Οπως κι αν εξελιχθεί –από πλευράς προσέλευσης– η χρονιά για την ελληνική παραγωγή, η είσοδος στο 2025 είναι φωταγωγημένη.
Το πρώτο διάστημα του καινούργιου χρόνου θα προβληθούν δύο, ακόμη, πολύ καλές παραγωγές, διαφορετικού ύφους: το «Arcadia» του Γιώργου Ζώη και το «Κρέας» του Δημήτρη Νάκου. Πρόσφατα, ανακοινώθηκε ότι η καινούργια ταινία του Βασίλη Κεκάτου οι «Αγριες μέρες μας» θα διαγωνιστεί στο τμήμα Generation του 75ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου, το «Animal» της Σοφίας Εξάρχου είναι ανάμεσα στις πέντε επικρατέστερες για τα ευρωπαϊκά βραβεία LUX, διεθνείς παραγωγές γυρίζονται στη χώρα μας ολοένα και περισσότερες, προσελκύοντας ονόματα κύρους σκηνοθετών και ερμηνευτών· όλες οι ενδείξεις προοιωνίζονται «ανοίγματα» εντός και εκτός Ελλάδος.
Το ελληνικό σινεμά, τόσο η μυθοπλασία όσο και το ντοκιμαντέρ, αλλάζει («Κ» 10/11/2024) και ωριμάζει. Απομακρύνεται από εγκεφαλικές κατασκευές, εμπιστεύεται περισσότερο το συναίσθημα και την πραγματικότητα. Το πραγματικό συναίσθημα. Παρατηρεί τον κόσμο όχι μόνο του άστεως αλλά και της επαρχίας, ανθρώπους υπαρκτούς, μοναχικούς, προδομένους, αυτοκαταστροφικούς, αδικαίωτους, ανερμάτιστους αλλά με ένα αίσθημα ισορροπίας. Τα τραύματα δεν είναι μεταφυσικά, οι καταστάσεις είναι υπαρκτές ακόμη κι όταν φαντάσματα κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Οι νεκροί δεν χάνονται παρά μόνο αν εμείς τους αφήσουμε ελεύθερους («Arcadia»), ο ξένος παραμένει ξένος και ευάλωτος, πολίτης «δεύτερης κατηγορίας» ακόμη κι αν είναι μέλος, σχεδόν «υιοθετημένο», από μια ελληνική οικογένεια («Κρέας»). Τι μπορεί να κρύβεται πίσω από το τουριστικά θριαμβευτικό ελληνικό καλοκαίρι; («Animal»).
Παρακολουθώντας ένα μέρος της φετινής ελληνικής παραγωγής είχαμε την αίσθηση πως τα θέματα που πραγματεύονται οι σκηνοθέτες είτε αφορούν τις σχέσεις (οικογενειακές, κοινωνικές), είτε προβλήματα (μετανάστευση, περιβάλλον), είτε τα ανθρώπινα πάθη (πύκνωσαν και οι φόνοι), είναι εξαιρετικά κρίσιμα. Δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο. Η σκηνοθετική ματιά είναι στιβαρή, αφτιασίδωτη, δυναμική («Κ» 12/11/2024). Το ερμηνευτικό ταλέντο περισσεύει, οι τεχνικές δυνατότητες, οι συντελεστές (παραγωγή, φωτογραφία) όλοι και όλα, προχωρούν με στέρεο βηματισμό ενσωματώνοντας γενιές με γνώση, επιμονή, ευρηματικότητα.
Από την άλλη, το πολιτειακό κομμάτι (που ευθύνεται και για μέρος της χρηματοδότησης) δεν έχει ομαλοποιηθεί εμπνέοντας ανησυχίες. Ο νέος φορέας, ΕΚΚΟΜΕΔ (Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου Οπτικοακουστικών Μέσων και Δημιουργίας), δεν ανταποκρίνεται ακόμη στην προσμονή και στις προσδοκίες που τον γέννησαν. Η αλήθεια είναι, βέβαια, ότι από τη δεκαετία του ’80 και μετά, δύσκολα θα θυμηθούμε περιόδους όπου η δημιουργική πνοή και η κρατική υποστήριξη πορεύονταν χέρι χέρι. Ομως, αλίμονό μας αν στρεφόμαστε στο παρελθόν για να δικαιολογήσουμε το παρόν. Τη στιγμή, μάλιστα, που το ελληνικό σινεμά έχει κάτι κρίσιμο να μάς πει για το παρόν και το μέλλον μας.
Πηγή: kathimerini.gr/opinion

Μαρία Κατσουνάκη.