Πρέπει άραγε να μιλήσουμε ωμά στους γερμανούς γείτονές μας, που εκ της θέσεώς τους είναι έτοιμοι να μετατραπούν σε αφεντικά μας, ή μήπως καλύτερα ν' αρχίσουμε βάζοντας τάξη στα του οίκου μας, να κάνουμε συμβιβασμούς, μπας κι αποφύγουμε τα χειρότερα;
Είναι προτιμότερο, νομίζω, να κατανοήσουμε τι συμβαίνει στην Ευρώπη ως σύνολο, μιας και οι συνισταμένες του ευρωπαϊκού οικοδομήματος θα καταρρεύσουν ή θα διασωθούν όλες μαζί ταυτόχρονα. Το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, ωστόσο, έχει ήδη σκαλώσει στο ζήτημα του προϋπολογισμού. Και, επιπλέον, έχει απαξιωθεί στις συνειδήσεις. Αυτό δεν αίρει βέβαια την ύπαρξη ενός ενιαίου πολιτικού συστήματος, που δεν είναι ούτε εθνικό ούτε ακριβώς ομοσπονδιακό και συγκεντρώνει σωρευτικά τις αρνητικές επιπτώσεις των δύο επιπέδων, ελέγχοντας και αποφασίζοντας εφεξής για τα πάντα. Το διαπιστώσαμε παρακολουθώντας τις πρόσφατες εξελίξεις στην Ιταλία και τη Γαλλία.
Λόγω μιας μη αναστρέψιμης, απ' ό,τι φαίνεται, ακυβερνησίας, η Ιταλία πληρώνει τον λογαριασμό των χρόνων του μπερλουσκονισμού και της «άνωθεν επανάστασης», η οποία, κατ' εντολήν των Βρυξελλών και της Φραγκφούρτης, έφερε στην κυβέρνηση μια ομάδα τεχνοκρατών στενά συνδεδεμένων με το διεθνές τραπεζικό σύστημα. Η χώρα προσπαθεί να ξεφύγει γλιστρώντας σταδιακά από τον κοινοβουλευτισμό προς τον προεδρισμό, αλλά η απόπειρα στερείται παντελώς λαϊκής βάσης και η επιτυχία της δεν είναι διόλου εγγυημένη. Η Γαλλία, προφυλαγμένη καθώς λέγεται από την κυβερνητική αστάθεια χάρη στους θεσμούς της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας, πλήττεται με τον αντίστροφο τρόπο.
Ο πρόεδρος Ολάντ, που εκλέχτηκε με την υπόσχεση να αντιμετωπίσει την αυξανόμενη κοινωνική ανασφάλεια, μην μπορώντας ή μη θέλοντας να έρθει αντιμέτωπος με τον χρηματιστικό καπιταλισμό που κηδεμονεύει όλες του τις πρωτοβουλίες, έχει περιέλθει σε κατάσταση πλήρους αδυναμίας. Και, καθώς η προσπάθειά του να παίξει έναν ρόλο, συνασπίζοντας τον «Νότο» ή παρασύροντας τους γερμανούς γείτονες στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας στην Αφρική ξεθύμανε στο πέρασμα του χρόνου, παλινδρομεί μεταξύ αντιδημοτικότητας και «τιμωρίας» των αγορών, κινδυνεύοντας να συνδυάσει και τα δύο. Ακυβερνησία από τη μια πλευρά, ακινησία από την άλλη: ιδού τι ονομάζεται κρίση του συστήματος.
Βεβαίως, αυτή η κρίση έχει κάθε φορά εθνικές ρίζες, προκύπτει όμως επίσης και από τις συνθήκες στην Ευρώπη. Κι έχει συνέπειες για όλη την Ευρώπη, που αναπόφευκτα θα επιδεινώσουν την κρίση, αν δεν βρεθεί κάποια συνολική λύση. Σήμερα, δεν έχουν προσβληθεί μόνον οι «περιφερειακές χώρες», αλλά δύο ιδρυτικά κράτη-μέλη της Ένωσης, τα πιο ισχυρά μετά τη Γερμανία. Δεδομένου ότι η εγκαθίδρυση ομοσπονδιακών θεσμών απέτυχε, αφού κανένα κράτος δεν τους επιθυμούσε, η χάραξη της πολιτικής αποφασίζεται πάντα με βάση τους συσχετισμούς ισχύος μεταξύ των χωρών. Η παραλυσία, αν όχι η διάσπαση, είναι βέβαια. Και οι λαοί που γυρίζουν πλέον την πλάτη στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα αποτελέσουν τα πρώτα θύματα.
Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε τις αιτίες αυτής της κατάστασης, αν θέλουμε να σχεδιάσουμε λύσεις. Θα ήθελα να υπογραμμίσω δύο, που έχουν ζωτική σημασία. Για την πρώτη αρκεί μία λέξη: ανισότητες, καλπάζουσες ανισότητες. Πρόκειται για κοινωνικές ανισότητες, οι οποίες δεν αφήνουν ανέγγιχτη καμία χώρα (ούτε καν τη Γερμανία), αλλά κατανέμονται άνισα μεταξύ των γεωγραφικών περιοχών και των κρατών. Πρόκειται επομένως, κατά κάποιον τρόπο, για μια ανισότητα μέσα στην ανισότητα, την οποία η κρίση επιδείνωσε δραματικά, επιβάλλοντας σε ορισμένες μεσογειακές χώρες μια βιαιότητα που δεν απέχει πολύ από τη βία του πολέμου. Η διάλυση της κοινωνίας αντιφάσκει ωστόσο με τους διακηρυγμένους στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το πιθανότερο είναι ότι τα αντιπροσωπευτικά συστήματα διακυβέρνησης δεν θα μπορέσουν να αντέξουν για πολύ την κατάσταση της κοινωνικής διάλυσης. Και είναι γελοίο να πιστεύουμε ότι μπορούμε να επανιδρύσουμε την κοινοτική πολιτική, χωρίς να πάρουμε μέτρα κοινωνικής σωτηρίας.
Αυτό μας οδηγεί στη δεύτερη αιτία: την επιστροφή των εθνικισμών, από τους οποίους δεν ξεφεύγουν σήμερα ούτε οι «κυρίαρχοι» ούτε οι «κυριαρχούμενοι». Πιθανότατα, το «ευρωπαϊκό σχέδιο» είχε υποτιμήσει τη δύναμη του εθνικισμού, όχι μόνο γιατί δεν έλαβε υπόψη του τις πολιτισμικές παραμέτρους ή τα ίχνη των μεγάλων τραγωδιών του 20ού αιώνα, αλλά και επειδή η ασφάλεια και η κοινωνική αλληλεγγύη οικοδομήθηκαν εξ ολοκλήρου πάνω στην εθνική συνοχή. Παραμένει ωστόσο βέβαιο ότι η εκτροπή της Ευρώπης προς μια νομισματική ένωση, που βρίσκεται στην υπηρεσία μιας οικονομικής τάξης αμιγώς ανταγωνιστικής, εξαπέλυσε στο εσωτερικό της τον πόλεμο όλων εναντίον όλων. Μέσα σ' αυτό τον πόλεμο, οι πιο ισχυροί συντρίβουν τους πιο αδύναμους, προτού εκτεθούν και οι ίδιοι στις επιπτώσεις μιας παγκοσμιοποίησης της οποίας υπήρξαν τα πιόνια.
Ενάντια σε τέτοιου είδους εξελίξεις δεν υπάρχει απλή λύση, καθώς είναι απαραίτητη η σύμπραξη απόψεων, εχθρικών μεταξύ τους σήμερα, όπως και η ανατροπή κατευθύνσεων που θεωρούνται ταμπού. Αυτός όμως είναι ένας επιπλέον λόγος για να θέσουμε τώρα το ζήτημα της επανίδρυσηςτης Ευρωπαϊκής Ένωσης, με στόχο την ανοικοδόμηση μιας άλλης Ευρώπης. Αυτό --και ο Ούλριχ Μπεκ ορθώς το υπογραμμίζει στο τελευταίο του βιβλίο-- μπορεί να προέλθει μόνο «από τα κάτω» ή από την ανεμπόδιστη ανάπτυξη της πρωτοβουλίας των πολιτών, που εκτείνεται σε ένα μεγάλο εύρος: από τη δημόσια συζήτηση μέχρι τη διαμαρτυρία και την αγανάκτηση που προκαλούν οι επιπτώσεις της κρίσης. Υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι δεν θα παρεκτραπεί η ίδια σε έναν εθνικισμό που θυματοποιεί, ότι θα αποδειχτεί ικανή να προτείνει εναλλακτικές λύσεις, οι οποίες θα έχουν νόημα για την πλειοψηφία των πολιτών της ευρωπαϊκής ηπείρου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα χρειαστεί, επίσης, να αναδειχτεί μια ιστορική ηγεσία και μια πολιτική πρόταση που να μπορεί να εισακουστεί από όλους, τον καθένα στο ιδίωμά του. Κάποιοι μίλησαν για ένα ευρωπαϊκό New Deal. Δεν θα το περιμένουμε, βέβαια, από την κυρία Μέρκελ…
Θα κάνω ωστόσο την υπόθεση ότι μια τέτοια πρόταση πρέπει να προέλθει από τη Γερμανία, όχι επειδή αποτελεί «το κέντρο», αλλά επειδή είναι πρωταρχικό καθήκον να πειστεί η μάζα των γερμανών πολιτών να ανταλλάξουν τα (σχετικά) οφέλη που αντλούν από την κρίση και τα (προσωρινά) πλεονεκτήματα της οικονομικής υπεροχής τους με το συλλογικό συμφέρον όλων, μακροπρόθεσμα. Για να γίνει αυτό, απαιτείται να συντρέξουν πολλές προϋποθέσεις, καθεμιά από τις οποίες είναι δύσκολη, ενώ η εκπλήρωση όλων μοιάζει απίθανη. Ακριβώς γι' αυτό το λόγο, όμως, θέλησα να τονίσω εδώ την αναγκαιότητά τους.
