθοριστική δεξιότητα στο ποδόσφαιρο, ειδικά στο σύγχρονο ποδόσφαιρο, και μάλλον η πιο ανεπτυγμένη από όλες που διέθετε ο Μέσι. Το εντυπωσιακό, δηλαδή, δεν ήταν ότι έτρεχε γρήγορα ούτε ότι έτρεχε γρήγορα με την μπάλα στα πόδια, αλλά ότι μπορούσε να σκεφτεί πριν από κάθε αντίπαλο τι θα την κάνει. Τα γκολ του ήταν κατά κανόνα τόσο άψογα εκτελεσμένα, σαν δευτερόλεπτα νωρίτερα να τα είχε δει να συμβαίνουν στο μυαλό του. Απλώς ακολουθούσε το σενάριο. Άλλωστε, σε όλη του την καριέρα υπήρξε κυρίως αυτό: αφοπλιστικά αποτελεσματικός.
4
Η ποδοσφαιρική του βιογραφία είναι γνωστή. Η μεταφυσική του ικανότητα με την μπάλα από όταν σχεδόν έμαθε να περπατάει, η ορμονοθεραπεία για την ανάπτυξή του, οι σκάουτερ της Μπαρτσελόνα που τον εντόπισαν στην ακαδημία της Νιούελς και του πρότειναν να μετακομίσει στην περίφημη Μασία, στην ηλικία των δεκατριών. Παρ’ όλα αυτά έχουν ενδιαφέρον κάποιες λιγότερο γνωστές λεπτομέρειες, τις οποίες βρήκα σε ένα παλιό τεύχος του FourFourTwo από το 2005: Η πρώτη φορά που ο Μέσι μπήκε σε αεροπλάνο ήταν για να ταξιδέψει στην Καταλονία και να ξεκινήσει εκεί την καινούργια του ζωή. Επίσης δεν είχε ιδέα ότι η Βαρκελώνη έχει θάλασσα, γεγονός που τον εντυπωσίασε. Έφτασε βέβαια Φεβρουάριο, είχε κρύο και δεν ήξερε κανέναν. Λίγο αργότερα τον πήρε υπό την προστασία του ως μεγάλος αδερφός ο Ροναλντίνιο, παρά το γεγονός ότι ήταν Αργεντίνος, όπως έχει πει μεταξύ αστείου και σοβαρού. Η εντυπωσιακή αλλαγή κατεύθυνσης και ρυθμού στο παιχνίδι του Μέσι δεν αποκλείεται να προέκυψε έπειτα από μαθήματα του Βραζιλιάνου, που ήταν τότε ο μεγάλος σταρ της πρώτης ομάδας. Κατά τα άλλα, ο Μέσι εκπαιδεύτηκε στο ισπανικό παιχνίδι και στην ισπανική κουλτούρα γεμίζοντας με παράπονα τους συμπατριώτες του που τον έβλεπαν να μην τραγουδάει τον εθνικό ύμνο και, όταν τη δεκαετία του 2010 η Αργεντινή έχασε τρεις μεγάλους τελικούς (του Μουντιάλ του 2014 και δύο Κόπα Αμέρικα), την ίδια στιγμή που με τη φανέλα της Μπαρτσελόνα ο Μέσι μεγαλουργούσε, πίσω στην πατρίδα του άρχισε να τον ακολουθεί η υποτιμητική φράση «pecho frío». Σε ελεύθερη μετάφραση ας το πούμε «άψυχος» ή σε ακόμα πιο ελεύθερη μετάφραση ας πούμε ότι δεν είχε το ταμπεραμέντο του Ντιέγκο Μαραντόνα. Ήταν ο καλύτερος ποδοσφαιριστής στον κόσμο, αλλά δεν ήταν ο Μαραντόνα.

