Ποιοι είναι οι βασικοί λόγοι της ανησυχίας σας σχετικά με την οικονομική πρόοδο στην χώρα μας πέρα από την μακροοικονομική αβεβαιότητα;
Οι λόγοι της ανησυχίας μου σχετίζονται τόσο με εξωγενείς όσο και εσωτερικούς παράγοντες. Οι αγορές κεφαλαίων και προϊόντων έχουν ανέβει διεθνώς το τελευταίο διάστημα και η πορεία αυτή δεν θα κρατήσει για πάντα, με τον κίνδυνο να πιεστούν μελλοντικά τόσο οι εξαγωγές όσο και το κόστος δανεισμού για τη χώρα. Οι σημαντικότεροι λόγοι ανησυχίας, όμως, σχετίζονται με το εσωτερικό όπου υπάρχουν ακόμη βαθιές παθογένειες που ταλαιπωρούν την ελληνική οικονομία, όπως η κυριαρχία του κράτους ως κέντρου της οικονομικής ζωής και η ακραία αντιπαλότητα και ένταση που δεν επιτρέπει τις απαραίτητες συναινέσεις σχετικά με τις τομές που πρέπει να γίνουν.
Πριν τρεις εβδομάδες, το ΙΟΒΕ παρουσίασε την ετήσια ερευνά του σχετικά με την επιχειρηματικότητα στην χώρα μας. Πως θα μπορούσαμε να αποτυπώσουμε την εικόνα της επιχειρηματικότητας σήμερα, ιδιαίτερα σε σύγκριση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες;
Πρόκειται για την ετήσια έκθεση που πραγματοποιεί το ΙΟΒΕ, η οποία μελετά την πρώιμη και νέα επιχειρηματικότητα, μάλιστα με την ίδια μεθοδολογία και ως μέλος του παγκόσμιου δικτύου Global Entrepreneurship Monitor. Η φετινή έρευνα καταγράφει ορισμένες θετικές εξελίξεις. Ωστόσο οι κύριες εξελίξεις είναι αρνητικές, παρά το γεγονός ότι το ευρύτερο κλίμα στην οικονομία είναι φέτος ελαφρά βελτιωμένο. Τα δεδομένα αποτυπώνουν πως εντείνονται προβλήματα που παρουσιάζει η επιχειρηματικότητα στην χώρα μας εδώ και χρόνια. Κατ’αρχάς, καταγράφηκε το 2016 συνολικά κάμψη στη νέα επιχειρηματικότητα, στο ξεκίνημα δηλαδή των νέων επιχειρήσεων. Επίσης, παρατηρείται στροφή στην περισσότερο ελαφριά επιχειρηματικότητα όπως το λιανεμπόριο. Τέλος, υπάρχει στροφή στην επιχειρηματικότητα ανάγκης, με την έννοια ότι ο επιχειρηματίας επιλέγει τη δραστηριότητα μόνο με γνώμονα την έλλειψη άλλων επιλογών. Κατά συνέπεια, ο κυρίαρχος τύπος επιχειρηματικότητας που έχουμε δεν επιτρέπει βελτίωση στην παραγωγική δομή. Μακροοικονομικά, η φετινή ανάκαμψη από τη μία οφείλεται στο ότι ξεκινάμε από χαμηλή βάση και από την άλλη σχετίζεται και με την ισχυρή ανάπτυξη των Ευρωπαίων εμπορικών εταίρων μας. Δεν σχετίζεται, δυστυχώς, με βελτίωση στα χαρακτηριστικά των νέων επιχειρήσεων. Να σημειώσω όμως στα θετικά σημεία που καταγράφει η μελέτη μας βάσει των στοιχείων, τη στροφή προς μεγαλύτερη χρήση και αξιοποίηση νέων τεχνολογιών, ψηφιακών ή άλλων, και την έντονη αναζήτηση για νέα χρηματοδοτικά εργαλεία και τρόπους προώθησης της επιχειρηματικότητας. Γενικά, πάντως, η εικόνα της μικρής και νέας επιχειρηματικότητας δεν είναι ιδιαίτερα ευοίωνη και το γεγονός αυτό θα πρέπει να μας προβληματίσει.
