Τα προηγούμενα δροσερά αποσπάσματα (21)
Το χαστουκόδενδρο
….Η συνέχεια μαζί της γράφτηκε γρήγορα. Μια από τις επόμενες μέρες , αφού τελειώσαμε την κομματική δουλειά, ξαναπήγαμε οι δυο μας στην ίδια παμπ, με διαφορετικό κόσμο αυτή τη φορά. Άγνωστοι μεταξύ αγνώστων. Ήπιαμε ήσυχα τις μπύρες μας, δίχως να πολυμιλάμε, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο στα μάτια λες και είχαμε να ιδωθούμε χρόνια, αφήσαμε να αραιώσει ο πολύς κόσμος και, χωρίς πολλά – πολλά, ζητήσαμε από τον ταβερνιάρη να μας παραχωρήσει ένα δωματιάκι σ’ένα πατάρι από πάνω, που το νοίκιαζε ευκαιριακά σε ξέμπαρκους ναυτικούς.
Καθώς ύστερα ο Τόνι της χάιδευε τα μαλλιά με τα χοντρά του δάκτυλα, η Μπέτι έβγαλε κάπως διστακτικά από την τσάντα της ένα ταλαιπωρημένο καφεδί βιβλιαράκι: Lady Chatterley’s Lover
- Είναι παράνομο εδώ πέρα, του λέει αμέσως, σμίγοντας σαν ζαλισμένη γάτα τα μάτια της, έχει απαγορευτεί από τη λογοκρισία για κάποιες ερωτικές σκηνές, αλλά και οι δικοί μας μη νομίζεις, τα ίδια με τους αστούς μουρμουρίζουν. Ξινίζουν τα μούτρα τους λες και είναι βικτοριανοί διάκονοι. Αλλά εγώ νομίζω πως ο συγγραφέας έχει πολύ τσαγανό. Η ιστορία έχει να κάνει με μία αριστοκράτισσα στα Midlands που ευχαριστιέται συνειδητά κι ελεύθερα τον έρωτα μ’έναν λαϊκό άνθρωπο, τον κηπουρό της…
- Δηλαδή η δική μας περίπτωση, κάνει ο Αντώνης σκάζοντας ένα πλατύ παιδικό χαμόγελο, που, μην βρίσκοντας ανταπόκριση σ’εκείνη, το μαζεύει σοβαρεύοντας απότομα ενώ ρίχνει κλεφτές ματιές εφήβου στο γυμνωμένο της στήθος.
- Το διαβάζω σιγά-σιγά. Το απολαμβάνω. Μη φαντάζεσαι πως είναι κανένα ρομάντζο της πεντάρας. Κι εσύ θα ‘πρεπε να το διαβάσεις. Είναι ταξικό βιβλίο, δεν είναι παίξε γέλασε. Είμαι σίγουρη πως θα το βρεις ενδιαφέρον. Αξίζει τον κόπο. Δεν θέλω όμως να το πεις σε κανέναν, πρόσθεσε, δίνοντάς του ένα ζεστό φιλί στον κρόταφο που, αυτό το φιλί, καθώς κράτησε λίγο παραπάνω, τον αναστάτωσε πιο πολύ κι από την κορύφωση του έρωτά τους πριν από λίγο.
- Τι γυναίκα είσαι Μπέτι; Λέει τότε ο Τόνι αυθόρμητα και την κλείνει σφιχτά και λίγο άγαρμπα στην αγκαλιά του καθώς όλο του το σώμα ανατριχιάζει με τρόπο που δεν έχει ξανανιώσει ποτέ.
Εκείνη τότε κουλουριάστηκε ήρεμα στη συγκίνησή του κι αυτός πια ξέχασε οριστικά την Ίγκε, και την μικρούλα στο εξώφυλλο της Evening Post, και όλες τις εξυπηρετικές γυναίκες των λιμανιών που είχε και δεν είχε πάει μαζί τους. Για λίγη ώρα δεν μίλησε κανένας τους. Έμειναν κάμποσο σ’αυτό το σφιχταγκάλιασμα. Με τον τρόπο που αγκαλιάζονταν πολλοί άνθρωποι τότε μόλις άκουγαν τις σειρήνες να ειδοποιούν για βομβαρδισμό.
……………………………………………………………………………………………………………...
……..Χορέψαμε με την ψυχή μας τη μέρα του γάμου μου ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου 1944. Εκείνος ο σύντροφος που μου είχε βρει το σπίτι όταν πρωτοήρθα εδώ είχε μία μανία: μάζευε δίσκους, ωραία τραγούδια. Εκείνη την ημέρα μου φύλαγε μία έκπληξη: έβαλε στο γραμμόφωνο τον «Θερμαστή» και, καθώς είχα μερακλωθεί και ήμουνα χαρούμενος που είχα δώσει αίσιο τέλος σ’ όλα και νίκησα την μπαμπεσιά, άφησα τον εαυτό μου ελεύθερο και χόρεψα το ζεϊμπέκικο μέχρι το τέλος, πολύ το φχαριστήθηκα. Μ’αρέσει βλέπεις πολύ και το μπαγλαμαδάκι.
Κάργα ρασκέτα, ωχ, και λοστός, το Μπέη να περάσω
Και μες του Κάρντιφ τα νερά εκεί να πάω ν’αράξω.
Μα η φωτιά είναι φωτιά, μα η φωτιά είναι λάβρα
Κι η θάλασσα μου τα’κανε τα σωθικά μου μαύρα.
Καθώς τα μπαγλαμαδάκια κρατάνε γλυκό, αργόσυρτο το ζεϊμπέκικο, μόνο αυτός μέσα σε όλα τα συντρόφια καταλαβαίνει το στίχο, σαν από έκλαμψη, με το τρομερό του νόημα : ότι δηλαδή στο ταξίδι απ’το Σεν Τζον μπορεί και να χανόταν, όχι ντε και καλά από τορπίλη, αλλά από ένα απλό σκέρτσο της θάλασσας, ας πούμε στον δύστροπο Βισκαϊκό κόλπο, στον «Μπέη». Και τον πονάει αυτή η αστεία φανέρωση του νου, αυτό το απλό πραγματάκι που λέει το τραγούδι να μην έχει ξαναπεράσει απ’το μυαλό του , κάπως τον πονάει και χορεύει με πόνο, λυγίζει με πολλή φροντίδα το κορμί του δεξιά αριστερά, λες και βρίσκεται στην άκρη του γκρεμού, αργά τσακίζοντας τα πόδια στα γόνατα, αργά γονατίζοντας, δίχως όμως ν’αγγίξει το πάτωμα – και μετά κάνει ένα απότομο πέταγμα στο κορμί του, μαζί με μια ματιά ίσια μπροστά, καθαρό μέτωπο που δεν έχει τίποτα να φοβηθεί, εφόσον το χορταράκι του Στάλιν (ξανα)θυμίζει στην άκρη του μυαλού του ότι οι κομμουνιστές άντρες δεν λυγίζουν μπροστά σε τίποτα. Καλύτερα να πεθάνουν. Άλλη επιλογή δεν φανερώνεται στο ατσάλινο μυαλό τους.
