Ένα δημαρχείο για μια εργατούπολη
Η Δραπετσώνα διαμορφώθηκε ως οικισμένος χώρος σε δύο κρίσιμες περιόδους: κατά τη βιομηχανική ανάπτυξη των αρχών του 20ού αιώνα και αμέσως μετά την προσφυγική εισροή του 1922. Άνθρωποι και βαριές βιομηχανικές εγκαταστάσεις συνυπήρχαν στον ίδιο χώρο, ενώ εργατικές οικογένειες ζούσαν σε αυτοσχέδια παραπήγματα δίπλα στους τόπους εργασίας τους.
Ο Δήμος Δραπετσώνας συστάθηκε το 1951. Για μια περιοχή που επί δεκαετίες αντιμετωπιζόταν ως η πίσω αυλή του Πειραιά, η αυτοτελής δημοτική υπόσταση δεν ήταν μία απλή διοικητική μεταβολή. Ήταν η αναγνώριση ότι αυτή η εργατική και προσφυγική κοινότητα είχε δική της φωνή, δικές της ανάγκες και δικαίωμα να αποφασίζει για τον τόπο της.
Η οικοδόμηση του νέου Δημαρχείου Θεμελιώθηκε επί δημαρχίας Ν. Χατζόπουλου και ολοκληρώθηκε το 1980 επί δημαρχίας Μ. Κοσκινά.
Το έργο των αρχιτεκτόνων Γιάννη Δαλέζιου, Νίκου Δημητριάδη, Παρασκευά Λιάκου και Σωτήρη Παπαδόπουλου ανήκει στον ύστερο ελληνικό μοντερνισμό. Οι δημιουργοί του δεν επιδίωξαν ένα πομπώδες ή αποκομμένο από την πόλη μνημείο. Σχεδίασαν ένα κτίριο που συνομιλούσε με τις εργατικές πολυκατοικίες, την εκκλησία και την καθημερινή ζωή της γειτονιάς.
Η αρχιτεκτονική του πρόθεση ήταν σαφής: το ισόγειο ευνοούσε τη συνεχή κίνηση των πολιτών και συνδεόταν με την εμπορική δραστηριότητα της πλατείας. Στον πρώτο όροφο οργανώνονταν οι δημοτικές υπηρεσίες και η βιβλιοθήκη γύρω από έναν κεντρικό χώρο. Στον ανώτερο όροφο βρισκόταν αίθουσα κοινωνικών και πολιτιστικών εκδηλώσεων, χωρητικότητας περίπου 250 έως 300 ατόμων. Το Δημαρχείο δεν σχεδιάστηκε μόνο ως γραφείο εξουσίας. Σχεδιάστηκε ως δημόσιο σπίτι της πόλης.
Η στιγμή που έγινε «πρώην»
Με την εφαρμογή του «Καλλικράτη», οι Δήμοι Κερατσινίου και Δραπετσώνας συνενώθηκαν στον σημερινό «τερατούργημα» Δήμο Κερατσινίου–Δραπετσώνας. Η κεντρική διοικητική λειτουργία μεταφέρθηκε στο Δημαρχείο της οδού Ελευθερίου Βενιζέλου στο Κερατσίνι και το κτίριο της Δραπετσώνας απέκτησε μπροστά από το όνομά του μία λέξη που έμελλε να καθορίσει και τη μετέπειτα πορεία του: «πρώην».
Από τότε το κτίριο δεν έχει μία ενιαία, ευδιάκριτη δημόσια αποστολή. Οι χώροι του φιλοξενούν διαφορετικές λειτουργίες: δημοτικές υπηρεσίες, τη Βιβλιοθήκη Δραπετσώνας, εικαστικά εργαστήρια και περιστασιακές πολιτιστικές ή κοινωνικές εκδηλώσεις. Η δημοτική βιβλιοθήκη εξακολουθεί να διαθέτει ανακοινωμένο ωράριο, ενώ έχουν πραγματοποιηθεί ακόμη και μέσα στο 2026 εκδηλώσεις με συμμετοχή πολιτών.
Αυτό πρέπει να ειπωθεί με δημοσιογραφική ακρίβεια: το παλιό Δημαρχείο μπορεί να μην είναι ένα ολοκληρωτικά κλειστό και έρημο κτήριο , εντούτοις η ιστορία του και η μνήμη της έχει εγκαταλειφθεί στη λήθη, από τις πολιτικές της σημερινής διοίκησης.
(Μαζί έχει εγκαταλειφθεί και αποδοθεί στα ρουσφέτια του «τζάμπα νερό, τζάμπα ηλεκτρισμός» και η απέναντι από το κτήρια «αγορά της Δραπετσώνας», που από μόνη της αποτελεί ένα πρόσθετο έγκλημα σε βάρος της τοπικής οικονομίας,)
Υπάρχει δε, ως ένα από τα διάφορα μισό χρησιμοποιούμενα και κατά περίπτωση και άνευ σχεδιασμού μιας συστηματικής και ολοκληρωμένης αξιοποίησης ανάπτυξης, συνδεδεμένα σε ένα πολιτιστικό οικοσύστημα Μια από τις καταγγελίες δε, είναι ότι μέρος του κτιρίου έχει ήδη μετατραπεί σε αποθήκη εγγράφων.
