Αν μιλήσει με τη βαριά φωνή του, μιλάει αργά. Ανήκει από ιδιοσυγκρασία στη φυλή των " τα πολλά λόγια είναι φτώχεια". Ένας επαγγελματίας κινηματογραφιστής με κλειστά τα μάτια θα τον διάλεγε για τον ρόλο του μάγου μιας Ινδιάνικης φυλής. Στην τρέχουσα ζωή φυσικά και δεν είναι μάγος. Δείχνει όμως αυτός ο Πόντιος, να είναι μαγεμένος από κάτι που εμείς οι γηγενείς, ως εξωτερικοί παρατηρητές, αδυνατούμε να το προσδιορίσουμε.
Προχθές με βλέπει στο μηχανάκι κι αμέσως μου κάνει παρατήρηση που δεν φοράω κράνος. Έτσι και ο άλλος, μου λέει, δεν φορούσε και στη Δεξαμενή τον σταμάτησε ένας τροχονόμος και ένας άλλος με πολιτικά. Του ζήτησαν άδειες κλπ, και μετά τον απείλησαν και του έκλεψαν τα λεφτά του, 100 ευρώ είχε πάνω του, τού τα πήραν όλα. Τους παρακάλαγε μόνο να μην τον χτυπήσουν γιατί ήταν εγχειρισμένος. Όταν του πέρασε η τρομάρα πήγε στην αστυνομία κι αυτοί του είπαν ότι έχουν κι άλλες καταγγελίες γι'αυτούς τους δύο και τελικά δεν θα τους ξεφύγουν. Στο καφενείο, μετά που ήρθε, μας είπε πως έπαιζαν πολύ καλά τους ρόλους τους. Σκέτοι θεατρίνοι. Εγώ Λάκη είμαι αντιθεατρικός τύπος. Το ξέρεις, μου λέει ο Παύλος, ότι είχα τριάντα χρόνια να πάω σε θέατρο; Πριν καιρό κάτι φίλοι με ψήνανε για την Γκόλφω. Πήγα κι έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Αυτό μάλιστα, ήταν θέατρο με τα όλα του. Μετά από λίγο αποχαιρετιστήκαμε και...να φοράς το κράνος, μου φώναξε ο Παύλος ή η Γκόλφω;
Η Γκόλφω παίχτηκε τα δύο τελευταία χρόνια στην Αθήνα. Κι άλλοι μου είπανε ότι ήταν εξαιρετική παράσταση και θα χάσω άμα δεν την δω. Έχασα. Στο παμπάλαιο αυτό έργο φαίνεται πως ο σκηνοθέτης Νίκος Καραθάνος βρήκε φλέβα χρυσού κι έκανε την τύχη του. Κατάφερε να το κάνει να μιλήσει για το σήμερα, μιλώντας διαχρονικά, είπαν. Ο Καραθάνος λοιπόν, επιστρέφει. Σε διασκευή και σκηνοθεσία δικιά του, θα παίζεται στη σκηνή "Νίκος Κούρκουλος" του Εθνικού Θεάτρου το έργο του Βοκάκιου (1313-1375) " Το δεκαήμερο"*, από την Παρασκευή 28/3 μέχρι και του Θωμά. Το Δεκαήμερο μας άρεσε όταν το είχαμε διαβάσει στην εφηβεία μας. Αργότερα είδαμε και την έξοχη ομώνυμη ταινία του Παζολίνι, που όπως είχε πει ο Βακαλόπουλος, ήταν ο μόνος από τους μεγάλους κινηματογραφιστές που έκανε ταινίες για να ονειρευτεί τις εικόνες του, να τις βάλλει να του μιλήσουν. Σε λίγες μέρες θα δούμε πόσα ψάρια θα πιάσει ο Καραθάνος. Του ευχόμαστε νάναι πολλά και καλά. Σαν τους τύπους με τα κόκκινα μπουφάν.
