Καμιά φορά όμως κάτι κρύα απογεύματα όταν ο Γρηγόρης έπηζε με τους ψάρακλες, κατέβαινε στο γραφείο τους και αφού για ώρα μόνο κάπνιζε, μετά γλώσσα δεν έβαζε μέσα. Έλεγε και τι δεν έλεγε, αυτός ο λάτρης του ποδόγυρου. Ένα συμβάν ανάμεσα στα άλλα που τους διηγήθηκε ήταν κι αυτό που του συνέβη όταν ήταν μικρός, σπόρος.
Ο δεμένος: Στα πανηγύρια μια εποχή που οι δικοί του δεν είχαν που να με αφήσουν με έπαιρναν μαζί τους. Στην περιοχή του Αγρινίου πανηγύρια σήμαινε μόνο κλαρίνα, και την εποχή εκείνη ακόμα κρατούσαν δυο και τρεις μέρες συνέχεια και καμία φορά και τέσσερις. Η φάση ρε παιδιά συνέβη μια νύχτα με τον τραγουδιστή, που όταν τον πλησίασα είδα πως ήταν δεμένος στην καρέκλα του. Έκατσα παραδίπλα και τον κοιτούσα ώρα με το στόμα ανοιχτό, ενώ ακόμη δεν ξέρω γιατί δεν μου βγήκε να πάω να τον λύσω. Αργότερα ο πατέρας μου, μου εξήγησε το σκηνικό. Ααα, τον δέσανε πάλι τον Καρναβά για να μην φύγει και πάει για ύπνο. Βλέπεις οι μουσικοί της ορχήστρας αλλάζουνε και τρεις και τέσσερις φορές μέχρι να τελειώσει το πανηγύρι. Αλλά τραγουδιστή σαν τον Καρναβά που να βρούμε; Γι'αυτό τον δένουμε, όχι σαν τον Οδυσσέα με τις σειρήνες. Αυτός είναι ο μόνος Γρηγόρη μου, που μας λύνει τους κάβους κι αν τον χάσουμε μαρμαρώνουμε.
Μετά, το θυμάται ακόμα όπως μου είπε, ότι ο Γρηγόρης για ώρα έγινε αόρατος. Μόνο η καύτρα του τσιγάρου του φαινόνταν και μια μυστήρια έκφραση ζωγραφιά στο πρόσωπό του...σαν τον ταξιδευτή που αναρωτιέται αν έχασε το πλοίο του από χαζομάρα του, ή αν ήταν τόσο δυνατό αυτό που αθέλητα τον κράτησε στο λιμάνι.
Το Καρναβάς ως όνομα το ξέχασε. Ήταν βλέπετε εκείνα τα χρόνια που δεν είχε καμία επαφή με το δημοτικό τραγούδι. Είκοσι χρόνια αργότερα το είδε την ώρα που έμπαινε στο λιμάνι του Εύδηλου φάτσα κάρτα πάνω σε ένα κτίριο και με τα πολλά το θυμήθηκε. Ανάμεσα στα πολλά βοήθησε που ένας από τους υψηλόβαθμους μαθητές του, είχε το ίδιο επώνυμο. Πως όμως έδεναν ο τραγουδιστής στην Δ.Ελλάδα, ο Ικαριώτης Καρναβάς και ο μαθητής του, αναρωτήθηκε.
Όταν γύρισε ρώτησε τον μαθητή και έμαθε περισσότερα από όσα περίμενε. Οι Ικαριώτες, σε ένα από τα πράματα που ήτανε καλοί, ήταν τα κάρβουνα. Τότε που είχε πολλά δάση η Ικαρία, έφτιαχαν και πουλούσαν κάρβουνα ακόμα και πέρα από το νησί. Όταν το επάγγελμα αυτό άρχισε να περνάει κρίση, αρκετοί Ικαριώτες έφυγαν και πήγαν σε άλλα μέρη της Ελλάδας να δουλέψουν ως καρβουνάρηδες. Κάποιοι απ'αυτούς προπολεμικά εγκαταστάθηκαν στην Αιτωλοακαρνανία. Αυτός ο τραγουδιστής εκεί γεννήθηκε. Και το ξέρω γιατί είναι ο παππούς μου, του είπε ο 17χρονος μαθητής του. Και μετά συνέχισε, λέγοντας χίλια καλά λόγια για τον παππού του, τον αετό Τάκη Καρναβά και τι μεγάλο αστέρι υπήρξε. Στα τελευταία του κύριε, έπαθε εγκεφαλικό, είχε αρχίσει ο καημένος και να σαλτάρει, μάλωνε συχνά στο χωριό και γινόταν επιθετικός. Και η γιαγιά μου για να προφυλαχτεί και να τον προφυλάξει τον έδενε συχνά σ'ένα μεγάλο δένδρο στην αυλή του σπιτιού. Μου είχαν πει οι χωριανοί πως πολλές φορές, όταν δε βυθιζόταν σε μια σκοτεινή σιωπή ή δεν έβριζε τη γιαγιά μου παρακαλώντας την ταυτόχρονα να τον λύσει, τραγουδούσε ο δεμένος με τις ώρες και ήταν σαν πουλάκι που πετούσε στους δικούς του ουρανούς.