Ποια είναι τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις που δημιουργούνται στην χώρα μας;
Το πρώτο πρόβλημα είναι η πρόσβαση των επιχειρήσεων στη χρηματοδότηση. Αυτό σχετίζεται, φυσικά, με τη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος και τους κινδύνους που υπάρχουν. Δεν δίνουμε, μου φαίνεται, αρκετή σημασία ότι οι τράπεζες στη χώρα δεν λειτουργούν όπως πριν από το καλοκαίρι του 2015. Οι έλεγχοι κεφαλαίων ισχύουν ακόμα, οι καταθέσεις κινούνται σε χαμηλά επίπεδα και γενικά δεν έχει επανέλθει η εμπιστοσύνη. Ως αποτέλεσμα, η δυνατότητα δανεισμού είναι περιορισμένη ακόμα και προς τις επιχειρήσεις που έχουν να παρουσιάσουν αξιόλογα σχέδια. Η χώρα μας δανείζεται με μεγάλη επιβάρυνση έναντι άλλων χωρών, όπως ακόμα και η Πορτογαλία, και αντίστοιχα οι επιχειρήσεις επιβαρύνονται έντονα. Το δεύτερο πρόβλημα είναι η θεσμική αντιμετώπιση της επιχειρηματικότητας από τη δημόσια διοίκηση και η επιβάρυνσή της από τη φορολογία και το Ασφαλιστικό. Η χώρα μας ειδικότερα «τιμωρεί» τη διάθεση για επιχειρηματικό ρίσκο και θέτει φραγμούς στην καινοτομία μέσα από το πτωχευτικό σύστημα, αλλά και την πολυνομία. Τρίτο και σημαντικό πρόβλημα είναι η έλλειψη επαρκούς διασύνδεσης ανάμεσα στο εκπαιδευτικό μας σύστημα και τις επιχειρήσεις. Έτσι, σε σχέση με άλλες χώρες, η επιχειρηματικότητα συνήθως αναπτύσσεται από άτομα με χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο και τάση για καινοτομία. Το τελευταίο ζήτημα είναι η μακροοικονομική αβεβαιότητα στη χώρα, η οποία μπορεί να μειώνεται αλλά με πολύ αργό ρυθμό. Ας παρατηρήσουμε πως οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες πηγαίνουν πολύ καλύτερα και στα τέσσερα αυτά ζητήματα.
Κάνοντας τον απολογισμό της χρονιάς που κλείνει σε λίγες μέρες, πως αποτιμάτε την εικόνα της επιχειρηματικής οικονομίας στο τέλος του 2017;
Το 2017 φαίνεται να πήγε καλά, με την έννοια του περιορισμού των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Ωστόσο, ήταν ένα έτος απογοητευτικό σε ό,τι αφορά τον ρυθμό μεγέθυνσης. Θυμηθείτε πως ο στόχος που έχει τεθεί αρχικά ήταν να τρέξει η οικονομία με 2.7% και τελικά φαίνεται ότι με δυσκολία θα προσεγγίσει το 1,5%, ένα αρκετά χαμηλότερο ποσοστό από την υπόλοιπη Ευρώπη. Σε ό, τι αφορά τις συνθήκες για επιχειρηματικότητα υπήρξαν κάποιες θετικές εξελίξεις. Ειδικότερα, όσο προχωρά η εφαρμογή του προγράμματος, η αβεβαιότητα για την οικονομία μειώνεται. Όμως, η πρόοδος που έχει γίνει στα δομικά, ιδίως στην εξομάλυνση του τραπεζικού συστήματος και στη δημόσια διοίκηση, ήταν πραγματικά πολύ αργή.
Μιλώντας για το τραπεζικό σύστημα, ποιο αναμένεται να είναι το τραπεζικό περιβάλλον στη χώρα μας μέσα στο 2018 που πολλοί αναμένουν να είναι ιδιαίτερα κρίσιμο για την χώρα;
Την χρονιά που πέρασε το τραπεζικό σύστημα δέχτηκε πιέσεις οι οποίες σχετίζονται άμεσα με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και τη μη επίτευξη ενός υψηλού ρυθμού μεγέθυνσης στην οικονομία. Για να σταθεροποιηθούν οι τράπεζες, που είναι κρίσιμης σημασίας, θα πρέπει να αρχίσει να τρέχει η οικονομία. Η επαναφορά στην εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα δεν θα συμβεί αν δεν προηγηθούν εύρωστοι ρυθμοί ανάπτυξης για δυο τρία χρόνια. Λειτουργικά, οι τράπεζες στην χώρα μας έχουν εκσυγχρονιστεί σε σημαντικό βαθμό, έχουν μειώσει το κόστος τους ενώ παρακολουθούν τις σχετικές ευρωπαϊκές εξελίξεις. Παρ’όλα αυτά βρίσκονται σε σημείο που δεν δικαιολογείται κανενός είδους εφησυχασμός, ακριβώς το αντίθετο. Είναι το σημείο εκείνο της οικονομίας όπου η έλλειψη εμπιστοσύνης με πιο απόλυτο και άμεσο τρόπο.
