Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2026 19:03
Το τραύμα, η κανονικότητα και οι επόμενοι, του Nicolas Sevastakis + κάποιες σκέψεις του Θωμά Μπιζά, από το fb
Επιλέγων ή Συντάκτης Τρύφων Μπεκετιάδης
Tα χρόνια που ονομάσαμε ‘περίοδος της Μεταπολίτευσης’ απλώνοντάς την μέχρι και τον εικοστό πρώτο αιώνα, χαράχτηκαν από ένα τραύμα: την τουρκική εισβολή στην Κύπρο μετά από το γνωστό άθλιο πραξικόπημα ‘εθνικιστών’ στο νησί.Η, κατά τας Γραφάς, πιο μακριά περίοδος ειρήνης και ευημερίας αναδύθηκε μέσα από ένα γεγονός τρομαχτικής στρατιωτικής-πολιτικής βίας.
Εύλογα, οι γενιές που έχτισαν τη ζωή τους στις δεκαετίες της ειρηνικής μεγέθυνσης απώθησαν τις πληγές για να βρουν ψυχική πρόσβαση στην αστική κανονικότητα.
Ακόμα και αν οι δεκαετίες μετά από εκείνον τον Ιούλιο γνώρισαν κάμποσα επεισόδια πολιτικού θορύβου από το παρελθόν – ιδίως σε σχέση με σχήματα πολιτικής βίας και πολώσεων- η Ελλάδα έγινε κοινωνία που προχώρησε προς τον δικό της ύστερο νεωτερικό καπιταλισμό:
προτεραιότητα της κατανάλωσης, διεύρυνση και αναδιαρθρώσεις της ‘μεσαίας τάξης’ και φυσικά μια κουλτούρα υβριδική ανάμεσα στον ατομικισμό των προσωπικών επιλογών και στην ισχύ κάποιων κοινοτικών και συλλογικών δεσμεύσεων (με κυρίαρχο το αποτύπωμα της οικογένειας).
Το παραπάνω πλέγμα ταξίδεψε μέχρι την πρώτη δεκαετία του εικοστού πρώτου αιώνα και την εποχή των κρίσεων. Στη δεκαετία του 2010 αρχίζει να γίνεται πιο ορατό ένα χάσμα συνείδησης εν μέσω χρεοκοπίας. Η δική μου ‘μεθοριακή’ γενιά και ιδίως οι μεγαλύτεροι boomers, o κόσμος που ανήλθε κοινωνικά, μορφωτικά και οικονομικά μετά τη χούντα, αρχίζει να μην καταλαβαίνει πια τι συμβαίνει εντός και εκτός. Το αστικό-συντηρητικό κομμάτι των ώριμων ηλικιών αρπάζεται από μια συγκεκριμένη αντίληψη για τη κανονικότητα και την τάξη υποτιμώντας τόσο το βάθος των κρίσεων όσο και τις ανάγκες των φτωχότερων ομάδων του πληθυσμού ή νεότερων ανθρώπων. Αναπτύσσει όλο και περισσότερο έναν σωβινισμό της ευζωίας και τον εγωισμό του ιδιοκτήτη θεωρώντας ότι η δημοκρατία μας ‘γενικά λειτουργεί καλά’ ή ότι όλα όσα κατακλυσμιαία συντελούνται στο μεγάλο πλάνο του κόσμου μας, δείχνουν μόνο το πόσο καλώς βαίνει η δική μας, μικρομέγαλη σταθερότητα.
Ένα άλλο πάλι, μικρότερο αναλογικά τμήμα των ώριμων ηλικιών θα αισθανθεί πιο έντονα την οικονομική πίεση, τη συρρίκνωση και τις παραμορφωτικές αλλοιώσεις του κυρίαρχου μοντέλου. Ο πολιτικός του θυμός θα αναζητήσει τη συνάντηση με τις αγωνίες άλλων, πιο υποτελών χώρων, αφού έχουν ένα κοινό: δεν εκπροσωπούνται από το συμβόλαιο των ικανοποιημένων και των χορτασμένων. Και σε αυτό όμως το κομμάτι των μεγάλων σε ηλικία ανθρώπων, επικράτησε η ιδέα ότι το κύριο πρόβλημα της χώρας ήταν κατά βάση η λιτότητα και η κλεπτοκρατική διαφθορά των ελίτ.