Με τον Ντιέγκο Μαραντόνα στο σύντομο και ατυχές πέρασμα του τελευταίου από τον πάγκο της Αργεντινής στο Μουντιάλ του 2010. (Φωτογραφία: Cameron Spencer/Getty Images/Ideal Image)
5
Η διαδοχή του Μαραντόνα υπήρξε μια ψυχαναγκαστική διαδικασία για το αργεντίνικο ποδόσφαιρο, έφθειρε μια σειρά από ταλαντούχα δεκάρια (Ορτέγα, Ρικέλμε, Αϊμάρ κ.ά.) και φόρτωσε δύο γενιές με ένα αίσθημα ενοχής. Ο Μέσι γεννήθηκε το καλοκαίρι του 1987, ακριβώς έναν χρόνο μετά το Μουντιάλ του Μεξικού. Δεν ζούσε, δηλαδή, όταν ο Μαραντόνα γινόταν μια για πάντα ένα ιερό σύμβολο. Σίγουρα όμως είδε πολλές φορές σε βίντεο το γκολ με την Αγγλία, αφού έβαλε ένα σχεδόν ίδιο, στα 19 του, πολύ μικρότερης σημασίας βέβαια, σε έναν αγώνα της Μπαρτσελόνα με τη Χετάφε για το ισπανικό Κύπελλο. Στα είκοσι χρόνια που ακολούθησαν, πέτυχε αρκετά ακόμα εντυπωσιακά γκολ (κόντρα στη Σαραγόσα, στη Μπιλμπάο κ.ά.), ίσως βέβαια κανένα τόσο εντυπωσιακό όσο εκείνο, και πολλά πολύ σημαντικά: έχει σκοράρει σε μεγάλες ευρωπαϊκές βραδιές με την Μπαρτσελόνα, σε ντέρμπι με τη Ρεάλ, σε δύο τελικούς Τσάμπιονς Λιγκ και φυσικά στον τελικό του Μουντιάλ του Κατάρ. Τότε, με την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου, ολοκλήρωσε το χρέος του προς την πατρίδα του, ικανοποιώντας έναν λαό που έκανε υπομονή επί της ουσίας όσα χρόνια βρισκόταν ο ίδιος εν ζωή. Οι γκρίνιες ξεχάστηκαν και ο Μέσι έγινε επιτέλους ένας αγαπημένος Αργεντίνος. Με τον δικό του τρόπο.

Φίλοι, συμπαίκτες, σούπερ σταρ. Ο Μέσι με τον Ροναλντίνιο σε προπόνηση της Μπαρτσελόνα το 2007. (Φωτογραφία: Ian MacNicol/Getty Images/Ideal Image)
6
Παρά όμως τους αμέτρητους τίτλους και τις ατομικές διακρίσεις, παρά το στάτους του «κορυφαίου» που απέκτησε με τον καιρό, παρατηρώντας σήμερα την καριέρα του στο σύνολό της, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι του έλλειψε μια στιγμή ακραίου ηρωισμού. Δεν πέτυχε ούτε το «γκολ του αιώνα» ούτε έκανε το «χέρι του Θεού». Έπαιξε υπερδιπλάσιες φορές από τον Μαραντόνα με την Αργεντινή, πέτυχε τετραπλάσια γκολ, αλλά η μυθολογία δεν γράφεται με αριθμούς. Ο Μέσι υπήρξε πολύ «τέλειος», ένας αψεγάδιαστος επαγγελματίας, ένα σωστός αθλητής και θα συζητιέται ες αεί και δικαίως, αλλά δεν υπήρξε αυτό που ο Εδουάρδο Γκαλεάνο θα έλεγε «αγρίμι». Δηλαδή αυτό: «Ευτυχώς εμφανίζεται ακόμα στα γήπεδα, αν και περιστασιακά, κάποιο τολμηρό αγρίμι που ξεφεύγει από το πλάνο και διαπράττει το σφάλμα να τα βάλει με ολόκληρη την αντίπαλη ομάδα, τον διαιτητή και το κοινό στις κερκίδες, για την απόλαυση και μόνο του κορμιού που ορμά στην απαγορευμένη περιπέτεια της ελευθερίας». Ο Μέσι έπαιζε για τη νίκη, έπαιζε για το παιχνίδι, έπαιζε για τον εαυτό του, για την ομάδα του, για την πατρίδα του, αλλά δεν χώρεσε ποτέ στο ποιητικό όραμα της περιπέτειας της ελευθερίας. Δεν υπήρξε ποτέ επαναστάτης. Δεν έδωσε σημασία όταν στην απονομή του τροπαίου το 2022 οι διοργανωτές του Κατάρ τού φόρεσαν μια κελεμπία ούτε το έκανε θέμα όταν η αποστολή της ομάδας του επισκέφτηκε τον Λευκό Οίκο του Ντόναλντ Τραμπ. Και όταν παλιότερα βρέθηκε στο δικαστήριο για να απολογηθεί για μια υπόθεση φοροδιαφυγής, σχολίασε λακωνικά ότι αυτό είναι ένα ζήτημα που χειρίζονται οι λογιστές του και ότι «εγώ απλώς παίζω ποδόσφαιρο».