Το άρθρο αυτό του Ετιέν Μπαλιμπάρ, δημοσιεύθηκε στη «Liberation», στις 2.5.2013 και το μετάφρασε η Χρυσάνθη Αυλάμη. Μπορείτε να το διαβάσετε πατώντας εδώ
Βιογραφικό του Ετιέν Μπαλιμπάρ
Γεννήθηκε στην πόλη Avallon (Yonne) της Γαλλίας τον Απρίλιο του 1942. Σπούδασε φιλοσοφία στην École Normale Supérieure της οδού Ulm, στο Παρίσι (1960-1965). Πήρε το πρώτο του πτυχίο στη φιλοσοφία το 1963, από το Πανεπιστήμιο της Σορβόννης, υπό την επίβλεψη του Georges Canguilhem. Το 1964 πέρασε τις εξετάσεις της Agrégation στη φιλοσοφία. Από το 1969 έως το 1994 δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης (Paris-I). Το 1987 αναγορεύτηκε διδάκτωρ φιλοσοφίας, για το σύνολο του έργου του, από το Katholieke Universiteit Nijmegen της Ολλανδίας. Ο τίτλος της διδακτορικής του διατριβής ήταν: «Η άπειρη αντίφαση: στοιχεία μιας φιλοσοφίας μέσα στην ιστορία». Το 1994 εξελέγη καθηγητής της Πολιτικής και Ηθικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Paris-X Nanterre. Είναι ομότιμος καθηγητής του ίδιου Πανεπιστημίου από το 2002. Από το 2000 και μέχρι σήμερα είναι καθηγητής (Professor of Humanities) του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας (Irvine), στις Η.Π.Α..
Έγινε διεθνώς γνωστός το 1965, μόλις 23 ετών, λόγω της συνεργασίας του με τον μαρξιστή φιλόσοφο Louis Althusser και της συμμετοχής του στη συγγραφή του βιβλίου Lire le Capital, το οποίο πρότεινε μια νέα ερμηνεία του φιλοσοφικού έργου του Μαρξ, διαμορφώνοντας ένα σημαντικό ρεύμα σκέψης και δράσης για το παγκόσμιο αριστερό κίνημα. Υπήρξε μέλος του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος για πολλά χρόνια, έως την αποχώρησή του το 1978. Δημοσίευσε επίσης τα έργα: Πέντε μελέτες για τον ιστορικό υλισμό (1974), Για τη δικτατορία του προλεταριάτου (1976), Η κριτική της πολιτικής στον Μαρξ (1979) και Η φιλοσοφία του Μαρξ (1993).
Κατά τη δεκαετία του 1980 στράφηκε ειδικότερα στη νεότερη και σύγχρονη πολιτική φιλοσοφία, γράφοντας τα βιβλία: Ο Σπινόζα και η πολιτική (1985), Φυλή, Έθνος, Τάξη. Οι διφορούμενες ταυτότητες (1988, σε συνεργασία με τον Immanuel Wallerstein), Γραπτά για τον Αλτουσέρ (1991), Τα σύνορα της δημοκρατίας (1992), Τόποι και ονόματα της αλήθειας (1994). Ιδιαίτερα σημαντικό έργο του είναι Ο φόβος των μαζών. Πολιτική και φιλοσοφία πριν και μετά τον Μαρξ (1997), που περιλαμβάνει 18 μελέτες πολιτικής φιλοσοφίας.
Τα τελευταία δέκα χρόνια η σκέψη του επικεντρώνεται κυρίως στις έννοιες της δημοκρατίας, της ‘ισοελευθερίας’, της πολιτικής βίας, της διατομικότητας, της ταυτότητας, της καθολικότητας, καθώς και στα ζητήματα της Ευρώπης. Καρπός της πρόσφατης θεωρητικής του παραγωγής είναι, μεταξύ άλλων, τα βιβλία: Εμείς, πολίτες της Ευρώπης; Τα σύνορα, το κράτος, ο λαός (2001), Η πολιτική και η άλλη σκηνή (2002), Η Ευρώπη, η Αμερική, ο Πόλεμος. Σκέψεις για την ευρωπαϊκή μεσολάβηση (2003).
Έχει δημοσιεύσει επίσης βιβλία και πολυάριθμα άρθρα στα γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά και ιταλικά, ενώ τα έργα του μεταφράζονται σε πολλές γλώσσες. Συμμετέχει στη συντακτική επιτροπή διεθνών περιοδικών φιλοσοφίας και διευθύνει τη σειρά “Pratiques Theoriques” στις εκδόσεις PUF.
|
Βιβλιογραφία |
|
|

Γι' άλλη μια φορά, γενικός συναγερμός! Το παλιό γαλλο-γερμανικό «ζευγάρι» - κινητήρια δύναμη ή τροχοπέδη του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, ανάλογα με την άποψη που έχει κανείς - βρίσκεται στα πρόθυρα της διάλυσης.