Ασφαλώς εδώ συναντά κανείς μια πιο επείγουσα αίσθηση των πραγμάτων και μια διάθεση περισσότερο ανοιχτή στις ανάγκες των νεότερων. Κατά κάποιο τρόπο όμως, και οι δυο πτέρυγες των ανθρώπων που βίωσαν ή απόλαυσαν την ‘μακρά μεταπολιτευτική ειρήνη-ευημερία’, δυσκολεύονται πλέον να προσανατολιστούν στο σήμερα. Οι φορείς του νοικοκύρικου, διαχειριστικού αστισμού οχυρώνονται σε έναν ρεαλισμό της σταθερότητας λοιδορώντας κάθε άλλη κοινωνική αναζήτηση ως κακή ουτοπία ή ψεκασμένο ανορθολογισμό. Πλέον μετατρέπονται καθημερινά σε υπερσυντηρητικούς τιμητές ανακαλύπτοντας, γερνώντας, ιδεολογίες της σκληρής δεξιάς: τον αντιμεταναστευτισμό, την διακωμώδηση για τις δικαιωματικές ευαισθησίες ως woke και την ισραηλοποίηση ως πρόταση για τον Έλληνα πολίτη και την ηθική του κράτους
Στην άλλη όχθη, τώρα, ο κόσμος που πέρασε, στάθηκε και δεν εγκατέλειψε τις προοδευτικές και αριστερές διαθήκες, έχει γίνει ένα διχασμένο σώμα πολυτεμαχισμένων οπτικών: οι περισσότεροι, προσχωρούν με τη σειρά τους σε έναν κυβερνητικό πραγματισμό που παραδέχεται ότι η κοινωνία έχει δεξιοποιηθεί και ότι πρέπει να της προσφερθεί μια ‘έντιμη’ διέξοδος, με όρους μιας κρατικής εναλλακτικής. Αφού η ίδια η κοινωνία δεν κινητοποιείται ή έχει βαρεθεί την πολιτική και τις ιδεολογικές αναφορές, ας επιλέξει τουλάχιστον ένα δρόμο θεσμικής και ηθικής εντιμότητας.
Τέλος, παραμένει και ο άλλος κόσμος, λιγότερος ίσως από ποτέ, που επιμένει να διεκδικεί έναν οραματικό ριζοσπαστικό τόπο. Με σημαντικές φιλοδοξίες δίχως όμως την επιδοκιμασία των πολλών. Η επίκληση των πολλών, του λαού των πολλών εναντίον της ιδεολογίας και της πρακτικής των ολίγων, παραμένει, προσώρας, έκκληση που δεν εμπνέει τα συναισθήματα ούτε τα εύλογα συμφέροντα αυτών στους οποίους απευθύνεται.
Επιστρέφω, κλείνοντας, στον αρχικό μου συλλογισμό. Η Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία διαμορφώθηκε στη σκιά τραυμάτων κρατικής προδοσίας, πολιτικού αυταρχισμού και μιας στρατιωτικής εισβολής που συνέβη συγχρόνως κοντά και μακριά. Οι γενιές που γνώρισαν ευκαιρίες, πολιτική κοινωνικοποίηση και επαγγελματική ωρίμανση στις δεκαετίες μετά το 1974, εμφανίζονται ως ηλικιωμένοι πολίτες δίχως να μπορούν να καταλάβουν τον σημερινό καπιταλισμό, τις αυταρχικές εκτροπές της φιλελεύθερης δημοκρατίας και τη ζωή πέρα από την κανονικότητα και την πρόοδο όπως αυτές είχαν ως θολές εξιδανικεύσεις και πλαίσια. Πολλοί, έχοντας μεταβληθεί σε νεοσυντηρητικούς κήνσορες, δυσανασχετούν όταν ακούν ότι οι ανισότητες, η βία, ο ιμπεριαλισμός και ένα πλήθος άλλων ‘φαντασμάτων’ του παρελθόντος είναι εδώ, ότι δεν ανήκουν στις ιδεοληψίες κάποιων φανατικών αλλά αφορούν την ίδια τη δομή του πραγματικού κόσμου.
Σε μια πρόσφατη έρευνα, υποστηρίχτηκε κάτι που το βλέπει κανείς εμπειρικά γύρω του: ότι ενώ η γενιά Ζ χρησιμοποιεί εργαλειακά και για τις ανάγκες της την Τεχνητή Νοημοσύνη, οι πιο φανατικοί και κατά κάποιο τρόπο ιδεολόγοι και αφελείς προπαγανδιστές της είναι boomers. Ένας πληθυσμός ηλικιωμένων παίζει με βίντεο, εικόνες ή άλλα πραγματάκια του λεγόμενου Ai slop (της ‘σαβούρας’ με επεξεργασίες Τεχνητής Νοημοσύνης). Το μικρό αυτό παράδειγμα επιβεβαιώνει την ανά χείρας υπόθεση: ένας κόσμος που ταξίδεψε περισσότερο με κάποια εξασφάλιση και με όρους σχετικής κανονικότητας δεν μπορεί και συχνά δεν επιθυμεί να αναπροσανατολιστεί στον αναδυόμενο μετα-κόσμο της ριζικής αβεβαιότητας και των ανθρωπολογικών προκλήσεων.