Αν γυρνάτε στην πόλη και παρατηρείται γύρω σας, ίσως έχετε προσέξει κάποιους συμπατριώτες μας, συνήθως μέσης ηλικίας, να φορούν ένα βαθύ κόκκινο μπουφάν που πάνω γράφει τη φράση "Σχεδία - περιοδικό δρόμου". Έχουμε παρουσιάσει αυτό το μηνιαίο περιοδικό. Να θυμίσουμε πάλι ότι πωλείται μόνο στους δρόμους, σε συγκεκριμένα σημεία από εξουσιοδοτημένους άστεγους, άνεργους ή φτωχούς συμπατριώτες μας. Στοιχίζει 3€ με το 1,5 να πηγαίνει στον πωλητή. Το περιοδικό αυτό κυκλοφορεί κάθε τελευταία Τετάρτη του μήνα και διευθυντής σύνταξης είναι ο Χρήστος Αλεφάντης. Σήμερα Τετάρτη 26/3, κυκλοφόρησε το 14 τεύχος του Απρίλη. Πάντα έχει πολλά και ενδιαφέροντα θέματα. Στο τέλος του άρθρου, για όποιον ενδιαφέρεται, υπάρχει μία σύντομη παρουσίαση της ύλης του τεύχους του Απριλίου.
Κοιτάτε τώρα που όλα δένουν γλυκά. Στο τεύχος του Μάρτη λοιπόν, υπήρχε μία καλή συνέντευξη που έδωσε ο Νίκος Καραθάνος στην Ελεανώρα Ορφανίδου με αφορμή την παράσταση το "Δεκαήμερο του Βοκάκιου" με τίτλο "Να τα ξαναπιάσουμε όλα απ'την αρχή". Η συνέντευξη αυτή ακολουθεί. Ο Καραθάνος όμως λόγω της πρεμιέρας του Δεκαήμερου, είχε την τιμητική του τις τελευταίες εβδομάδες. Μία αυτοπαρουσίαση που έγραψε για τη Lifo μας άρεσε και αν θέλετε πατώντας εδώ θα μπορέσετε να τη διαβάσετε.
Τέλος αν κάποιος απ'αυτούς τους δεκαοχτάρηδες και άνω, που θα δούνε το Δεκαήμερο, αρρωστήσει και αποφασίσει με πυρετό να γράψει πεντέξι πραματάκια για το πως βίωσε την παράσταση, να ξέρει πως εμείς είμαστε ανοιχτοί όλο το 24ωρο και τις εφτά μέρες της βδομάδας.
Η συνέντευξη
Μπήκαμε με τον Στράτο, τον καλό φωτογράφο, ένα κρύο χειμωνιάτικο απόγευμα, στο κτίριο Τσίλερ του Εθνικού, στην Αγίου Κωνσταντίνου, από την πίσω πόρτα του γκαράζ. Εκεί, μας περίμενε ο Νίκος Καραθάνος, ο άνθρωπος που ένα χρόνο πριν είχε κάνει μπλοκμπάστερ την «Γκόλφω». Στο δωμάτιο για τις πρόβες, κάπου μέσα στο δαιδαλώδες, χαοτικό κτίριο, μας μίλησε για τη νέα του δουλειά, το «Δεκαήμερο του Βοκάκιου», μια ιστορία για την αυγή του δυτικού ανθρώπου. Δεν μείναμε μόνο εκεί. Είπαμε και για εμάς, κυρίως για τους σκελετούς που κρύβονταν στην ντουλάπα και βγήκαν μέσα από τη σκοτεινιά των καιρών. Χωρίς φόβο, γιατί κόντρα στη σκοτεινιά έθεσε την προσδοκία.
Γιατί διαλέξατε μετά την «Γκόλφω» το «Δεκαήμερο»;
Δυσκολεύομαι να περιγράψω γιατί το διάλεξα. Ήταν τόση η χαρά της «Γκόλφως», που δεν ήθελα να πέσω σε ένα έργο και στην ερμηνεία του, αλλά σε ένα κείμενο, σε ένα δρόμο, σε μια περιοχή. Ήθελα να πάω κάπου αλλού, κάπου ίσως που δεν κατέχω ούτε τον τρόπο ούτε τον λόγο του ούτε το πώς γίνεται. Δεν ήθελα να πάρω ένα έργο για να δω πώς θα το κάνω εγώ, ήθελα να δω τι θα μου κάνει αυτό.
Τι έχει ο «Βοκάκιος»; Έχει την αθωότητα των προσώπων, έχει κάτι από μια αρχή. Πριν να νοθεύσει κανένα μεσημέρι κανένα σχολείο.