7
Στον πρόσφατο φιλικό αγώνα με το Μπενίν, στον οποίο ο Μέσι φόρεσε για 208η και τελευταία φορά τη φανέλα της εθνικής του ομάδας, τραγούδησε τον ύμνο της χώρας του με την ψυχή του. Αυτό με τον καιρό το είχε κατακτήσει. Αλλά δεν έκανε μόνο αυτό. Μετά το τέλος του παιχνιδιού πήρε ένα μικρόφωνο και απευθύνθηκε στους περίπου 80.000 θεατές του σταδίου Μονουμεντάλ, χωρίς να υπολογίζουμε όσους παρακολουθούσαν από την τηλεόραση. Για τον Μέσι αυτή ήταν μια τεράστια δοκιμασία. Ο Χουάν Βερόν είπε κάποτε ότι η μοναδική φορά που είδε τον Μέσι αγχωμένο ήταν πριν εκφωνήσει έναν σύντομο λόγο μπροστά στους συμπαίκτες του την πρώτη φορά που φόρεσε το περιβραχιόνιο της Εθνικής. Τις λίγες φορές που δέχτηκε ή υποχρεώθηκε να παραχωρήσει κάποια συνέντευξη, έβγαλε το λάδι σε όποιον δημοσιογράφο είχε απέναντί του, καθώς δεν έλεγε σχεδόν τίποτα. Όλα αυτά τα χρόνια υπήρξε σιωπηλός, ήρεμος, μετρημένος και δεν έμπλεξε ποτέ σε καβγάδες – η μοναδική μάλλον φορά που έχασε την ψυχραιμία του ήταν τότε με την ιστορία του «¿Qué mirás, bobo?» («Τι κοιτάς, βλάκα;») που απηύθυνε στον Ολλανδό επιθετικό Βουτ Βέγκχορστ, διακόπτοντας τις δηλώσεις που έκανε μπροστά στις κάμερες μετά τον επεισοδιακό προημιτελικό του Μουντιάλ του Κατάρ. Εν πάση περιπτώσει, ο Μέσι γενικά δεν μιλούσε, έμοιαζε σχεδόν σαν να μην έχει συναισθήματα. Αίφνης, όμως, στον αποχαιρετιστήριο αγώνα του, με το μικρόφωνο στο χέρι στο κέντρο του γηπέδου, υπήρξε λαλίστατος. Και αφού είπε πάνω κάτω όσα θα περίμενε κανείς, χρησιμοποιώντας τη χαρακτηριστική προφορά του Ροσάριο, και αφού επέτρεψε στον εαυτό του να γίνει συναισθηματικός αναφερόμενος στον πρόσφατα εκλιπόντα πατέρα του, σχολίασε το εξής: «Μιλάω περισσότερο από ποτέ, γιατί δεν θέλω να φύγω από εδώ».

