Διαβάσαμε μερικά βιβλία, είδαμε στην ΕΡΤ το πολύ καλό σήριαλ του Φώτη Μεσθεναίου " Το μινόρε της αυγής" ('83-'84) και την εξαίρετη ταινία του Κώστα Φέρρη "Το ρεμπέτικο" (1983), κι ακούσαμε ιστοριούλες και γνώμες από Δραπετσωνίτες που συνυπήρξαν μαζί με τους ρεμπέτες.
Το ζουμί όλων αυτών εν περιλήψει είναι πως οι ρεμπέτες ζωντάνευαν μέσα στα στέκια τους, (τεκέδες, καφενέδες, αργότερα καφέ αμμάν, κουτούκια, ταβέρνες και το μεγάλο πορνεία στα οχτώ στρέμματα στα Βούρλα της Δραπετσώνας), όπου κυκλοφορούσαν κάτι ανάμεσα σε αλαφροΐσκιωτους και μπον βιβέρ. Μέσα στους πανάθλιους χώρους τους, φτυσμένοι από όλους, οι ρεμπέτες ως νεκροζώντανοι υμνούσαν τον κόσμο έτσι όπως τον ζούσαν, μερακλήδες ντυμένοι με τα όνειρά τους που ερχόντουσαν από πολύ μακρυά. Και το κατάφεραν ιδανικά και λόγω της τρέλας τους για τη μουσική και λόγω τους πάθους τους για τη ζωή. Τα θέματα των τραγουδιών τους είχαν να κάνουν με το χασίσι, το διαρκές κυνηγητό από την αστυνομία, τη φυλακή, την ανεργία, τον τρόπο ζωής τους, τους ανταγωνισμούς και τους καυγάδες που ξεσπάγανε μεταξύ τους, όπως και για τις αγάπες τους. Τα περισσότερα ερωτικά τους τραγούδια ήταν μελαγχολικά εστιάζοντας στο ανεκπλήρωτο του έρωτα.
Στη Δραπετσώνα και στη γύρω περιοχή ένα μεγάλο μέρος του εργαζόμενου κόσμου ήταν απέναντι στους ρεμπέτες. Δεν τους άρεσε η ζωή τους, η μουσική τους, τα τσιγαρλίκια τους, οι ναργιλέδες τους, με λίγα λόγια η αλανιάρικη και άσωτη ζωή που ζούσαν. Το ΚΚΕ της εποχής εκείνης πιο πολύ κι επίσημα υποστήριζε τους μεροκαματιάρηδες εργαζόμενους και συμμετείχε στην πίεση που ασκούσαν για απομάκρυνση των ρεμπετών από την προσφυγούπολη. Το πιο πιθανό είναι πως και οι περισσότεροι από εμάς εκείνη την εποχή τα ίδια θα κάναμε. Τους ρεμπέτες τους έκαναν κέφι, πέρα από τα λούμπεν στοιχεία της Δραπετσώνας και του Πειραιά, τους μάγκες, τους σωματέμπορους, τις πουτάνες, τους ναύτες και τους φυλακισμένους και αρκετοί υποαπασχολούμενοι, ή εργαζόμενοι σε σκληρές δουλειές και ένα μέρος των εργατών. Όταν η Δραπετσώνα γέμισε από προσφυγικές παράγκες, τότε ο κύκλος των εραστών του ρεμπέτικου μεγάλωσε και εμπλουτίστηκε από τους έξοχους Μικρασιάτες μουσικούς που δέσποσαν ένα διάστημα με τα σαντουροβιόλια τους.
Σιγά σιγά μάθαμε ότι ρεμπέτες υπήρχαν και στην Αμερική από την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα. Ακούσαμε και τα όμορφα τραγούδια τους, μάθαμε ότι οι ηχογραφήσεις ξεκίνησαν στην Νέα Υόρκη το 1911 και μέχρι το 1940 έφτασαν τις 2000 τραγούδια, όπου στατιστικά ήταν το 30% των ελληνικών τραγουδιών που ηχογραφήθηκαν εκεί. Μερικούς από τους μουσικούς του ρεμπέτικου στις Η.Π.Α τους ξεχωρίσαμε όπως τον Κατσαρό, τον Δούσια, την Παπαγκίκα, τον Καραπιπέρη, την κα.Κούλα, τον Χαλικιά, τον Μέλκον, τη Βάκα, τον Ιωαννίδη, τον Αποστόλου και άλλους. Στον Μιχάλη Κατσαρό, στη Μαρίκα Παπαγκίκα και στον Κωστή τον Δούσια αναφέρεται ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου στο τραγούδι του "Στην Αμερική " (2010) με τον Σωκράτη Μάλαμα.
Αφορμή για το άρθρο αυτό είναι μια πρώτη παρουσίαση της ζωής της κας Κούλας, κατά κόσμον Κυριακή Αντωνοπούλου Πασχάλη (Κωνσταντινούπολη, 1878 - Νέα Υόρκη, 1954) που δημοσίευσε η lifo. Η κα. Κούλα υπήρξε η πρώτη τραγουδίστρια ρεμπέτικων στην Αμερική και μία από τις τρεις καλύτερες (οι άλλες δύο ήταν η Αμαλία Βάκα και η Παπαγκίκα). Αλλά υπήρξε και πετυχημένη επιχειρηματίας στο χώρο της μουσικής. Καλογραμμένη μας φάνηκε η παρουσίαση της ζωής της από τον Αντώνη Μποσκοΐτη, που πατώντας εδώ θα σας εμφανιστεί. Στο youtube όσοι ενδιαφέρεστε μπορείτε να βρείτε σχεδόν όλα τα τραγούδια που διασώθηκαν με την κα. Κούλα εδώ . Εμείς διαλέξαμε δύο. Ένα από τα πρώτα της - ηχογράφηση 1916 στη Νέα Υόρκη - το "Ταμπαχανιώτικος μανές" (εδώ ) και ακολουθεί το αδέσποτο μικρασιάτικο " Οι μπαγλαμάδες", που ηχογραφήθηκε το 1920 στη Νέα Υόρκη.

Όταν νέοι για πρώτη φορά ήρθαμε σε επαφή με τα ρεμπέτικα, στην αρχή από τις κομπανίες που ξεφύτρωναν η μία μετά την άλλη, αυτό έγινε διότι μας άφησαν άλαλους. Τα χρόνια που ακολούθησαν τα τραγουδήσαμε μετά μανίας και μας έπιασε και μια περιέργεια για την ιστορία τους και τους πρωταγωνιστές του κόσμου αυτού.