Πώς γίνεται ένα τέτοιο έργο θέατρο;
Θέατρο είναι τα πάντα. Θέατρο γίνεται κάθε τι όταν υπάρχει λόγος να υπάρχει σε αυτή τη ζωή, όταν λέει κάτι. Δεν χρησιμοποιώ καμία τεχνική, απλώς έναν πόθο μου και μια ορμή γι’ αυτό. Μου αρέσουν μερικά πράγματα που δεν τα ξέρω, το τι κάνεις σε αυτές τις άγνωστες περιοχές κι είχα κι έναν απόλυτο φόβο απέναντί τους. Ένα έργο στο οποίο δεν έχει ένα σημείο να σταθείς, δεν έχει αρχή, μέση, τέλος, δεν έχει χαρακτήρες κανονικούς που εξελίσσονται. Ίσα ίσα, αυτά που συμβαίνουν μέσα τους μπορείς να τα πεις και αντιθεατρικά. Παρ’ όλα αυτά, τι πιο ωραίος τόπος δημιουργίας από κάτι τέτοιο!
Από την αρχή
Βρίσκω εξαιρετικούς τους συσχετισμούς που μπορεί να κάνει κανείς με το έργο στα όρια του Μεσαίωνα και το σήμερα. Για παράδειγμα, οι ήρωες του «Βοκάκιου» εγκαταλείπουν την πόλη τους για να γλιτώσουν από την πανούκλα. Ήταν αυτό για σας ένα ερέθισμα;
Φυσικά και ήταν. Η ιστορία είναι η εξής: Έχει ξεσπάσει η μεγάλη πανούκλα στη Φλωρεντία και μετά… μετά μια παρέα ανθρώπων πάνε στην εξοχή για να περάσουν καλά. Και διηγούνται δέκα ιστορίες επί δέκα μέρες. «Decameron». Ο Βοκάκιος το έγραψε το 1353. Σε μια σκοτεινή εποχή μεσαιωνική, πριν ακόμη χαράξει η Αναγέννηση, αυτός ο άνθρωπος πήρε τη γλώσσα της περιοχής του και έγραψε ένα λογοτεχνικό αριστούργημα, λέγοντας ανέκδοτα.
Αυτό που κατάλαβα είναι ότι πρόκειται για ένα κείμενο που εξερευνά τον άνθρωπο πριν από την Αναγέννηση. Μου θύμισε μια αχτίδα φωτός που μπαίνει το πρωί και διαλύει το σκοτάδι. Και αυτό με ενθουσίασε για το σήμερα, αναζητούσα ένα πρωινό, μια αρχή. Θεωρώ ότι είναι μια εποχή και μια περίοδος να τα ξαναπιάσεις όλα από την αρχή. Τις σκέψεις σου, τις ιδέες σου, το σώμα σου, το πώς ζεις, πώς συμπεριφέρεσαι, πού ζεις, τι διάλεξες, τα πάντα. Όλα έχουν περάσει στη νύχτα τους και πρέπει να ταφούν.
Δεν έχει αυτό μια οδύνη;
Καμιά οδύνη δεν έχει, είναι πάρα πολύ ωραίο. Το πρόβλημά μας αυτή τη χώρα είναι ότι δεν αφήνουμε τίποτα να πεθάνει. Ακόμη και η εκπαίδευσή μας είναι στοιχειωμένη, όχι από γνώση και σοφία, αλλά από πληροφορία και από φαντάσματα. Ότι κάτι υπάρχει, ότι κάτι έγινε εδώ και εμείς είμαστε υπόλογοι σε αυτό. Όλα αυτά που έχουν συμβεί είναι μια αποκαθήλωση της νύχτας που μας κάλυπτε τα τελευταία χρόνια. Και τι φανερώθηκε; Δεν έπεσε μια νύχτα αλλουνού πάνω μας, η νύχτα ήμασταν εμείς όπως συμπεριφερόμασταν στα πράγματα. Θυμόσαστε που στα χωριά μας υπήρχε μνημείο για τους πεσόντες υπέρ της πατρίδας; Ε, στα νεότερα χρόνια, θα το αντικαταστήσουν με αυτό γι’ αυτούς που έπεσαν πάνω στην πατρίδα.
