«Κατά συνέπεια, Ερμογένη μου, δεν είναι δουλειά του καθενός να θέτει ονόματα αλλά κάποιου δημιουργού ονομάτων. Και καταπώς φαίνεται, ο ονοματουργός αυτός είναι ο νομοθέτης, που σίγουρα είναι ο πιο σπάνιος ανάμεσα στους ανθρώπους». «Εοικεν», αποκρίνεται φυσικά ο Ερμογένης, παραμερίζοντας προς στιγμήν το «πάνυ γε» (βεβαίως, μάλιστα), που αποτελεί τη συχνότερη απάντησή του στις αφοπλιστικές ερωτήσεις του «μαιευτήρα» Σωκράτη.
Ποιος είναι, πάντως, αυτός ο «νομοθέτης», ο μόνος ικανός να γίνει «ονοματουργός», δεν το ξεκαθαρίζει ο Σωκράτης, ο οποίος στον συγκεκριμένο πλατωνικό διάλογο, που δεν του λείπουν το χιούμορ και η ειρωνεία, εμφανίζεται βέβαιος ότι το όνομα κάθε πράγματος ή πλάσματος αποδίδει την εσώτερη ουσία του. Δεν είναι δηλαδή τυχαίο, συμβατικό, αυθαίρετο, όπως ορθά κήρυξε χιλιετίες αργότερα ο Ελβετός γλωσσολόγος Φερδινάνδος ντε Σωσσύρ. «Ο Σωκράτης δεν διασαφηνίζει την έννοια του νομοθέτη, για την οποία οι σχολιαστές έχουν κάνει πολλές συζητήσεις», υποσημειώνει σχετικά ο Ηλ. Λάγιος, στην παλιά μετάφραση του διαλόγου, που είχε εκδοθεί στη σειρά «Βιβλιοθήκη Αρχαίων Συγγραφέων “Ι. Ζαχαρόπουλος”». Και συμπληρώνει: «Αλλοι βλέπουν εδώ τον λαό, άλλοι ένα μυθικό πρόσωπο ή άνθρωπο προικισμένο με θείο ένστικτο, και άλλοι τέλος τους πρώτους ανθρώπους».
Για το «ποιοι πράγματι είναι οι πρώτοι άνθρωποι της γης» απορούσε και ο βασιλιάς της Αιγύπτου Ψαμμήτιχος, αντίθετα με τους υπηκόους του, που ήταν βέβαιοι ότι τα πρωτεία ήταν δικά τους. Για να βρει λοιπόν την απάντηση σοφίστηκε το εξής, κατά τη διήγηση του Ηρόδοτου: «Πήρε δύο νεογέννητα μωρά, διαλέγοντάς τα από γονείς έτσι στην τύχη, και τα έδωσε σ’ ένα βοσκό, για να τα πάει στη στάνη του και να τα αναθρέψει, όπως θα πούμε. Κανείς επρόσταξε να μην προφέρει λέξη μπροστά τους, παρά να μείνουν τα μωρά μόνα τους σε μια καλύβα έρημη, και μόνον την ορισμένη ώρα ο βοσκός να τους πηγαίνει τις κατσίκες· και αφού τους δίνει να χορτάσουν γάλα, να νοιάζεται και για τα άλλα – τα απαραίτητα. Το έκανε αυτό ο Ψαμμήτιχος κι έδωσε τέτοια προσταγή, γιατί ήθελε να ακούσει από τα παιδιά, όταν πια πάψουν να βγάζουν άναρθρες κραυγές, ποια λέξη θα αρθρώσουν πρώτη» (βλ. Ηρόδοτος, «Οκτώ νουβέλες και τέσσερα ανέκδοτα», μετάφραση Δ. Ν. Μαρωνίτης, Αγρα, 2001).
Δύο χρόνια αργότερα, την ώρα που ο βοσκός έμπαινε στην καλύβα, «τα παιδιά –και τα δυο μαζί– σύρθηκαν ώς τα πόδια του, και απλώνοντας τα χέρια τους εφώναζαν “βεκός”». Τα νήπια είπαν και τις επόμενες μέρες την ίδια λέξη, σε τόνο ικεσίας, και πείστηκε έτσι ο βοσκός να ενημερώσει τον Ψαμμήτιχο. Και ο βασιλιάς, αφού έγινε πρώτα αυτήκοος μάρτυρας, έδωσε εντολή να ερευνηθεί «ποιοι άνθρωποι λένε “βεκός” και τι σημαίνει η λέξη». Εμαθε λοιπόν ότι έτσι λένε το ψωμί οι Φρύγες, γεγονός που υποχρέωσε τους Αιγύπτιους να αποδεχθούν ότι τα πρωτεία αρχαιότητας ήταν φρυγικά, όχι αιγυπτιακά.
«Οτι το επεισόδιο έγινε έτσι», καταλήγει ο Ηρόδοτος, «το άκουσα από τους ιερείς του Ηφαίστου στη Μέμφη. Ενώ οι Ελληνες, ανάμεσα σ’ άλλες πολλές ανοησίες, ισχυρίζονται πως ο Ψαμμήτιχος έκοψε τις γλώσσες κάποιων γυναικών κι όρισε πλάι σ’ αυτές να ανατραφούν τα παιδιά». Αυτό για τις «πολλές ανοησίες των Ελλήνων» σίγουρα θα το συνυπολόγισε ο Πλούταρχος, όταν αποφάσισε, στο «Περί της Ηροδότου κακοηθείας» σύγγραμμά του, να χαρακτηρίσει τον Ηρόδοτο «κακοήθη» και εμπαθή κατά των Ελλήνων. Ας προστεθεί εδώ ότι στα τέλη του 20ού αιώνα κυκλοφόρησε η ευφάνταστη παρετυμολόγηση του «ζεϊμπέκικου» ως λέξης σύνθετης από το Ζευς και το βεκός, το ψωμί του Δία δηλαδή. Ο κρατυλισμός στα έσχατα όριά του.
