Τότε, πετάγεται μισοζώντανος απ' τη γωνία ο Λάσκαρης
και του απαντάει κοιτώντας το υπερπέραν:
«Ούτε ευτυχισμένος ούτε δυστυχισμένος απλώς μια επιφάνεια».
Τύφλα ο Καρούζος στη μπάρα, γυρνάει αμέσως το σώμα του
και τους το ξεκαθαρίζει υπαινικτικά:
«Εμένα να με συγχωρείτε παιδιά αλλά θα βάλω λίγα παγάκια στη μελαγχολία μου».
Επικρατούν γέλια.
Μα μόλις το ακούει αυτό ο Σαχτούρης πίσω από τη μπάρα τους λέει με βροντερή φωνή:
«Ξεχάστε το. Το μπαρ έκλεισε παιδιά.
Δεν ακούτε το κομμένο χέρι που χτυπάει την πόρτα τόση ώρα;
Έλεος! Πληρώστε με και πάτε να δείτε τον παγοπώλη του θανάτου που πέφτει από τον ουρανό».
Θιγμένοι σηκώνονται και οι τρεις.
«Τι χρωστάμε;» αναφωνεί τσαντισμένα ο Λάσκαρης.
«Τα ψίχουλα στις τσέπες σας» λέει ο Σαχτούρης.
Τα δίνει ο ένας και πάει για την πόρτα. Τα δίνει ο άλλος και στρίβει κι αυτός.
Έρχεται η σειρά του Καρούζου μα δε βρίσκει τίποτα.
«Ωχ δεν έχω» του λέει «θα μου κλεψαν το πορτοφόλι τα περιστέρια».
«Σιγά μην είχες ρε μαλάκα» του απαντάει ο Σαχτούρης.
«Μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια στον ουρανό ήσουνα πάντα».
Τσαντισμένος ο Καρούζος του αστράφτει μια μπουνιά στα μούτρα
και αποχωρεί σαν τον τρελό λαγό.
Γαρύφαλλα άρχισαν να βγαίνουν από τη μύτη του Σαχτούρη.
Γεμίζει αμέσως ένα ποτήρι με HAIG
κι αφού το κάνει βάζο ύστερα γίνεται ψύλλος και πάει και πλαγιάζει μέσα στο τρίχωμα της γάτας
που είχε ξεχάσει ο Γονατάς.

Η μουσική έχει κλείσει. Έξω χιονίζει