Ποιοι είναι οι κλάδοι που παρουσιάζουν σημαντικές επενδυτικές ευκαιρίες μέσα στη νέα χρονιά;
Οι επενδύσεις έχουν συμπιεστεί από την αρχή της κρίσης σε τέτοιο βαθμό που, απλώς λόγω της ανάγκης κάλυψης του παραγωγικού κενού, υπάρχουν ευκαιρίες σε όλους σχεδόν τους κλάδους. Ακόμα και ο κλάδος των κατασκευών, που είχε ανέβει πάρα πολύ τις δεκαετίες πριν την κρίση, σήμερα παρουσιάζει ευκαιρίες με δεδομένη τη μείωση των τιμών αλλά και την ανάγκη ανακαίνισης των παλαιών κτιρίων. Σε βραχυχρόνιο ορίζοντα, πάντως, οι τρεις τομείς όπου με βεβαιότητα μπορεί κανείς να μιλήσει για προοπτική άμεσης ανάπτυξης είναι οι εξής: α) ο τουρισμός και οι συνδεδεμένες μ’αυτόν δραστηριότητες, β) ο πρωτογενής τομέας και τα τρόφιμα, όπου υπάρχει πολύ μεγάλο περιθώριο εξαγωγών, γ) οι μεταφορές και τα logistics, ιδίως μετά την ανάπτυξη των νέων υποδομών σε αεροδρόμια, λιμάνια και άλλα. Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, όμως, κυρίως είναι οι κλάδοι που βασίζονται στο ανθρώπινο κεφάλαιο που μπορούν να έχουν τις πιο ισχυρές προοπτικές στην χώρα μας. Σε αυτό το πλαίσιο, η σύγχρονη μεταποίηση , οι ψηφιακές τεχνολογίες, η παραγωγή υπηρεσιών στον ναυτιλιακό ασφαλιστικό και τραπεζικό χώρο μπορούν να είναι πολύ σημαντικές. Γι’αυτόν το λόγο πρέπει άμεσα να δρομολογηθεί πρόοδος, και καμία οπισθοδρόμηση στο εκπαιδευτικό μας σύστημα.
Η συνέντευξη αυτη δημοσιεύτηκε στο αφιέρωμα της ΕτΣ σχετικά με την Επιχειρήσεις στην Ελλάδα.
*Σ.Δ: Τι σημαίνει ΙΟΒΕ; Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών. Τι είναι; Είναι ιδιωτικός μη κερδοσκοπικός οργανισμός που ιδρύθηκε το 1975. Τι κάνει; Προωθεί την επιστημονική έρευνα για τα τρέχοντα και αναδυόμενα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, παρέχοντας πληροφόρηση βάσει στοιχείων και διατυπώνει προτάσεις και στην κυβέρνηση οι οποίες μπορεί να αποβούν χρήσιμες για την χάραξη πολιτικής. Γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ είναι ο καθηγητής Νίκος Βέττας.
Ποιος είναι ο Νίκος Βέττας; Είναι καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, από το 2003, όπου έχει υπηρετήσει ως Πρόεδρος του Τμήματος Οικονομικής Επιστήμης και είναι μέλος του Συμβουλίου του Ιδρύματος. Απόφοιτος της Βαρβακείου και του Τμήματος Οικovoμικώv του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και κάτοχος διδακτορικού από το University of Pennsylvania των Η.Π.Α. Ειδικεύεται στη Βιομηχανική Οργάνωση, Μικρooικovoμική, Θεωρία Παιγνίων, και την Πολιτική Ανταγωνισμού και Ρύθμισης Αγορών. Έχει εργαστεί ως Αναπληρωτής Καθηγητής στο Duke University των Η.Π.Α. και ως Επισκέπτης Καθηγητής στο ΙNSEAD της Γαλλίας, όπου έχει βραβευθεί με βραβεία διδασκαλίας.
Είναι Associate Editor του Journal of the European Economic Association, του Journal of Industrial Economics και του International Journal of Industrial Organization όπως και Ερευνητικός Εταίρος στο Centre for Economic Policy Research του Λονδίνου, ενώ έχει υπάρξει μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής του European Association for Research in Industrial Economics. Έχει υπηρετήσει ως τακτικό μέλος της Ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού και είναι μέλος του European Advisory Group for Competition Policy, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανταγωνισμού από το 2003. Είναι συνιδρυτής του www.greekeconomistsforreform.com και συν-διοργανωτής του ετήσιου Conference Research on Economic Theory and Econometrics.
Με αφορμή την παρουσίαση της έρευνας του ΙΟΒΕ* σχετικά με την επιχειρηματικότητα πρώιμων σταδίων, ο γενικός διευθυντής του ιδρύματος, καθηγητής Νίκος Βέττας , μιλά στην «Εφ.Συν» σχετικά με το οικονομικό κλίμα, τις ευκαιρίες που παρουσιάζουν οι κλάδοι της οικονομίας, το τραπεζικό σύστημα και της προοπτικές της οικονομίας. Στο τέλος της χρονιάς, ο καθηγητής δηλώνει «ανήσυχα αισιόδοξος» για το 2018, εξηγώντας ότι σε μακροχρόνιο ορίζοντα η χώρα έχει σημαντικά πλεονεκτήματα που σχετίζονται με τα ιστορικά και γεωγραφικά της χαρακτηριστικά αλλά και γιατί μπορεί να επωφεληθεί σημαντικά από τις τεχνολογικές εξελίξεις, μόνο αν κάνει περισσότερο ανοιχτούς τους θεσμούς και τις αγορές της ώστε να εξελιχθεί σε σημαντικό κόμβο στην περιοχή.