Δεν είδα την παρέμβαση του Ράμμου στο γνωστό πεδίο της υπόθεσης των υποκλοπών σαν σύγκρουση προσωπικοτήτων ή απλή μεταμφίεση μιας κομματικής διαμάχης στις κορυφές του 'συστήματος εξουσίας'. Νομίζω κι εγώ και πολλοί- ες άλλοι-ες αναγνωρίσαμε έναν τρόπο να δίνει κανείς νόημα στους τίτλους του, στις κανονιστικές επαγγελίες και σε αυτήν ακόμα την (υποκείμενη σε χίλιες δυο εξαρτήσεις) σφαίρα των δημόσιων θεσμών. Κυρίως ο Ράμμος ήρθε σε σύγκρουση με ένα αφανές και τοξικότατο 'αφήγημα'. Ότι επειδή ζούμε σε καιρούς όπου όλοι-ες δίνουμε δεξιά κι αριστερά τα προσωπικά μας δεδομένα και οι εταιρίες, οι τράπεζες, οι πλατφόρμες ξέρουν ''τα πάντα'' για μας, δεν έχει νόημα να ψάχνει κανείς για τους υποκλοπείς και για άλλα παρόμοια. Αρνήθηκε το cosi fan tutti, την χυδαία αντίληψη ότι 'έτσι κάνουν όλοι', εννοώντας παρακολουθήσεις, υποκλοπές κλπ.
Έχει πολύ μεγάλη σημασία πως τηρεί κανείς έναν θεσμικό ρόλο. Αν αντιλαμβάνεται το βάρος της δημοκρατικής συνείδησης και όχι απλώς ένα καθηκοντολόγιο. Και αν είναι σε ανοιχτή γραμμή με το βαθύ κράτος ή με τη λαϊκή κυριαρχία και τους βασικούς όρους της δικαιοσύνης. Ο Χρήστος Ράμμος έδειξε ότι μπορεί κανείς να μιλά και με τα λόγια και με τις πράξεις. Και να λέει κάτι ουσιαστικό και πολύτιμο για πολλούς-ες. Και ας μην ήταν 'πλειοψηφική ατζέντα' οι δημοκρατικές ελευθερίες ή τα δικαιώματα των θυμάτων των υποκλοπών- λίγο ενδιαφέρει αυτό από τη σκοπιά της αλήθειας. Πήραμε εντέλει συλλογικά ένα μάθημα πρακτικής πολιτικής φιλοσοφίας, προτιμότερο ίσως από τις διαλέξεις μας στην αίθουσα και τη (σχετική) ασφάλεια της αρθρογραφίας. Το μάθημα του ρίσκου για κάτι ανώτερο. Και γι αυτό ευχαριστούμε τον πολίτη Χρήστο Ράμμο.