…………………………………………………………………………………………………………….
….Ύστερα χόρεψα κι άλλο, κι άλλο, με την ψυχή μου. Δεν θυμάμαι να έχω ξαναχορέψει έτσι στη ζωή μου. Τι στο καλό, μέρα του γάμου μου ήταν, παντρευόμουν κι άξια γυναίκα, ήμουν πολύ χαρούμενος. Κάτι είχα καταφέρει, έτσι ένιωθα. Το κόμμα ήταν περήφανο για μένα, η γλυκιά Μπέτι ήταν περήφανη για μένα, οι Άγγλοι σύντροφοι μου έδειχναν ένα παραπανίσιο σεβασμό. Μάλιστα, όταν τόλμησα να πωστον σύντροφο Κάριγκαν ότι τώρα που τέλειωσα με την Αποστολή ίσως να έπρεπε να κατέβω στην Ελλάδα να πολεμήσω, αυτός με έβαλε στη θέση μου
……………………………………………………
Εκείνο το βράδυ του γάμου, όταν είχαμε πια μείνει πολύ λίγοι στην παρέα, αυτός ο σύντροφος, Παντελής θαρρώ λεγότανε, έβαλε κι ένα τραγούδι για χάρη της Μπέτι και πολύ το χαρήκαμε, τη «Μπολσεβίκα», με τη γλυκιά Ρόζα Εσκενάζυ ( που μου έφερνε πάντα στο μυαλό την κόκκινη Ρόζα). Προσπάθησα, θυμάμαι, τσάτρα πάτρα να της το μεταφράσω κι εκείνη γελούσε, πως γελούσε η Μπέτι, έκανε πολλά όνειρα φαντάζομαι για ελλόγου μας, όπως κάθε γυναίκα που αγαπάει τον άντρα της.
Ά! Εγώ είμαι η μπολσεβίκα,
με τ’αλάνια θα γλεντώ
ρετσίνα θα ρουφάω
γλυκά θα τραγουδάω
μεγαλεία δεν ψηφάω
και τους μάγκες θ’αγαπώ
Από το Κ.Κ.ΜΒ έκαναν τα πάντα για να αποτρέψουν το γάμο. Με το δίκιο τους. Επειδή μόλις με παντρευόταν θα έχανε την υπηκοότητα. Καταλάβαιναν εξάλλου ότι, αργά ή γρήγορα, εμείς θα κατεβαίναμε στην Ελλάδα. Δεν ήθελαν να την χάσουν. Όσο ήταν πολύτιμη για μένα άλλο τόσο ήταν και για το κόμμα στο Κάρντιφ. Για μένα, όμως, η Μπέτι ήταν πολύτιμη για άλλους λόγους. Τελικά η Μπέτι έδωσε τη μάχη της και την κέρδισε. Γενναία γυναίκα. Γι’αυτό την αγαπάω. Το μοναδικό της επιχείρημα σε όλες τις κομματικές πιέσεις ήταν : «Τον αγαπάω και θα πάω μαζί του όπου και να’ναι!». Το έλεγε ξανά και ξανά η αθεόφοβη, Κάστορας, όχι αστεία. Έτσι κι έγινε. Μείναμε όλη μας τη ζωή αχώριστοι. Τώρα πια μονάχα ο θάνατος θα μας χωρίσει.
Το απόσπασμα αυτό είναι από το βιβλίο "Το ΧΑΣΤΟΥΚΟΔΕΝΔΡΟ" που κυκλοφόρησε το 2012. Το έγραψε ο Άρης Μαραγκόπουλος ( Αθήνα, 1948) και στο κέντρο του έχει το ζεύγος Αντώνηw Αμπατιέλος (1914-1995) συνδικαλιστής, στέλεχος και βουλευτής του Κ.Κ.Ε, όπου έμεινε 16 χρόνια σε ελληνικές φυλακές και της συζύγου του, λαίδης Μπέτυ Μπάρτλετ (1917 - 2011). Μας το έστειλε η Ελένη Λαούρδα.
Η χώρα όπως είναι
Αυτό σημαίνει πως εφαρμόσαμε το ταχυδακτυλουργικό κόλπο της κοινής ζωής δύο ώριμων ανθρώπων. Αποκηρύξαμε με επισημότητα την προσωπικότητα του ανύπαντρου. Γενικεύσαμε το παρελθόν υιοθετώντας μια νοοτροπία σύμφωνα με την οποία η αιχμή της ζωής ήταν όλη η ζωή. Παραδεχτήκαμε πως τα δυνατά συναισθήματα ήταν ανώτερα από την αυθεντική ευτυχία και υποσχεθήκαμε να μην ρωτήσουμε ποτέ, ούτε ο ένας ούτε η άλλη, αν αγαπιόμαστε αληθινά, με την πίστη ότι η έλξη είναι αγάπη, και σ'εμάς υπήρχε έλξη. Δώσαμε έμφαση στις λεπτές αποχρώσεις και υποστηρίξαμε πως όπως δείχναμε έτσι ήμαστε. Δηλώσαμε πως ήμασταν καλοί στο κρεβάτι και πως την έλλειψη οικειότητας συνήθως την επιβάλλουμε οι ίδιοι. Κρατήσαμε τα μεγάλα πια παιδιά μας, σε ορισμένη απόσταση. Υποβαθμίσαμε αυτό που γίνεσαι για χάρη αυτού που είσαι. Αποκηρύξαμε σταθερά τη μελαγχολία και τη νοσταλγία.
...................................
Με άλλα λόγια, κάναμε πράξη τα λόγια ενός μεγάλου μυθιστοριογράφου σχετικά με τον γάμο (αν κι ο ίδιος δεν είχε ποτέ τα ανάλογα γονίδια): "Αν ποτέ παντρευόμουν" έγραψε "θα'ταν σαν να υποκρίνομαι πως η ζωή μου φαίνεται λίγο καλύτερη απ'ό,τι στ'αλήθεια τη βλέπω". Στην περίπτωση τη δική μου και της Σάλλυ, η ζωή μας φαινόταν πολύ καλύτερη απ'όσο ποτέ φανταζόμασταν. Πολύ απλά, αγαπιόμασταν πέρα για αληθινά και γενικά δεν ξενοκοιτάξαμε - κάτι που φυσικά αποτελεί βασική αρχή της Μόνιμης Περιόδου.
..................................................