Μια νέα ηθικοπολιτική μέριμνα για το ευάλωτο της δημοκρατίας, της φύσης και των συλλογικών αγαθών θα είναι, αν υπάρξει φυσικά, υπόθεση των ερχόμενων, των επόμενων. Εμείς, ορίζοντες του ΄74 ή σειρές του ΄81, δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε τη νέα περίμετρο των υλικών και πολιτισμικών αγωνιών μιας εποχής που έχει ξαναγίνει πολεμική και αρπακτική
Σ.Δ. Θωμάς Μπιζάς. Κάποιες σκέψεις για το άρθρο του κ. Σεβαστάκη.
Διάβασα το άρθρο του κ. Σεβαστάκη στο ΒΗΜΑ με τον τίτλο «Το τραύμα, η κανονικότητα και οι επόμενοι»
Επειδή δεν μου αρέσει να απομονώνω αποσπάσματα από τα άρθρα κοινοποιώ το λινκ για να μπορεί όποιος θέλει να διαβάσει ολόκληρο το άρθρο: https://www.tovima.gr/.../to-trayma-i-kanonikotita-kai.../
Σε δυο σημεία του κειμένου αισθάνομαι πως ο κ. Σεβαστάκης μιλά για τους ανθρώπους της δικής μου κατηγορίας . Τα παραθέτω αυτούσια .
Στο πρώτο απόσπασμα ο κ. Σεβαστάκης λέει: «Και σε αυτό όμως το κομμάτι των μεγάλων σε ηλικία ανθρώπων, επικράτησε η ιδέα ότι το κύριο πρόβλημα της χώρας ήταν κατά βάση η λιτότητα και η κλεπτοκρατική διαφθορά των ελίτ».
Στο επόμενο απόσπασμα ο κ. Σεβαστάκης γίνεται πιο συγκεκριμένος και μιλά για τους ανθρώπους της αριστεράς.
Λέει: «Στην άλλη όχθη, τώρα, ο κόσμος που πέρασε, στάθηκε και δεν εγκατέλειψε τις προοδευτικές και αριστερές διαθήκες, έχει γίνει ένα διχασμένο σώμα πολυτεμαχισμένων οπτικών: οι περισσότεροι, προσχωρούν με τη σειρά τους σε έναν κυβερνητικό πραγματισμό που παραδέχεται ότι η κοινωνία έχει δεξιοποιηθεί και ότι πρέπει να της προσφερθεί μια ‘έντιμη’ διέξοδος, με όρους μιας κρατικής εναλλακτικής. Αφού η ίδια η κοινωνία δεν κινητοποιείται ή έχει βαρεθεί την πολιτική και τις ιδεολογικές αναφορές, ας επιλέξει τουλάχιστον ένα δρόμο θεσμικής και ηθικής εντιμότητας.
Αισθάνομαι πως ο κ. Σεβαστάκης με-μας υποτιμά .
Όχι δεν νομίζουμε «πως το κύριο πρόβλημα της χώρας ήταν κατά βάση η λιτότητα και η κλεπτοκρατική διαφθορά των ελίτ» . Είμαστε σίγουροι πως η λιτότητα καταστρέφει εμάς και ακόμα χειρότερα καταστρέφει το παρόν και το μέλλον των παιδιών μας.
Σήμερα σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία το 70% των πολιτών δεν έχει ούτε 1.000 ευρώ στον τραπεζικό του λογαριασμό.
Εμείς δεν μπορούμε να βγάλουμε τον μήνα και τα παιδιά μας η γενιά των 800 ευρώ δεν ζει πλέον μια κανονική ζωή.
Εμείς στην ηλικία τους διασκεδάζαμε , κάναμε διακοπές έστω και σε αντίσκηνα , πηγαίναμε σε ταβέρνες , παντρευόμαστε, παίρναμε δάνεια και χτίζαμε σπίτια και ας είμαστε παιδιά λαϊκών οικογενειών.
Η σημερινή γενιά των 800 ευρώ δεν μπορεί να κάνει σχεδόν τίποτα από αυτά που κάναμε εμείς στην ηλικία τους και το χειρότερο είναι πως αυτό το θεωρεί κανονικότητα. Θεωρεί πως κάπως έτσι είναι η ζωή που θα ζήσει.
Αυτό που ο κ. Σεβαστάκης ονομάζει μονολεκτικά «λιτότητα» είναι ένας εφιαλτικός τρόπος ζωής και για εμάς και κυρίως για τα παιδιά μας.
