"Δε τον αντέχω ρε αυτό τον χυλό, κάτι αζώιστα κνώδαλα με ζαχαρωτές ζωούλες, ανάσες που μυρίζουν παρκετίνη και σουπλίν της μαμάς τους, αγράμματα τσόκαρα όλοι τους, που περιφέρονται από μπαράκι σε μπαράκι τσουγκρίζοντας τα ποτήρια τους με άλλα ανερμάτιστα..."Διακόπτει. Τον κοιτάει περιμένοντας να τη βοηθήσει.
"Με άλλα ανερμάτιστα τσόκαρα."
Δείχνει αγριεμένη.


Το ξαναλέω, είμαι φαν της Ζυράννας Ζατέλη από την εποχή της "Περσινής αρραβωνιαστικιάς" (1984) . Ως τέτοιος αναρτώ εδώ ένα άρθρο της που το εντόπισα στην Athens Voice. Ο Μάκης Προβατάς, που αρθρογραφεί σ'αυτήν, με αφορμή τα 15α γενέθλια της Athens Voice είχε την ιδέα να απευθυνθεί σε 15 εμβληματικούς κατοίκους της Αθήνας ζητώντας τους να περιγράψουν μια περιοχή της πόλης, την πιο σημαντική της ζωής τους. Στο τέλος του άρθρου, μπορείτε να διαβάσετε τις ιστορίες των Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, Μαρία Ευθυμίου, Διονύση Σιμόπουλου και Μανόλη Κορρέ, Νάνου Βαλαωρίτη, Τίτου Πατρίκιου, Κώστα Τσόκλη, Σταμάτη Φασουλή, καθώς και των υπολοίπων 6.
Τα συναπαντήματα με παλιές αγάπες, δεν είναι ανώδυνα. Είναι σαν εκείνες τις πόλεις που αν και όμορφες δε θέλεις να πας, γιατί σε πλήγωσαν ή σου άφησαν μια πίκρα. Είναι όμως και κάτι διαολεμένα πρωινά που καταφέρνουν να λαφρύνουν μια παλιά σχέση από την ένταση του χωρισμού της. Και τότε σκέφτεσαι μια νέα συνάντηση, ακόμα και χωρίς οποιονδήποτε στόχο. Ήθελα να ξέρω αν ήταν στο γραφείο της, πριν την επισκεφτώ. Τηλεφώνησα και το σήκωσε η ίδια. Η ψυχή μου σκιρτούσε, μα δε μίλησα. Θα την ξάφνιαζα να με δει. Ύστερα θα σκαρφιζόμουνα κάτι για την επίσκεψη. Ήταν εκεί. Αυτό μόνο ήθελα.
Και τώρα η Έμιλυ έπαιζε ένα σόλο, κάτι που με έκανε να αμφιβάλλω αν είχα διαβάσει σωστά το πρόγραμμα. Ίσως επρόκειτο για σόλο ρεσιτάλ.
Μόλις
«Η Κυριακή δεν διαφέρει σε τίποτα από τις άλλες μέρες! Ναι, μπορείς να κάνεις και φακές, τι έχουν δηλαδή οι φακές; Ωραίες είναι...» είπε το βλαστάρι της μ’ εκείνη τη βεβαιότητα των νέων, τόσο υπεροπτική, αναντίρρητη και εύθραυστη, σαν το γυαλί την κόψη του. Εκείνη δεν μίλησε, μόνο κανόνισε ένα φαγητό που τους άρεσε. Γλυκό; Έχει καιρό που δεν κάνει πια γλυκά, απ’ όταν χήρεψε, αυτό αραίωσε, η χαρά της ετοιμασίας των γλυκών. Η Κυριακή, μα πώς δεν διαφέρει;
«Πείτε μου, ποια είναι τα χρώματα της αγαπημένης μου Ρωσίας σήμερα»;
Πρωτοδιάβασα Γ. Βιζυηνό (Βιζύη Τουρκίας, 1849 - Αθήνα, 1896) στις αρχές της δεκαετίας του ΄70 (ΒΙΠΕΡ, δρχ.28, σελ.400) σε πολυτονικό, βεβαίως. Διάβασα σαν
Πολλά χρόνια μετά, είκοσι, τριάντα; η μόνη ανάμνηση που θα πρόβαλλε από το συρτάρι της μνήμης με το ταμπελάκι «καλοκαίρι» θα ήταν εκείνα τα μεσημέρια στο μοναδικό νησί που ένιωσε ποτέ λίγο δικό της. Το μοναδικό στο οποίο πήγε πάνω από δύο φορές. Το μοναδικό στο οποίο πίστεψε ότι μπορούσε να ανήκει. Το μοναδικό από το οποίο είχε προκατασκευασμένες μνήμες πολύ προτού το επισκεφθεί.