Όλοι οι γάμοι κουβαλούν απρόοπτα, είτε τ'αναγνωρίζουμε είτε όχι. Σε όλα τα πράγματα, είτε καλά είτε αλλοπρόσαλλα, υπάρχει πάντα ένα ασήμαντο ενδεχόμενο το οποίο κανείς δεν έχει σκεφτεί, ή δεν το έχει σκεφτεί για τόσο μεγάλο διάστημα ώστε σχεδόν δεν υφίσταται. Μόνο που αυτό υπάρχει. Και είναι η μοναδική εν δυνάμει ρωγμή στην πανοπλία της οικειότητας, στις άνευ όρων κοινοτυπίες, στους ιερούς όρκους, στα παντοτινά οτιδήποτε. Δηλαδή, σε κάθε δοσοληψία κάπου υπάρχει μια πίσω πόρτα, απ'όπου μπορεί να μπει λίγος αέρας. Όλες οι υποσχέσεις ότι θ'αγαπάς και θα είσαι "για πάντα πιστός" δίνονται στη βάση αυτού του πανίσχυρου απρόοπτου ( απίθανου ή όχι): εκτός αν ερωτευθώ "για πάντα" κάποιον άλλον. Αυτό ισχύει όσο κι αν δεν μας αρέσει, που σημαίνει ότι δεν είναι κυνικό να το σκέφτεσαι, μα σημαίνει επίσης πως κάποιος άλλος - κάποιος που αγαπάμε και θα προτιμούσαμε να μην το ξέρει - είναι εξ ίσου πιθανό να το ξέρει όπως εμείς. Παραδοχή που, σε τελική ανάλυση, μπορεί να βρίσκεται όσο κοντά στην απόλυτη οικειότητα μπορούμε ν'αντέξουμε. Οι μεσίτες βέβαια τα ξέρουν όλα αυτά καλύτερα από τον καθένα. Σε κάθε συμφωνία αγοράς ή πώλησης υπάρχει επίσης ο όρος, συνομολογημένος ή μη, "εκτός αν, φυσικά, δεν θέλω πια" ή "εκτός αν αλλάξω γμώμη" ή " με την προϋπόθεση ότι ο δάσκαλος της γιόγκα δε θα με συμβουλέψει το αντίθετο". Για άλλη μια φορά, η καθαγιασμένη έννοια του χαρακτήρα επινοήθηκε για να αποκλείσει αυτά τα απρόοπτα. Όμως σε τούτη την άχρωμη εκλογική χρονιά, την πρώτη της νέας χιλιετίας, μπορούμε στ'αλήθεια να πούμε πως αυτή η έννοια αξίζει κάτι; Ή πως άξιζε ποτέ;
Το απόσπασμα αυτό είναι από το βιβλίο "Η χώρα όπως είναι" που το έγραψε το 2006 ο Αμερικάνος Ρίτσαρντ Φόρντ ( 1944, Μισσισσιππή). Αρέσει στον Αλέξη Τσίπρα ( μην τρελαίνεστε, απλή συνωνυμία είναι ).
19) Να ζεις ν'αγαπάς να μαθαίνεις
Επιλέγουσα ή Συντάκτρια Ομάδα διαχείρισηςΝα ζεις ν'αγαπάς να μαθαίνεις
Τι νομίζουμε όμως ότι είναι ουσιαστικό; Πρώτα απ όλα ένα από τα πράγματα που θεωρούμε ουσιαστικά- και δουλεύουμε γι αυτό την περισσότερη ζωή μας- είναι το σώμα. Πιστεύουμε ότι είναι ουσιαστικό. Ξοδεύουμε τόσο πολύ χρόνο γι αυτό, που πλουτίζουμε τη λεωφόρο Μάντισον. Θεέ και Κύριε, πόσες χιλιάδες μάρκες οδοντόκρεμας υπάρχουν! Και πόσα εκατομμύρια είδη σαμπουάν. Και τώρα υπάρχει κάτι ιδιαίτερο για μαλακά μαλλιά, για σκληρά μαλλιά, για λίγα μαλλιά, για μαλλιά που πέφτουν, για μαλλιά που σηκώνονται, για μαλλιά που δεν υπάρχουν! Υπάρχουν τονωτικά μαλλιών για παιδιά, για μωρά, για ενήλικους, για γέρους! Δεν μπορούμε καν να μοιραστούμε το ίδιο σαμπουάν. Άλλο ένα φαινόμενο αποστασιοποίησης, αν το καλοσκεφτείς.
Δεν τις έχετε βαρεθεί όλες αυτές τις ανοησίες; Κάνετε τούτο και το άλλο και το άλλο και το άλλο. Και μετά φοράτε τα ρούχα σας και βγαίνετε έξω έτοιμοι ν’αντιμετωπίσετε τη μέρα σας. Και μετά γυρίζετε σπίτι και τα κάνετε πάλι όλα από την ανάποδη. Τα βγάζετε όλα και πέφτετε στο κρεβάτι. Το πρωί πάλι από την αρχή! Κι όμως το κάνουμε γιατί φοβόμαστε πως ο κόσμος γύρω μας θα μας αφήσει μόνους στην προκυμαία, αν δεν φοράμε το σωστό αποσμητικό. Και το πλοίο θα ξαναγυρίσει να μας πάρει, αν το φορέσουμε! Έτσι το φοράμε!
Το σώμα δεν είναι παρά ένα όχημα. Είναι ένα καταπληκτικό όχημα, γιατί μεταφέρει το ουσιαστικό, από μόνο του όμως δεν είναι ουσιαστικό.
Τι είναι λοιπόν ουσιαστικό; Νομίζουμε ότι οι γνώσεις είναι κάτι ουσιαστικό και γινόμαστε δούλοι της γνώσης. Ξεχνάμε ότι οι πληροφορίες δεν είναι σοφία. Μαθαίνουμε πληροφορίες και περνάμε τη ζωή μας γεμίζοντας το μυαλό μας με πληροφορίες, που τις νομίζουμε ουσιαστικές. Κι όμως οι πληροφορίες αυτές είναι, στο μεγαλύτερο τους βαθμό, άχρηστα παράσιτα. Κι εμείς γινόμαστε δούλοι των παρασίτων. Έτσι, όταν προσπαθεί να μπει κάτι καινούριο μέσα, φιλτράρεται μέσα από αυτά τα παράσιτα, μέσα από αυτές τις παλιές, ξεπερασμένες, άχρηστες γνώσεις. Γι αυτό μερικοί από μας δυσκολευόμαστε τόσο πολύ να αλλάξουμε.
Συχνά ρωτάω τον κόσμο: «Είσαι πραγματικά εσύ; Ή μήπως είσαι αυτό που σου είπαν οι άλλοι ότι είσαι;» Οι άλλοι περνάνε ολόκληρη τη ζωή τους λέγοντας μας ποιοι είμαστε. Μερικοί το κάνουν επάγγελμα, σε άλλους γίνεται ασυνείδητα! Η μαμά πχ που στέκεται στο σούπερ μάρκετ κρατώντας το παιδί της από το χέρι και λέγοντας στη φίλη της: «Αυτός είναι κουτός, ο αδερφός του είναι ο έξυπνος. Τι να γίνει όμως, υπάρχουν και οι κουτοί, άλλωστε είναι καλό παιδί. Δε με παιδεύει καθόλου». Τι του λέει αυτού του παιδιού; Νομίζει πως είναι κουφό; Όλοι διδάσκουμε και διδασκόμαστε συνέχεια ποιοι είμαστε και τι είμαστε. Γι’αυτό και είμαστε όλοι δάσκαλοι. Σαν άνθρωπος που αγαπάει, θα πρέπει να προσέχεις πάρα πολύ τι είδους ετικέτες κολλάς πάνω στους άλλους.