Το «Δεκαήμερο» θέτει τέτοια ζητήματα στον θεατή;
Κανένα κείμενο δεν ξέρω αν θέτει ζητήματα ή πράγματα. Το χέρι του συγγραφέα και του καλλιτέχνη που το πρωτοδημιούργησε κάτι πήγε να πει για τη στιγμή που το γέννησε. Ο Βοκάκιος μαζί με τον φίλο του Πετράρχη είναι τα πρώτα αστέρια της Αναγέννησης, αυτοί οι άνθρωποι ψυχανεμίζονταν αυτό που θα γίνει, αυτό που θα έρθει. Ο Βοκάκιος γράφει για μια εποχή όπου κανένας δεν ασχολούνταν με τα πολιτικά πράγματα, αλλά με τις αρρώστιες, τους μύθους… Είναι φοβερή η γραφή του ως προς τα ζητήματα της θρησκείας και της Εκκλησίας, εξαιρετικά πιο σύγχρονη από το σήμερα… Και επίσης, σε ένα σημείο που τον βρίζουν για το τι έγραψε, γράφει: «Δεν ήθελα να εμπνευστώ από καμιά μούσα, ήθελα να εμπνευστώ από την τάδε γυναίκα». Είναι εξαιρετικά τολμηρός και στην περιγραφή του, στο ήθος του, στα πάντα του. Παλιά στην Ελλάδα εκδίδαμε το «Δεκαήμερο» ως ερωτικό, πορνογραφικό, γιατί έχει και μια τέτοια διάσταση. Διάβασα, τελευταία, ότι ο Καζαντζάκης είχε γράψει σενάριο το «Δεκαήμερο» για το σινεμά.
Συντηρητική Τέχνη
Πιστεύετε ότι η τέχνη σήμερα ακολουθεί αυτή την ανάγκη αναγέννησης των πραγμάτων;
Όχι. Πιστεύω ότι η τέχνη συχνά είναι εξόχως συντηρητική και η συμπεριφορά των ανθρώπων της πολλές φορές –εννοώ όχι οι ίδιοι μέσα τους- είναι συντηρητική. Η τέχνη ακολουθεί μόνο κατά περίπτωση, με ανθρώπους που χαράζουν μια καινούργια πορεία μόνοι τους. Όταν μια ολόκληρη χώρα αντιλαμβάνεται ότι πρέπει να χαράξει νέο μονοπάτι και δεν το αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι της τέχνης, τότε μένουν τελευταίοι. Αν μας έπρεπε, σαν άνθρωποι κανονικοί, να έχουμε λόγο θα έπρεπε να δώσουμε μια κλωτσιά και να τα αλλάξουμε όλα. Και δεν δίνουμε τίποτα. Λεγόμαστε και πρωτοπόροι. Το αντίθετο είμαστε. Η τέχνη, σαν σύνολο, σαν διάθεση, σαν θεσμοί, πολλές φορές παραμένει πολύ πίσω, σε μια εποχή που όλα πρέπει να πάνε ταχύτατα μπροστά.
Πού το αποδίδετε αυτό; Στον σφιχτό εναγκαλισμό της με το κράτος;
Στη συνήθεια και στο ότι ποτέ οι άνθρωποί της δεν έβαλαν στο λεξιλόγιό τους την εξέλιξη και την αλλαγή. Θεωρούν τα πράγματα λίγο πολύ σαν τη θεατρική εκπαίδευση παλαιότερα: δεδομένα. Σου μαθαίνανε τι έκαναν κάποιοι άλλοι, όχι τι μπορείς να κάνεις εσύ. Πώς ήταν ο κόσμος και όχι πώς είσαι εσύ ή πώς είναι τώρα ο κόσμος.
Πάντοτε είχαμε ένα δεκανίκι «να κάνω σαν τον άλλο». Και από την άλλη, ο Τσαρούχης πάντα έλεγε: «να ψάξεις αυτό το άμοιαστο που έχεις μέσα σου».
Το θέατρο και όλα αυτά έπασχαν από τη θεωρία της μη εξέλιξης. Για πολλές δεκαετίες, γινόταν ένα χειροκροτημένο λείψανο. Τίποτε ζωντανό δεν συνέβαινε εκεί. Και δεν συμβαίνει. Και αν ακούσεις θεατές πολλές φορές, άσχετα αν χειροκροτούν ή αν γεμίζουν το θέατρο, αισθάνονται αφάνταστα λυπημένοι και μόνοι, γιατί δεν βρίσκουν κάποιον να τους μιλάει, δεν ταράσσεται η ψυχή τους.