Για τη Βίβλο, πάντως, ο πρώτος νομοθέτης-ονοματουργός είναι ο ίδιος ο Θεός, όπως ακούμε πάλι και πάλι στο βιβλίο της «Γενέσεως»: «Και εκάλεσεν ο θεός το φως ημέραν και το σκότος εκάλεσεν νύκτα»· «και εκάλεσεν ο θεός το στερέωμα αυτού ουρανόν»· «και εκάλεσεν ο θεός την ξηράν γην και τα συστήματα των υδάτων εκάλεσεν θαλάσσας». Κι όταν πια έπλασε τον Αδάμ, ο Γιαχβέ τού παρουσίασε «πάντα τα θηρία του αγρού και πάντα τα πετεινά του ουρανού», ώστε να τα ονοματίσει ο πρώτος άνθρωπος. «Και εκάλεσεν Αδάμ ονόματα πάσιν τοις κτήνεσιν και πάσι τοις πετεινοίς του ουρανού και πάσι τοις θηρίοις του αγρού». Σε ποια προβαβελική γλώσσα τα «εκάλεσε» άραγε ο Αδάμ και πώς την έμαθε; Σε ποια γλώσσα, δηλαδή, του μιλούσε ο Θεός;
Πρώτος ονοματοδότης, λοιπόν, ο παλαιοδιαθηκικός Θεός και δεύτερος ο Αδάμ. Και να που τώρα εισβάλλει στη σκηνή σαν νομοθέτης-ονοματουργός ο ΗΠΑρχος Ντόναλντ Τραμπ. Ενας πολιτικός που σίγουρα νιώθει ισότιμος του Αδάμ, φέρεται ωστόσο και σαν διεκδικητής της θεϊκής πρωτοκαθεδρίας, μια και δείχνει βέβαιος ότι το «είπε και εγένετο» ισχύει και για τον ίδιο· ότι δηλαδή ο λόγος του είναι Λόγος, είναι νόμος, είναι ισχύς και πράξη. Το ρεσιτάλ μετονομασιών στο οποίο επιδίδεται καιρό τώρα, σαν οιονεί θεός, θα ήταν γελοίο, αν δεν ήταν αποκαλυπτικό της εφιαλτικά παιδαριώδους νοημοσύνης ενός ανθρώπου από τον οποίο εξαρτάται σχεδόν το σύνολο της ανθρωπότητας. Με θεόρατο, παμφάγο εγώ, μετονόμασε τον Κόλπο του Μεξικού σε Κόλπο της Αμερικής («για να τιμήσει το αμερικανικό μεγαλείο» όπως είπε στην πάμπτωχη αργκό του), τη λίμνη Οντάριο σε λίμνη Αμερική, το Νέο Μεξικό σε Νέα Αμερική, το όρος Ντενάλι της Αλάσκας σε όρος ΜακΚίνλεϊ, πρότεινε δε να ονομάζονται του λοιπού Στενά Τραμπ τα Στενά Ορμούζ. Επιπλέον, συγκινητικά μετριόφρων, βάφτισε την αφεντιά του «καλύτερο Αμερικανό πρόεδρο έβερ».
Ναι, ολοφάνερο το γελοίον του πράγματος, μακάρι όμως να ήταν απλώς καταγέλαστη η όλη υπόθεση. Τρομάζεις όταν αναλογίζεσαι σε ποια χέρια, ποιο μυαλό και ποια ψυχή έχει πέσει ο πλανήτης. Στα χέρια ενός νάρκισσου που λατρεύει και μιμείται τους αυταρχικούς ηγέτες, τύπου Πούτιν, Ερντογάν κ.ο.κ., εκμεταλλεύεται στυγνά το αξίωμά του για ν’ αβγατίσει την οικογενειακή περιουσία του με κρυπτονομίσματα ή τζογάροντας στο χρηματιστήριο, καταλύει κάθε έννοια λογικής, ηθικής και αισθητικής, και δρα ως απόλυτος ανεύθυνος άρχων.
Να πούμε «Σώσον, Κύριε»; Δεν έχουμε σωσμό. Αυτός ο ασυνάρτητος τύπος, παίζοντας με την τεχνητή νοημοσύνη, ζωγραφίζει τον εαυτό του σαν Θεό τη μια φορά, σαν προνομιακό προστατευόμενο του Ιησού την άλλη. Ετσι κι αλλιώς, λοιπόν, παντοδύναμος. Κύριος.
Πηγή:

Βαριά δουλειά και σοβαρή η ονοματοθεσία, συνεπώς και η μετονομασία. Μας το λέει ο Σωκράτης στον «Κρατύλο» του Πλάτωνα, έναν διάλογο που επικυρώνει και τις δύο έννοιες της λέξης «σαγήνη»: τη σημερινή, της γοητείας, και την πρωταρχική, του παγιδευτικού αλιευτικού διχτυού. Στην παρανάγνωση του «Κρατύλου» έχει τις μισές ρίζες της η αντιεπιστημονική γλωσσοσωβινιστική πεποίθηση πως «η ελληνική είναι η μοναδική νοηματική γλώσσα παγκοσμίως».