Το απόσπασμα αυτό είναι από το βιβλίο "Να ζεις, ν'αγαπάς, να μαθαίνεις " (1982), του Αμερικανού συγγραφέα και καθηγητή στο Παιδαγωγικό τμήμα του πανεπιστημίου της Ν.Καλιφόρνιας Λέο Μπουσκάλια (1924-1998). Αρέσει στην Μαρία Μποζινάκη
Περί ευθυμίας
στο σώμα του...με αποτέλεσμα να στενοχωριέται για ότι συμβαίνει και να φοβάται για ότι πρόκειται να
υπερβολή...
Τα αποφθέγματα αυτά είναι από το βιβλίο του ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ του Χαιρωνέα ( 47μ.Χ - 120), "Περί ευθυμίας", εκδ.Ηλιοδρόμιο,απόδοση από τον Γιώργο Λαθύρη.
17) Οι γεωφυσικές συνθήκες που διαμόρφωσαν τον Έλληνα
Επιλέγουσα ή Συντάκτρια Ομάδα διαχείρισηςΟι γεωφυσικές συνθήκες που διαμόρφωσαν τον Έλληνα
Όσο αφορά την ελληνική περίπτωση, το πιο καθοριστικό στοιχείο σ’ αυτό το πρωταρχικό βίωμα ριζώματος μέσα σ’ ένα τόπο είναι η αίσθηση της στενότητας. Τη δημιουργεί πρώτα απ’ όλα η περιορισμένη έκταση του διαθέσιμου χώρου, ο τεμαχισμός της γης με τις συχνές εναλλαγές ορεινών όγκων και πεδινών περιοχών, αυτή η τραχύτητα του εδάφους που δεν προλαβαίνει να γίνει ανυπόφορη, κι αυτή η ηπιότητα που δεν προλαβαίνει να πραΰνει τον κάτοικο, αφού τη διαδέχεται γρήγορα το αντίθετό της. Μέσα σε τούτο το γεωφυσικό πλαίσιο ο κάτοικος ανέκαθεν μοχθούσε, αλλά χωρίς να συνθλίβεται, κι από την άλλη πάντα ερεθιζόταν από την προοπτική της αλλαγής. Γιατί στη γη που τόσο στρίμωχνε τον καλλιεργητή και τον ποιμένα ανοίγονταν κάθε τόσο διέξοδοι φυγής.
Περιβαλλόμενο από τη θάλασσα, το πενιχρό έδαφος παύει να μοιάζει με χώρο εγκλεισμού. Ωστόσο, δεν θα πάψει ποτέ-και αυτό το ξεχνάμε συχνά- να θεωρείται η κίνηση του πληθυσμού προς τα έξω, η μετανάστευση και ο εποικισμός, ένας εξαναγκασμός, οι συνέπειες του οποίου δεν επουλώνονται εύκολα. Είναι επιπόλαιο να λέγεται ότι μ’ ένα σαλπάρισμα αντισταθμίζονται οι ελλείψεις και οι κακουχίες στη στεριά.
Οι Έλληνες δεν εξορμούν στα πελάγη αναζητώντας “ευκαιρίες” ή για να επεκτείνουν την ισχύ τους, αλλά επειδή δεν έχουν τρόπο να ορθοποδήσουν πάνω στο στέρεο έδαφος. Αλλού έγκειται η επίδραση του υγρού στοιχείου πάνω στο συλλογικό ψυχισμό. Πρόκειται για τη διέγερση της φαντασίας.
Αυτή η ιδιομορφία του χώρου, να εφάπτεται σε τόσο πολλά σημεία το περιορισμένο με το απεριόριστο, η στεριά με τη θάλασσα, έχει ως αποτέλεσμα να έρχεται κάθε τόσο μια έξαψη ακόμη και στον πιο ταπεινό αχθοφόρο, σκυμμένο κάτω από το βάρος των βασάνων. Ένα άνοιγμα μια αναχώρηση κάποτε… Διεσταλμένο το μυαλό αναπλάθει τις εικόνες που του δίνει το μάτι, αυτό το όργανο της λαχτάρας. Από το χαγιάτι του σπιτιού του ο ελλαδικός άνθρωπος αγναντεύει τον κόλπο ή τον οραματίζεται από την άλλη μεριά του βουνού με τη σιγουριά κάποιου ο οποίος, όποτε το αποφασίσει, μπορεί να παρατήσει το αλέτρι ή το τσαπί και ν’ ανέβει στο κατάστρωμα ενός σκάφους πλησίστιου και πάντα διαθέσιμου γι’ αυτόν.
Ναυτιλλόμενος όμως ίσον φυγάς, όπως είπαμε, αυτό παραμένει. Όσο εύπλαστη και ζωηρόχρωμη και να είναι η φαντασία, δεν θα μπορέσει να απαλείψει τον πόνο από την μετατόπιση, το ξεσήκωμα, το ξερίζωμα από τη γη. Χρειάζεται μια επιπλέον ενίσχυση η συνείδηση για να συνέλθει απ’ αυτό τον υποβιβασμό, κι εδώ ακριβώς έρχεται η επικουρία από τη μεριά του χρόνου.
Αν ο χώρος είναι στενός, ο χρόνος για τους Έλληνες είναι μακρύς, κι έτσι το κακό αρχίζει να θεραπεύεται. Αντλούνται αθρόες ενισχύσεις από το παρελθόν και είναι πράγματι πολύτιμες. Αμέτρητοι πρόγονοι δυσκολεύτηκαν, υπέφεραν, αγωνίστηκαν και τα κατάφεραν να μη ζήσουν σαν κατάδικοι.
Το απόσπασμα αυτό είναι από το βιβλίο του Βασίλη Καραποστόλη ( Αθήνα 1951) , "ΔΙΧΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΞΙΛΕΩΣΗ, περί πολιτικής ηθικής των Ελλήνων", 2010. Αρέσει στη Βαρβάρα Τσιδεμιάδου.
Οι Αντιγόνες
Νομίζω πως ένα μόνο λογοτεχνικό κείμενο έχει τα χάρισμα να εκφράζει όλες τις κύριες σταθερές που διέπουν τις εγγενείς στην ανθρώπινη κατάσταση συγκρούσεις. Αυτές οι σταθερές είναι πέντε: η αναμέτρηση μεταξύ ανδρών και γυναικών, μεταξύ ηλικιωμένων και νέων, μεταξύ κοινωνίας και ατόμου, μεταξύ ζωντανών και νεκρών και μεταξύ ανθρώπων και θεού (θεών).