Εδώ ας σημειωθεί, ότι πριν την οριστική κατάργηση των κοινοτήτων από το καταστρεπτικό νόμο για τη ΤΑ του Θεωδορικάκου, ( προς μέγα τέρψη αυταρχικών δημάρχων) η Δραπετσώνα απέκτησε «αντιδήμαρχο” (sic!!!) . Αυτή η μικρή περίοδος όμως ήταν καθοριστική για τη Δραπετσώνα, καθώς τότε ολοκληρώθηκε και το «σβήσιμο» της, από τον οικονομικό και πολιτιστικό χάρτη.
Η εγκατάλειψη όμως παίρνει και μια διαφορετική μορφή . Δεν έχει πάντα τα διάφορα απογευματινά λουκέτα και τα «κάγκελα παντού», με τα οποία το έχουν «κιγκλιδώσει» και τους μόνιμα εγκαταλελειμμένους χώρους.
-Η εγκατάλειψη εκφράζεται ως απουσία συνολικού σχεδίου, ως κατακερματισμός των χώρων, ως περιορισμός ενός ιστορικού δημόσιου κτιρίου σε διάσπαρτες και περιστασιακές χρήσεις. Η εγκατάλειψη εδώ δεν είναι απαραίτητα κτιριακή. Είναι κυρίως: ιστορική, θεσμική και συμβολική.
-Το αρχείο που βρέθηκε στοιβαγμένο
Η ιστορία του δημοτικού αρχείου προσφέρει ίσως την πιο σκληρή εικόνα αυτής της απαξίωσης. Το ανενεργό αρχείο του Δήμου Δραπετσώνας για την περίοδο 1951–1980 είχε εντοπιστεί, έπειτα από παρατεταμένες έρευνες, στοιβαγμένο και σε κακή κατάσταση σε αποθήκη του δεύτερου ορόφου του Δημαρχείου. Η ταξινόμηση και καταγραφή του πραγματοποιήθηκε από τον Ιούνιο του 2008 έως τον Οκτώβριο του 2009, στο πλαίσιο ερευνητικού προγράμματος του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών.
-Αφορά στην ιστορική περίοδο της «Μάχης της Παράγκας» και της Αυτοστέγασης, (μέγιστη έκφραση αυτοδιοικητικής συνείδησης) της «Απόδρασης των Πολιτικών κρατουμένων από τα ΒΟΥΡΛΑ», στη μετακίνηση του μικρασιατικού προοδευτικού πληθυσμού σε άλλες περιοχές και τη διασπορά του. Στόχος ήταν (και που η σημερινή «πολιτική της εγκατάλειψης», συνεχίζει να έχει) την κάμψη του Κοινοτικού Αυτοδιοικητικού Κινήματος, που υποστηρίζεται και από υπερφίαλους, συμπλεγματικούς και ανεγκέφαλους δημάρχους που ενδιαφέρονται μόνο για τη «πάρτη» τους.
Το υλικό περιλαμβάνει στοιχεία για τη σύσταση του Δήμου και τη δημαρχεία του πλέον εμβληματικού δημάρχου του Μαρίνου Κοσκινά και τους πραγματικούς αγώνες των τότε δημοτικών συμβούλων, τα πρώτα δημοτικά έργα, τη ζωή στα παραπήγματα, την έλλειψη νερού και ηλεκτρικού ρεύματος, τις οικονομικές δυσκολίες, τις κατεδαφίσεις αυθαιρέτων και τους διαρκείς αγώνες για την απομάκρυνση των εργοστασίων. Όπως επισημαίνεται στην επίσημη αρχειακή περιγραφή, το αρχείο δεν καταγράφει μόνο τη λειτουργία του Δήμου, αλλά και την ίδια τη ζωή των κατοίκων.
Εδώ βρίσκεται η ουσία της σημερινής συζήτησης. Ένα ιστορικό αρχείο δεν είναι από τη φύση του αποθήκη αχρηστίας. Είναι πολύτιμη δημόσια περιουσία. Γίνεται, όμως, νεκρό φορτίο όταν παραμένει κλεισμένο σε κούτες, απρόσιτο στον πολίτη, χωρίς σύγχρονες συνθήκες φύλαξης, χωρίς ψηφιοποίηση, εκθέσεις, εκπαιδευτικά προγράμματα και δυνατότητα έρευνας.