Η μεγαλύτερη στιγμή του. Με το παγκόσμιο κύπελλο μετά τον τελικό στο Κατάρ, στο Μουντιάλ του 2022. (Φωτογραφία: Marvin Ibo Guengoer – GES Sportfoto/Getty Images/Ideal Image)
8
Το φιλικο με το Μπενίν έγινε γιατί έπρεπε να γίνει, αλλά οι τίτλοι τέλους είχαν ήδη πέσει στο Νιου Τζέρσεϊ τον περασμένο Ιούλιο, μετά τον χαμένο τελικό κόντρα στην Ισπανία, όταν οι Αργεντίνοι φίλαθλοι φώναζαν το όνομά του για να πνίξουν τη θλίψη τους για την απώλεια του τίτλου ή για να μειώσουν τη δική του. Ήταν μια πολύ δυνατή εικόνα, ιδανική για τελευταία. Όπως ιδανικό θα ήταν και το σενάριο να είχε μείνει για πάντα στην Μπαρτσελόνα, να μην είχε περάσει εκείνη την αμήχανη διετία στο Παρίσι, να μην είχε παίξει ποτέ στην Ίντερ του Μαϊάμι, φορώντας τη φανέλα της οποίας, βέβαια, απενοχοποίησε το ροζ χρώμα από τις αγορίστικες ντουλάπες όλου του κόσμου. Στην οποία Ίντερ, παρεμπιπτόντως, ας μην ξεχνάμε ότι αγωνίζεται ακόμα, άγνωστο γιατί, αφού η παρουσία του στο αμερικανικό πρωτάθλημα έμοιαζε περισσότερο με έναν τρόπο να παρίσταται φρέσκος στα μεγάλα ραντεβού της Αργεντινής. (Μήπως ονειρεύεται κάποια συμβολική επιστροφή στη Βαρκελώνη;) Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι αγωνίζεται για τα χρήματα, αν και δεν είναι λίγα: το ετήσιο συμβόλαιό του ανέρχεται σε περίπου 28 εκατ. δολάρια, τα οποία προστίθενται στα 1,8 δισ. δολάρια που υπολογίζεται ότι έχει κερδίσει παίζοντας ποδόσφαιρο. Μήπως συνεχίζει να παίζει για τη χαρά του παιχνιδιού; Δεν θα το κάνει πάντως για πολύ ακόμα. Όπως έγραψε και ο Αμερικανός αθλητικογράφος Πάμπλο Μάουρερ στον Guardian: «Η αποχώρησή του από το διεθνές ποδόσφαιρο λειτουργεί ως υπενθύμιση: δείτε τον όσο ακόμα μπορείτε». Αλλά πού; Στο MLS; Όχι. Αυτό το αριστερό βολέ που επιχείρησε στο τέλος της παράτασης στον τελικό του Μουντιάλ καταγράφεται ως η τελευταία του πραγματική ποδοσφαιρική στιγμή.

Αποχαιρετισμός στην Εθνική Αργεντινής μετά το τέλος του φιλικού με το Μπενίν. (Φωτογραφία: Marcelo Endelli/ Getty Images/ Ideal Image)
9
Αν τύχει και δει κανείς σήμερα έναν αγώνα από τη δεκαετία του ’90 (από το Μουντιάλ της Ιταλίας ή της Αμερικής, για παράδειγμα), θα καταλάβει μέσα σε λίγα λεπτά ότι το ποδόσφαιρο που παιζόταν τότε ήταν ένα διαφορετικό άθλημα. Και ακόμα περισσότερο, προφανώς, όσο πηγαίνουμε πιο παλιά. Άλλος ρυθμός, άλλες εντάσεις, άλλη λογική. Είναι, δηλαδή, αδύνατον να συγκρίνουμε ποδοσφαιριστές διαφορετικών περιόδων και είναι μάταιο να προσπαθούμε να αποδείξουμε ότι ο Μέσι είναι ή δεν είναι ο καλύτερος όλων των εποχών. Το μόνο που μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα είναι ότι κάποτε ο Πελέ σημάδεψε μια εποχή, ο Κρόιφ τη δική του, μετά ήρθε ο Μαραντόνα, μετά ο Ζιντάν και μετά ο Μέσι. Ο καιρός που πέρασε ήταν ο δικός του και μόλις τελείωσε. Καλή τύχη στον επόμενο. Καλή τύχη και στον επόμενο που θα κληθεί να φορέσει το νούμερο 10 της Εθνικής Αργεντινής. Αυτή η φανέλα ζυγίζει πλέον τόνους και δεν εμφανίζονται κάθε μέρα καινούργιοι μεσσίες.
10
Ας μου επιτραπεί και ένα λίγο πιο προσωπικό σχόλιο, αντί επιλόγου. Από την εποχή που ήταν ένα παιδί-θαύμα και δεν ξέραμε αν το όνομά του στα ελληνικά πρέπει να το αποδίδουμε με ένα ή δύο σίγμα, έχω γράψει σ’ αυτό εδώ το περιοδικό αναρίθμητα σχόλια, μικρά ή μεγαλύτερα, για τα κατορθώματά του. Δεν ξέρω αν αυτό είναι το τελευταίο, αλλά ξέρω ότι, όπως και να το κάνουμε, μεγαλώσαμε μαζί του.
Πηγή: kathimerini.gr

Άθως Δημουλάς.