Οι συγκρούσεις, που προέρχονται από αυτούς τους πέντε τύπους αναμέτρησης δεν είναι διαπραγματεύσιμες. Οι άντρες και οι γυναίκες, οι γέροι και οι νέοι, το άτομο και η κοινότητα ή το κράτος, οι ζωντανοί και οι πεθαμένοι, οι θνητοί και οι αθάνατοι αυτοπροσδιορίζονται μέσα στην συγκρουσιακή διαδικασία του αλληλοπροσδιορισμού. Ο αυτοπροσδιορισμός είναι αναπόσπαστος από την αγωνιστική αναγνώριση της «ετερότητας» εκείθεν των απειλούμενων ορίων του εγώ. Οι αντιτιθέμενοι πόλοι του αρσενικού και του θηλυκού, των γηρατειών και της νεότητας, της ιδιωτικής αυτονομίας και της κοινωνικής συλλογικότητας, της ύπαρξης και της θνητότητας, του ανθρώπινου και του θείου μπορούν να αποκρυσταλλωθούν μόνο με όρους εναντίωσης ( όποιες κι αν είναι οι πολυάριθμες αποχρώσεις των προσαρμογών των μεν προς τα δε). Φτάνω στον εαυτό μου – το πρωταρχικό ταξίδι – σημαίνει αντιμετωπίζω πολεμικά τον «άλλον». Οι οριακές συνθήκες του ανθρώπινου προσώπου είναι οι συνθήκες που τίθενται από το φύλο, την ηλικία, την κοινότητα, το χάσμα μεταξύ της ζωής και του θανάτου και το δυναμικό της αποδεκτής ή μη συνάντησης του υπαρξιακού με το υπερβατικό.
Ωστόσο ο όρος «σύγκρουση» είναι, ασφαλώς μονιστικός και, ως εκ τούτου, ακατάλληλος. Εξ ίσου αποφασιστικές είναι εκείνες οι κατηγορίες αμοιβαίας αντίληψης, συμπλοκής με την «ετερότητα», που μπορούν να ορισθούν ως ερωτικές, υϊκές, κοινωνικές, λατρευτικές και μεταφυσικές. Οι άντρες και οι γυναίκες, οι γέροι και οι νέοι, το άτομο και η κοινότητα, οι ζώντες και οι θανόντες, οι θνητοί και οι θεοί συναντώνται και συνταιριάζονται σε γειτνιάσεις αγάπης, συγγένειας, συλλογικότητας και ομαδικότητας , στοργικής ανάμνησης λατρείας. Η ερωτική πράξη, η κυψέλη των γενεών και της συγγένειας, η κοινωνική μονάδα, η παρουσία των θανόντων στον ιστό των ζώντων, οι θρησκευτικές πρακτικές είναι οι τρόποι αναπαράστασης των εσχάτων οντολογικών διχασμών. Ουσιαστικά, οι σταθερές της σύγκρουσης και της θετικής οικειότητας είναι ίδιες. Όταν ο άνδρας και η γυναίκα συναντώνται, στέκονται τόσο απέναντι, όσο και κοντά ο ένας στον άλλον. Οι γέροι και οι νέοι αναζητούν οι μεν στους δε τον πόνο της ανάμνησης, αλλά και την αντίστοιχη παραμυθία του μέλλοντος. Η αναρχική εξατομίκευση επιδιώκει την αλληλοεπίδραση με τους καταναγκασμούς του νόμου, της συλλογικής συνοχής μέσα στο πολιτικό σώμα. Οι νεκροί κατοικούν στον κόσμο των ζωντανών και, με τη σειρά τους περιμένουν, την επίσκεψη εκείνων. Η μάχη ανάμεσα στους ανθρώπους και τον θεό ( τους θεούς ) είναι η πιο επιθετικά αγαπητική μάχη που γνωρίζει η εμπειρία. Στη φυσική του ανθρώπινου Είναι η διάσπαση είναι επίσης σύντηξη.
Ακριβώς στους στίχους 441 – 581* της Αντιγόνης του Σοφοκλή πραγματώνεται η καθεμιά ξεχωριστά από τις πέντε θεμελιώδεις κατηγορίες του ( προσδι)ορισμού και αυτοπροσδιορισμού του ανθρώπου μέσα στην σύγκρουση, βρίσκονται δε και οι πέντε εν δράσει σε μία και μοναδική αναμέτρηση. Απ’ό,τι γνωρίζω, καμία άλλη στιγμή είτε της θρησκευτικής είτε της κοσμικής φαντασίας δεν επιτυγχάνει αυτή την ολότητα.
Το απόσπασμα αυτό είναι από το βιβλίο «Οι Αντιγόνες », 1984 ( στα ελληνικά 2001). Το έγραψε ο Τζώρτζ Στάινερ, που γεννήθηκε στο Παρίσι το 1929 από εβραίους γονείς αυστριακής καταγωγής. Ο Στάινερ δίδαξε συγκριτική λογοτεχνία στα καλύτερα πανεπιστήμια της εποχής μας. Υπήρξε επίσης κριτικός λογοτεχνίας και συγγραφέας πολλών βιβλίων. Μία καλή εικόνα του μας δίνει ο χαρακτηρισμός του ως ένας αναρχικός ανθρωπιστής του 20ου αιώνα. Το απόσπασμα αυτό αρέσει στον Θεολόγο Ιγνατιάδη.
* Τους στίχους 441-581 τους αναρτήσαμε σε ένα άρθρο στο θέμα μας "Τα 24 πρόσφατα άρθρα των αρθογράφων μας".
Ο Μάρκος σε καίει
Ο Μάρκος είναι ένας φίλος γκαρδιακός που δεν παλιώνει ποτέ. Αναρωτιέμαι συχνά κάθε φορά που τον ακούω, είτε σε χαμηλή υπόκρουση ταβερνοσυμποσίων, είτε όταν εισβάλλει απρόσμενα ανάμεσα σε ουδέτερες ή ανούσιες ραδιοφωνικές ανθολογήσεις, είτε σε κατά μόνας ακροάσεις απ’ το εσαεί ψυχωφελές γραμόφωνο, πώς γίνεται και με κάνει να νιώθω ένα βαθιά διαβρωτικό και ανυπεράσπιστο μα μη λυτρωτικό κάψιμο. Σα να σκαλίζει όλο τον κόσμο της ψυχής, σα να τη μουσκεύει και βρίσκοντας ό,τι παρθένο μετά βίας διαφυλάχτηκε να το διακορεύει. Κάτι αλλιώτικο συμβαίνει μ’ αυτή την πρωτόγονη, βαθύζωνη και αξεθώριαστη στον χρόνο φωνή σ’ όλο το βεληνεκές των ερμηνειών του, από τα πρώτα του ’30 μέχρι τις τελευταίες ηχογραφήσεις με το ηλεκτρισμένο στο φουλ μπουζούκι. Το σπηλαιώδες, παλαιολιθικό ηχόχρωμα σε συνδυασμό με τον μεγαλόπρεπο όγκο και, βέβαια, τον απέριττο αλλά με σουρεαλιστικές πιρουέτες ατόφιο, δημώδους καταγωγής λαϊκό λόγο του κατακυρώνουν την επιβλητική ηχητική εικόνα μιας ερμηνείας που υποστηρίζεται από ακλόνητη αυτοπεποίθηση, ακαταμάχητο σθένος και την οξύτητα μιας ξεπλανεύτρας βραχνάδας.