Ο κ. Σεβαστάκης λέει πως έχει επικρατήσει σε εμάς η ιδέα πως το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα είναι η «κλεπτοκρατική διαφθορά των ελίτ».
Και πάλι μας υποτιμά. Εμείς πιστεύουμε πως η κλεπτοκρατική διαφθορά δεν αφορά μόνο τις ελιτ , αλλά πως οι κυβερνήσεις της δεξιάς και του ΠΑΣΟΚ παλαιότερα κανονικοποίησαν τη διαφθορά και την έκαναν τρόπο ζωής ενός σημαντικού μέρους του πληθυσμού.
Η διαφθορά που έχει περάσει ακόμα και τον τελευταίο δήμο στην χώρα , τα συνδικάτα, τους αγροτικούς συνεταιρισμούς, τα νοσοκομεία και τα πανεπιστήμια δεν είναι διαφθορά των ελίτ.
Μια κοινωνία που βλέπει την οικονομική εξαθλίωση και την διαφθορά ως κανονικότητα δεν έχει καμιά προοπτική να ζήσει καλύτερα.
Ο κ. Σεβαστάκης ξεκινά από μια λάθος ανάγνωση της πραγματικότητας και καταλήγει σε ένα λάθος συμπέρασμα.
Πιστεύει πως οι περισσότεροι από εμάς προσχωρούμε σε ένα «κυβερνητικό πραγματισμό» γιατί μας προσφέρεται μια «έντιμη» διέξοδος με όρους μιας κρατικής εναλλακτικής.
Και πάλι μας υποτιμά ο κ. Σεβαστάκης.
Όχι δεν προσχωρούμε σε κάποιο «κυβερνητικό πραγματισμό» επειδή απογοητευτήκαμε από την κοινωνία που έχει δεξιοποιηθεί.
Απλά θεωρούμε πως προϋπόθεση για να αλλάξουν προς το καλύτερο οι συνθήκες της ζωής μας και οι ζωές των παιδιών μας, είναι να ηττηθούν οι πολιτικές της κυβέρνησης Μητσοτάκη και για να γίνει αυτό πρέπει πρώτα να ηττηθεί η ίδια η κυβέρνηση στις εκλογές.
Ο κ. Σεβαστάκης δεν το λέει στο κείμενο του αλλά το υπονοεί διακριτικά πως εμείς που θέτουμε ως πολιτική προτεραιότητα την κυβερνητική αλλαγή ή είμαστε απογοητευμένοι ή έχουμε αυταπάτες.
Χωρίς καμιά διάθεση να προσβάλω τον κ. Σεβαστάκη τον οποίο τιμώ και σέβομαι θα έλεγα πως μάλλον είναι ο ίδιος πιο απογοητευμένος από εμάς που αναφέρεται στο άρθρο του. Εμείς είμαστε «ενεργά απογοητευμένοι» γιατί πιστεύουμε πως υπάρχει ελπίδα να αλλάξουν τα πράγματα.
Ούτε αυταπάτες έχουμε.
Αυταπάτες θα είχαμε αν πιστεύαμε πως με την κυβέρνηση Μητσοτάκη μπορεί και να βελτιωνόταν η ζωή μας ή να αντιμετωπιζόταν η διαφθορά κλπ.
Ειδικά σε αυτό δεν έχουμε καμιά αυταπάτη . Αν δεν ηττηθεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη και η ζωή μας θα πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο και η διαφθορά που συγκαλύπτεται απροκάλυπτα θα θεριέψει ακόμα περισσότερο
Κατηγορία
Άρθρα άλλων που μας άρεσαν
Τελευταία άρθρα από τον/την Τρύφων Μπεκετιάδης
- Σεμπάστιαν Φίτζεκ : Μία καθηλωτική συνέντευξη για τους δαίμονες του μυαλού, τον κοινωνικό φόβο και τη μάχη του βιβλίου με τα social media
- Η καταστροφολογία είναι σφάλμα διαρκείας ή περί των αδυναμιών της καθ'ημάς αριστεράς
- Αγαπητή Σήλια, αγαπητά μου παιδιά... Λόγος παραινετικός και πένθιμος προς Έλληνες κοσμικούς , του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου
- Οι σκοτεινές τρύπες της Αττικόν Μετρό δεν είναι μία και δύο, ναι, αλλά γιατί και ναι, ποιοι πληρώνουν τα πανάκριβα μάρμαρα;
- Θοδωρής Λιβάνιος, υπουργός εσωτερικών : Στη συνέντευξή του με τη Βασιλική Σιούτη στο podcast Κ.Politics μιλάει για τη δημόσια διοίκηση, τις εκλογές και την καθημερινότητα των πολιτών και υποστηρίζει ότι "Κυβέρνηση δίχως Ν.Δ είναι ρεαλιστικά αδύνατη"