Αρεσκόμαστε στην Ελλάδα να βλέπουμε μουσειακά κάτι και ειδικά τον πολιτισμό μας. Όχι σαν κάτι ζωντανό. Ξέρουμε όλοι την προτομή του Σωκράτη, αλλά τίποτα απ’ ό,τι είπε.
Θέλω να μου πείτε –και εννοώ έξω από το θέατρο- βρίσκετε λόγους να αισιοδοξείτε.
Ο μόνος λόγος που βρίσκω να αισιοδοξώ είναι όταν λυπάμαι πάρα πολύ μέσα μου και το παίρνω απόφαση.
Τι, ότι «το τέλος μου είναι η αρχή μου;».
Ότι υπάρχει ζωή μετά θάνατον, ότι κάτι, ναι, πρέπει να αλλάξει!
Αυτός ο φυσικός νόμος είναι σαν τον καιρό τριγύρω μας, συμβαίνει ανεξαρτήτως από μας. Ήδη αλλάζουμε. Απλώς δεν το καταλαβαίνουμε. Ήδη είναι τελειωμένα τα πράγματα. Υπάρχει ένα τέλος. Όπως στο «Δεκαήμερο».
Φεύγουν οι άνθρωποι για να επιβιώσουν και μετά δεν μένουν καθόλου στην πανούκλα. Μετά, κάνουν σαν να έχουν πάει στο χωριό τους και λένε ανέκδοτα. Το κείμενο είναι πάω στη χαρά της ζωής. Από κει ξεκινάνε όλα τα πράγματα.
Μέρος της ύλης του τεύχους Απριλίου του περιοδικού Σχεδία.
Ο Νίκος Κωνσταντίνου, πωλητής της Σχεδίας στη Θεσ/νική, παρουσιάζει τη Θεσ/νίκη της Αλληλεγγύης, ενώ οι συντάκτες του περιοδικού απελευθερώνουν βιβλία, απολαμβάνουν τη σκιά ενός πλάτανου, μαρσάρουν τις μηχανές μας, καταπίνουν (ξανά!) μίλια, συστήνονται με ένα τζόβενο από τον Κολωνό, πατάνε στο κόκκινο χαλί των Όσκαρ, κυνηγάνε το όνειρο πίσω από μια μπάλα και παρεισφρείουν σε πονηρούς κινηματογράφους, αψηφώντας ακόμη και τους Ταλιμπάν.
Οι κλασσικές συνετεύξεις δεν λείπουν κι απ'αυτό το τεύχος. Όπως αισιοδοξία και κουράγιο αντλούμε από το DUO FINA, το δίδυμο των τενόρων που το έριξε στα… μπουζούκια. Για τις ανάγκες μιας παράστασης. «Καλύτερη επιλογή είναι να γελάσεις», προτείνουν τα αδέλφια Τάκης και Γιάννης Φίνας, στη συνέντευξη που παραχώρησαν στη «σχεδία».
Σε άλλες σελίδες, ο αγωνιστής συγγραφέας Θανάσης Σκρουμπέλος –ένα «τζόβενο από τον Κολωνό»– δηλώνει χωρίς περιστροφές «η Αριστερά με έκανε καλύτερο άνθρωπο», συμπληρώνοντας, όμως, ότι, πλέον, «έχει φτωχύνει πολιτικά και, κυρίως, πνευματικά».
Βρετανός και ο Λίβον Μπις, αλλά φωτογράφος. Μιλήσαμε μαζί του με αφορμή το πρότζεκτ «Μία αγάπη» (One Love). Ο Λίβον γύρισε τον κόσμο και απαθανάτισε τους λαούς της γης να παίζουν μπάλα. Από το Περού ώς τη Νορβηγία, οι εμπειρίες και οι φωτογραφίες είναι απίστευτες.

Τον Παύλο, τα τελευταία χρόνια, εκτός από το σπίτι του, θα τον δεις να κάθεται στο καφενείο του Νίκου και να κόβει κίνηση επί της Παντελεήμονος, ή να περπατάει στους δρόμους και στα δρομάκια της Δραπετσώνας. Θα τον αναγνωρίσεις εύκολα από τα μαύρα του γυαλιά, τα μακρυά κι ανεμοδαρμένα ψαρά μαλλιά του, το αργό βάδισμά του και από το μη πλεονασματικό ύψος του