Μέσα από τον Μάρκο βγαίνει ρωμαλέα φωτιά που σου καίει τα σπλάχνα. Πέρα απ’ το θαυμαστικό για την πρωτοποριακή μαεστρία με την οποία χειρίζεται τα ιδιότροπα μακάμια. Σίγουρα η άκρα υποβλητικότητα που συνοδεύει την ακρόαση των τραγουδιών του του χρωστάει κάτι και στην ιδιοσυγκρασία και στην ψυχική προπαίδεια εκείνων απ’ τους ακροατές του που είναι από χρόνια, από παιδιά ίσως, από χίλιες δύο πυρκαγιές τσουρουφλισμένοι. Γι’ αυτούς και το δίστοιχο: «Αφότου εγεννήθηκα, φωτιές με τριγυρίζουν». Όπως και το άλλο, επιγραμματικό και εξομολογητικό στιχάκι «Πού να βρω καρδιά σαν τη δική μου» (de profundis κατάθεση που έρχεται να συναντήσει τη δίδυμή της στην πένα του ποιητή Νίκου Εγγονόπουλου: «Πουθενά δεν μπόρεσα να συναντήσω τον εαυτό μου»). Εδώ το λίγο έρχεται να βρει το πολύ, μιλάει για τον εαυτό του και συμπυκνώνει μέσα στην ομολογία του χιλιάδων περιπλανημένων ψυχών τον καημό. Και αποτυπώνει καίρια την άκρα απόγνωση γιατί δεν βρίσκει το «ταίρι» του στην μπέσα, στη φιλία, στον «λόγο», στο φιλότιμο, στη δουλειά, στη συνεργασία, στην αγάπη και στον έρωτα.
Τον φαντάζομαι, τον καιρό του ’60, να αγωνίζεται να θάψει το μαράζι του παραγκωνισμού και της καταφρόνιας που τον σιγοέλιωνε, καθισμένο στο τραπεζάκι της ταβερνούλας κάποιου πονόψυχου κάπελα και ο μικρός Στελάκης να γυρίζει με το τασάκι για τα ψιλά της πελατείας που θα τους ψευτοσυντηρούσαν. Τότε θα ’παιζε και θα κελαηδούσε ίσως ακόμη πιο συγκλονιστικά απ’ τις εποχές των κυνηγημένων τεκέδων, με το πάθος που πυροδοτεί –ανάμεσα σ’ ένα σωρό αγέρωχους διάττοντες- η αυτογνωσία της πραγματικής αξίας ενός συγκυριακώς απόβλητου, ενός ακούσιου παρία, που είχε στα νιάτα του γευτεί τις αφειδείς ζητωκραυγές του δαφνόστεφου λαϊκού πάλκου. Κάποτε λέγοντας τα κάλαντα με φίλους ομογενείς στον Πατριάρχη του χάρισα το βιβλιαράκι μου «Ο Μάρκος στο χαρέμι – Ο Βαμβακάρης στο θέατρο σκιών», που παρουσιάζαμε τότε στην Πόλη. «Είναι ο ομόβαθμός σας του ρεμπέτικου» αποτόλμησα. «Ξέρω, το αξίζει» είπε. Φαίνεται πως ο Μάρκος –παρά την κακόβουλη μακροχρόνια ταύτισή του με την άγρια μαστούρα, που ακόμη προκαλεί την αποστροφή κάποιων σεμνότυφων – είναι μια καθηλωτική προσωπικότητα και τους υποχρεώνει όλους –ακόμη και αν η περίπτωσή του δεν τους ταιριάζει - να τον σεβαστούν. Και πως η φήμη ενός Προμηθέα του λαϊκού τραγουδιού δεν τον συνοδεύει άδικα. Ο αμείλικτος Χρόνος, που σαρώνει όλους τους ανθρώπινους θρύλους, όπως ο θυμωμένος Βοϊδομάτης τις κροκάλες που στοιβάζονται στον βυθό του, επιφύλαξε γι’ αυτή τη φλογισμένη –με το βραχνό, μα στίλβον φως βασανισμένη ψυχή – φωνή τον ταπεινό μα ανεξίτηλο θρόνο του Δασκάλου της ρεμπέτικης εποποιίας. «Σ’ αυτόν πατήσανε όλοι» πίστευε ο αγαπημένος του μαθητής Μπιθικώτσης. Για να βρει μια θέση η τιμή της Τέχνης του δίπλα σ’ εκείνες των Δημιουργών που ενδυναμώνουν την ευψυχία του Γένους και χτίζουν το πάνθεον της νεοελληνικής μυθολογίας, αλλά και ευρύτερα της ιστορίας μας, όπως ο Μακρυγιάννης, ο Θεόφιλος, ο Χαλεπάς… Μα πέραν αυτών, ονομάτων που δεν σημειώνουμε και εκδοχών που δεν τολμάμε συχνά να διατυπώσουμε και για το ρίσκο του πράγματος και για να μην αδικήσουμε μοιραία κάποιους που τυχαίνει να λησμονήσουμε, σημασία έχει η έντονη και διαχρονική αίσθηση: Ο Μάρκος σε καίει. Οι άλλοι, όπως παραδείγματος χάρη, σε άλλη συχνότητα ο Χατζηχρήστος, ο Μπαγιαντέρας, ο Παπαϊωάννου –και ασφαλώς ο Άκης Πάνου, πιο στενός συγγενής απ’ όλους, παλιότερους και νεότερους με τον Μάρκο - μπορεί να σε καίνε, αλλά παρόλο που σε καίνε όσο κι αν σε καίνε, κάποια στιγμή, σαν ανακουφιστική ανάπαυλα, σε δροσίζουν. Ο Μάρκος πάντοτε σε καίει.
Τον Μάνο Ελευθερίου ( 1938, Σύρος) ως στιχουργό τον γνωρίζουν πολλοί, ως ποιητή και πεζογράφο μάλλον θα τον γνωρίζουν λιγότεροι. Το τελευταίο βιβλίο του κυκλοφόρησε το 2013 με τίτλο "ΜΑΥΡΑ ΜΑΤΙΑ, ο Μάρκος Βαμβακάρης και η Συριανή κοινωνία στα χρόνια 1905 -1920". Σ'αυτό το βιβλίο ο Ελευθερίου συμπεριέλαβε και ένα άρθρο του Θωμά Κοροβίνη (1953, Θεσ/νικη, εκπαιδευτικός, τραγουδοποιός, συγγραφέας) για τον Μάρκο Βαμβακάρη. Αυτό το άρθρο αρέσει στην Καίτη Καλαϊτζή.