Η διαφορά ανάμεσα στο αποθετήριο και στο πολιτιστικό ίδρυμα δεν βρίσκεται στον αριθμό των εγγράφων. Βρίσκεται στην πρόσβαση, στην επιστημονική φροντίδα και στη σχέση τους με την κοινωνία.
Ένα ζωντανό ίδρυμα ιστορίας, όχι μία αποθήκη παρελθόντος
Το 2025 κατατέθηκε δημόσια πρόταση να μετατραπεί το πρώην Δημαρχείο σε Πολιτιστικό Κέντρο με τον τίτλο «Δημαρχείο» και να λειτουργήσει ως ζωντανό μουσείο, με ψηφιοποιημένα αρχεία για την πορεία της πόλης και των ανθρώπων της. Η πρόταση αυτή, ανεξάρτητα από την παράταξη που τη διατύπωσε, περιγράφει μία κατεύθυνση που αξίζει να αποτελέσει αντικείμενο ευρύτερης δημόσιας συζήτησης.
Η συμπλεγματική σημερινή διοίκηση συνεχίζει να αγνοεί και να θάβει, έτσι όπως ακριβώς θάβει ακόμα και τη πλακέτα, αφιερωμένη στη μνήμη του Μαρίνου Κοσκινά, μαζί με τη πλατεία η οποία είναι τοποθετημένη πίσω από καντίνες και τραπεζοκαθίσματα,
Αντίστοιχα, εγκαταλελειμένο, μέσα σε αγριόχορτα έχει αφεθεί και το πάρκο του Ν, Χατζόπουλου.
-Είναι πράγματι, συγκλονιστικό να σκεφτεί κανείς, ότι μια δημοτική αρχή που επικαλείται κάποια μορφή «αριστεροφροσύνης», ενώ συνεργάζεται με κάθε είδους επιτελικούς εκπροσώπους και διάφορους πολιτικούς τυχοδιώκτες, αλλά που υποστηρίχθηκε κυρίως από δημότες που γαλουχήθηκαν πολιτικά και ιδεολογικά από τους αγώνες των προηγούμενων ιστορικών αρχόντων, να αναλαμβάνει για τον εαυτό της το ρόλο του νεκροθάφτη της ιστορίας της Δραπετσώνας.
Το παλιό Δημαρχείο θα μπορούσε να στεγάσει ένα πραγματικό Πνευματικό και Πολιτιστικό Ίδρυμα Ιστορίας και μνήμης της Δραπετσώνας:
με μόνιμη έκθεση για την προσφυγική εγκατάσταση και τη βιομηχανική εργασία, το λιμάνι, ανοικτό ιστορικό αρχείο, εργαστήριο προφορικών μαρτυριών, αναγνωστήριο, ψηφιακές εφαρμογές, φωτογραφικό υλικό, εκπαιδευτικά προγράμματα για τα σχολεία και συνεργασίες με πανεπιστήμια και ερευνητικά ιδρύματα.
Στους ίδιους χώρους μπορούν να συνυπάρξουν η βιβλιοθήκη, τα καλλιτεχνικά εργαστήρια και οι σύλλογοι της πόλης. Όχι, όμως, ως άθροισμα τυχαίων χρήσεων, αλλά ως μέρη ενός ενιαίου σχεδίου. Χρειάζονται τεχνικός έλεγχος και αποκατάσταση του κτιρίου, κατάλληλες συνθήκες διατήρησης των τεκμηρίων, επιστημονική διοίκηση και σταθερό πρόγραμμα δημόσιας λειτουργίας.
Η εγκατάλειψη των χαμηλών προσδοκιών
Το παλιό Δημαρχείο της Δραπετσώνας δεν είναι ένα άδειο κουφάρι.
-Είναι κάτι ίσως πιο ανησυχητικό: ένα κτίριο μεγάλων δυνατοτήτων που χρησιμοποιείται κάτω από τις δυνατότητές του, με σαφή πρόθεση το θάψιμο της ιστορίας και του τόπου.
Η πόλη δεν χρειάζεται ακόμη μία αποθήκη ούτε έναν χώρο που ανοίγει μόνο για ορισμένες υπηρεσίες και περιστασιακές εκδηλώσεις. Χρειάζεται έναν δημόσιο θεσμό που θα συνδέει το παρελθόν με το παρόν, τους παλιούς κατοίκους με τις νεότερες γενιές, τα διοικητικά έγγραφα με τις ανθρώπινες ιστορίες που κρύβονται πίσω από αυτά.
-Διότι τα αρχεία δεν είναι το νεκροταφείο της ιστορίας. Είναι η πρώτη ύλη της αυτογνωσίας μιας πόλης και η μνήμη ενός λαού.
-Και το παλιό Δημαρχείο Δραπετσώνας δεν πρέπει απλώς να φυλάσσει την ιστορία. Πρέπει να την επιστρέψει στους ανθρώπους που τη δημιούργησαν.
Η μνήμη δεν μπαίνει σε κούτες