14) ΣΤΑ ΑΚΡΑ" ( Η χρυσαυγίτισα κι ο κνίτης)
Επιλέγουσα ή Συντάκτρια Ομάδα διαχείρισης
Η Ταβέρνα
Μπήκαν στο ξενοδοχείο "Πατρίς" που ήταν εκεί κοντά και το βρήκαν στο δρόμο τους. Δεν είχε σημασία το δωμάτιο, δεν είχε σημασία το κρεββάτι, δεν είχαν σημασία τα σεντόνια, δεν είχε σημασία τίποτα. Μόνο το κορμί του ενός και το κορμί τυ άλλου. Και το μυαλό του ενός γεμάτο από τις εικόνες του άλλου. Και οι αισθήσεις τους γεμάτες από τα ερεθίσματα του άλλου. Μόνο οι δυό τους και κανείς τρίτος, άνθρωπος ή ιδέα, ανάμεσά τους.
Ούτε Χρυσή Αυγή και Στόχος, ούτε ΚΚΕ και Ριζοσπάστης, ούτε Μάρξ ή Λένιν, ούτε Νίτσε ή Βάγκνερ, κανείς άλλος δεν ήταν εκεί παρά μόνο οι δύο τους. Μόνο τα λόγια τα ερωτικά, τ'αγγίγματα, τα φιλιά, τα σώματά τους. Χωρίς τους φίλους τους δικηγόρους ή τους δικαστές, χωρίς εγκλήματα και τιμωρίες.
Μόνοι έξω από την κοινωνία, τον χώρο και τον χρόνο.
Έζησαν τον έρωτα μέχρι το πρωί, ώσπου τα δύο σώματα κουράστηκαν και δεν είχαν τίποτα άλλο να δώσουν. Και τότε, αντί για το συνηθισμένο κενό, ο Στράτος ένιωσε πως είχε δίπλα του έναν άγγελο. Όχι ένα σώμα χρησιμοποιημένο και άδειο από την ένταση και τον πόθο, αλλά ένα σώμα που ήθελε ακόμα να το κρατάει αγκαλιά και να το γεύεται, να το μυρίζει και να το νιώθει. Ήταν ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα γι'αυτόν και τον έκανε να νιώσει ευεξία. Κι εκείνη τον είδε δίπλα της το πρωί και κατάλαβε τι σήμαινε η λέξη έρωτας στα ποιήματα που διάβαζε και στα βιβλία που προσπαθούσαν να τον περιγράψουν με χίλιες λέξεις. Δεν θα χρειαζόταν πια κανέναν συγγραφέα ή ποιητή και καμία φιλενάδα ή γυναικεία στήλη για να της εξηγήσουν τι είναι ο έρωτας. Ήταν αυτό που είχε νιώσει εκείνη ολόκληρο το βράδυ, ήταν οι αμέτρητες δονήσεις του κορμιού της, ήταν η ατελείωτη θάλασσα στην οποία είχε κολυμπήσει, ήταν το συναίσθημα της πληρότητας που την κατέκλυζε.
Το απόσπασμα αυτό είναι από το ανέκδοτο βιβλίο του Γιώργου Τσιρίδη
με τίτλο "ΣΤΑ ΑΚΡΑ" ( Η χρυσαυγίτισα κι ο κνίτης) και πιο συγκεκριμένα από το κεφάλαιο με τίτλο "Η ταβέρνα". Αρέσει στον Οδυσσέα, ο οποίος και μας το έστειλε.
Χρώματα κι αρώματα
· Το μπλε, το δεξιά του ουρανού. Το μπλε του νου. Που παρεμβάλλεται ανάμεσα σε μένα και στο άπειρο. Που με εμποδίζει να δω μες στο φως το μηδέν μου, το ελάχιστο του κόσμου μου στο όλο. Που μπαίνει σύνορο και παραβάν και παραπέτασμα στη Γη και στη γειτονιά του σύμπαντος. Που παριστάνει το καταφύγιο στους νεκρούς μου. Που είναι οι τοίχοι στα ανάκτορα του παντοκράτορα, του πιο ψεύτη βασιλιά, του πιο ανίκητου. Που βάφει σημαίες εθνικές και κομματικές σημαίες και σωβρακοφανέλες.
Το γαλάζιο αυτό το χαρίζω. Ήθελα τον ουρανό μου διάφανο. Και τη θάλασσα χωρίς μανδύα. Ήθελα απ' τον αφρό να βλέπω τον κοχλία στο βυθό. Και πριν τον βάλω στ' αυτί, να ξέρω τα μυστικά της θάλασσας και του σύμπαντος που θα καθρεφτίζεται στα ολόγυμνα νερά της.
Το κοκκινόχωμα. Αυτό το χώμα είναι μόνο δικό μας, ποιητή. Οι άλλοι να μην πατούν στις σκόνες, να μην πατούνε τα χαλίκια. Είναι δικά μας. Μην λεκιαστεί ο πολιτισμός που δεν κλείδωσαν στα σπίτια τους. Να πατούν τον πλαστικό χλοοτάπητα που παριστάνει το γκαζόν. Να ξεπλένονται σε τζακούζι. Να κοιμούνται σε μεζονέτες με όλα τα κομφόρ. Και να βουτούν στις μπανιέρες τις μεγάλες, με το μπλε πλακάκι και το 2.10μ βάθος για τα μπάνια τους. Να βγαίνουν και να μυρίζουνε χλώριο αντί αρμύρα. Κι εμείς θα γλείφουμε ο ένας τον άλλο με τον ιδρώτα από την πεζοπορία, το αίμα από την αμυχή στα βράχια, τις πληγές της ομορφιάς που ρέει ο κόσμος κι ο έρωτας. Που είναι κόκκινος κι αυτός. Δικός μας. Δικός μας και του κόσμου όλου.
Το πηχτό και θερμό κίτρινο που απλώνεται σα στάχυ στο χνούδι των γυμνών κορμιών των παραδομένων στη ζέστη του καλοκαιριού. Το κροκί, του ωοτόκου έρωτα, των ωοθηκών της που σπιθίζουν την ύπαρξη. Του ήλιου της μεσημεριάτικης καύλας. Το κίτρινο του Τύπου, της μόνης πορνογραφίας. Το κίτρινο του μίσους, ναι, για όποια τσόντα παρεμβάλλεται ανάμεσα σε μας και τη ζωή μας. Πορνό δεν είναι η ώρα που μας θερίζει ο έρωτας στο βαθύ κίτρινο του δωματίου. Πορνό είναι η ανοιχτή τηλεόραση που ο βόμβος της δε σέβεται τις μέλισσες και τα τζιτζίκια και τ' αρρωστιάρικο κίτρινο, της χολέρας της που ξερνάει στα σπίτια μας. Αλλά που δε θα φτάσει ποτέ ως την κάμαρά μας. Εκεί που γίνεται η συγκομιδή του χρυσαφιού μας.
Το δαιμονοποιημένο μαύρο. Το μαύρο μου γατί που κάπου ή κάποτε θά 'φτυναν στον κόρφο τους στο πέρασμά του. Το μαύρο στερέωμα που μοιάζει να ξορκίζουν πυροτεχνήματα στην Πάρο και στην Ανδαλουσία, της Παναγίας, τον Αύγουστο. Το μαύρο ρούχο απλωμένο στις ταράτσες ανάμεσα σε δρόμους της επαρχίας που ανεμίζει πένθος. Η μαύρη σημαία στους δρόμους της διαμαρτυρίας. Η μαύρη σημαία στην κατάληψη. Το πρώτο φως πίσω απ' τα μόλις κλεισμένα βλέφαρα: το μαύρο φως. Το μαύρο, ο τόπος που σμίγουν όλα τα χρώματα. To μαύρο της πρώτης, της μόνης μας πατρίδας: της Μήτρας. Το μαύρο εγώ το θέλω. Χωρίς ό,τι του φόρτωσαν σκοτεινό. Το θέλω όπως αληθινά είναι: μαύρο.
Κι όταν πεθάνουμε, μη μας στερήσετε το μωβ. Μόνο που δε ξέρουμε από κορδέλες. Τις πετάξαμε απ' τα κεφαλιά μας νωρίς. Και τα δώρα που μας χαρίστηκαν δεν ήταν όλα με αμπαλάζ. (Κάποια ήταν τυλιγμένα ακόμη και σε φτήνια ανθρώπινη). Να μη μας στερήσετε το μωβ, που είναι του ουρανού και του αίματος ,της σκεπης πάνω απ' τα κεφάλια μας και του ιστού που μας θρέφει. Αλλά να μυρίζει θυμάρι. Οπωσδήποτε.
Το απόσπασμα αυτό είναι από το βιβλίο της Niemands Rose " Τα φώτα στο βάθος", εκδόσεις Απόπειρα, 2013. Αρέσει στην Τατιάνα Τύρου.
Που ήσασταν όλοι
Πράγματι, ήταν λες και μια σειρά από μαγικούς και μυστικούς μηχανισμούς, που για πάνω από δύο δεκαετίες μας επέτρεπαν να βρίσκουμε καθαρά σλιπάκια και κάλτσες στα συρτάρια, πουκάμισα σιδερωμένα στην ντουλάπα, φαγώσιμα στο ψυγείο, πιάτα ζεστά στο τραπέζι ακόμα και σε ώρες παράταιρες, ήταν λοιπόν σαν να είχαν ξαφνικά πάθει εμπλοκή. Και πρέπει να ήταν, μεταξύ άλλων, οι ίδιοι μηχανισμοί με αυτούς που καθόριζαν το πλύσιμο των πιάτων και το άπλωμα των ρούχων, την ανάγκη να τραφούν με νερό τα φυτά στο μπαλκόνι, την εβδομαδιαία εξαφάνιση από έπιπλα και περβάζια. Και δεν ήταν μόνο αυτά που συνειδητοποιήσαμε εξ αιτίας της αναχώρησης της μαμάς στο Βερολίνο. Έπρεπε να ανακαλύψουμε που φύλαγε η μαμά ακόμα και τα είδη πρώτης ανάγκης. Έπρεπε να ασχοληθούμε τα απορρυπαντικά, να εντοπίσουμε πράγματα του σπιτιού μας μοιρασμένα εδώ κι εκεί: ένα σακάκι στο καθαριστήριο, ένα σπασμένο γυαλί στον κορνιζά. Ακόμα και το να πάμε για ψώνια έμοιαζε με καθημερινό πρόβλημα, έτσι όπως προσπαθούσαμε να ανατρέξουμε στις προσφορές εκείνες που εκείνη εμπιστευόταν, το γάλα της τάδε εταιρείας με τη συλλογή πόντων – εμπειρία χρόνων στην κουλτούρα της εξοικονόμησης.
…………………………………………….....................................................................................
Παντού υπήρχαν άνθρωποι ερωτευμένοι. Όταν ήθελαν, τα πράγματα μπορούσαν να πάνε άσχημα. Μπορούσε να πέσει πολύ βροχή, μπορούσε να είναι Δευτέρα ή η πρώτη μέρα δουλειάς μετά από τις διακοπές. Μπορούσε να αυξηθεί ο πληθωρισμός, το δημόσιο χρέος, ο δείκτης ανεργίας, να υπάρχουν φρακαρίσματα στους δρόμους η γνωστή κόλαση της κίνησης, αντικυβερνητικές διαδηλώσεις – και μακριά ακόμα ένας καμικάζι που τιναζόταν στον αέρα σε ένα μέρος γεμάτο σκόνη και στην καρδιά μιας μεγάλης πόλης.
Μπορούσε, μέσα σε ένα 24ωρο,να συμβούν όλα αυτά και άλλα πολλά. Και όμως – ολόγυρα, παντού – υπήρχαν ερωτευμένοι. Στους δρόμους της πόλης, στους διαδρόμους των κτιρίων, στα λεωφορεία και στο μετρό, στις κινητές σκάλες, στα γραφεία, στις αυλές των σχολείων, συνέχιζαν να ξεφυτρώνουν ανθρώπινα όντα που, δύο , δύο, κρατιόντουσαν από το χέρι και φιλιόντουσαν. Ήταν σαν εκτεταμένη εισβολή, ειρηνική και ατέλειωτη.
Κι όμως συνέβαινε, τις μέρες κακής διάθεσης, να την παρατηρείς σαν να ήταν κάτι άδικο.
………………………………………………………………………………………………………………
Μερικές φορές ερχόταν ξαφνικά το βράδυ, όπως έρχεται αναπάντεχα ένας άνεμος ή ένας σεισμός. Όλα τα βιβλία ανοιχτά πάνω στο γραφείο αλλά το κεφάλι άδειο. Να αποκοιμήθηκα; Στο παλιό Νόκια 3310 δεν υπάρχει τίποτα. Πέφτοντας ανάσκελα στο κρεβάτι κλείνουν τα μάτια, και για ένα ή δύο λεπτά σου έρχεται να αγκαλιάσεις τον εαυτό σου για να νοιώσεις τι θα έκανε στον εαυτό σου ένα ερωτευμένο κορμί.
Τα αποσπάσματα αυτά είναι από το βιβλίο «Που ήσασταν όλοι» του Ιταλού Πάολο Ντι Πάολο, 1983. Κυκλοφόρησε το 2013 από τις εκδόσεις Ίκαρος, σε μετάφραση του Ανταίου Χρυσοστομίδη. Αρέσουν στον Κώστα Ρούντο.