Ο λυμένος: Το πήρε απόφαση. Θα έκανε αυτά τα 1000 χιλιόμετρα πήγαινε έλα Καστοριά Πειραιάς, μόνο και μόνο για να τον δει από κοντά, να τον ακούσει. Διότι δίχως να το έχει επεξεργαστεί ακόμα ήταν τελειωμένο μέσα του, ότι όσοι μας φτιάχνουν, αυτοί που μας πηγαίνουν όμορφα ταξίδια, εκείνοι που μας αλλάζουν έστω και μια στάλα το ρυθμό του κόσμου εντός μας, επιβάλλεται τουλάχιστον μια φορά στη ζωή μας, επιβάλλεται να τους ζήσουμε ζωντανούς.
Τον Νικ Γκέιβ στην Καστοριά τον άκουσε, τον ξαναάκουσε, στην Καστοριά πέρασε στην ψυχή του. Εκεί τον φχαριστήθηκε, εκεί προσπάθησε να τον χορέψει μόνος του. Δεν άργησε αυτός και ο βασιλιάς μελάνι να γίνουν αχώριστοι. Αυτός ο Αυστραλός μετέφερε στις αποσκευές του όλα τα παλιά καλά τραγούδια που κατά περιόδους τον είχαν συγκινήσει. Μα είχε και το επιπλέον. Τα φίλτραρε και δίνοντάς κάτι από την ζωή του τα μεταμόρφωνε. Με το ταλέντο του παράμάσχαλα έφτιαχνε δικά του πράματα που θύμιζαν και διέφεραν ταυτόχρονα από ότι είχε μέχρι τότε αγαπήσει.
Βράδυ βρέθηκε στο μπαρ κάπου στην αρχή της Βουλιαγμένης. Ανάμεσα σε μαυροφορεμένους νεαρούς και νεαρές, φαν του Νικ που έβγαιναν σαν ξωτικά από διάφορες στοές της πόλης. Από τότε τον ξαναάκουσε τρεις τέσσερις φορές. Αλλά σαν κι αυτή δεν ήταν καμία. Ο παίκτης έδωσε τα ρέστα του, πάνω στη σκηνή και πέρα απ'αυτήν. Πως το σκυλί μόλις το λύσεις αρχίζει και τρέχει σαν τρελό, πηδάει στον αέρα και γαυγίζει ασταμάτητα... Έτσι και ο Νικ Γκέιβ. Μόνο που αυτά που έκανε ήταν μεταδοτικά. Στα περνούσε μέσα σου και ένιωθες έτοιμος να εκραγείς. Σε μεθούσε. Και μέθυσε παρόλο που η φίλη του ήταν εκτός κι αλλού.
Μετά πήρανε τους δρόμους. Κάποια στιγμή λίγο πριν ξημερώσει βρεθήκανε στην Πλάκα. Αυτός ήταν ακόμα αλλοπαρμένος. Όταν ξαφνικά είδε έναν τύπο τάβλα σε μια είσοδο πολυκατοικίας να τραγουδάει ψιθυριστά, νόμιζε ότι ονειρευόταν. Μα όχι δεν είναι δυνατόν, ψιθύρισε. Κι όμως ναι, ήταν αυτός, ο Νικ ντέφι εντελώς, κάπου πέρα από τον χώρο και τον χρόνο, στο αστερόπλοιο των τραγουδιών του. Έκατσε οκλαδόν δίπλα του και δίχως να το καταλάβει ένιωσε σιγά σιγά τόσο ζεστός κι ελεύθερος όσο λίγες φορές είχε νιώσει στη ζωή του. Ο λυμένος μες την τύφλα του έλυσε κι αυτόν.
Ο παραμυθένιος. Ο Νίκος Ξυδάκης, αυτός ο Αιγυπτιώτης μουσικός, δεν μπορεί παρά στην άλλη του ζωή να ήταν ένας άρχοντας. Όχι όμως απ'αυτούς που όλα πάνω τους μιλάνε, έστω και διακριτικά, για τη δύναμή τους, τον πλούτο τους και το γόητρό τους. Εμείς έχουμε στο μυαλό μας τους άλλους, που δυστυχώς σπανίζουν. Εκείνους που η ευγένειά τους σε κάνει και σένα ευγενή, που η ταπεινότητά τους σε συμφιλιώνει με ότι αγαπάς και που η ομορφιά της τέχνης τους σε βοηθάει να ανασύρεις ότι παραμυθένιο κλωθογυρίζει στην πραγματικότητα.
Στο Ναύπλιο πρωτοχρονιά βράδυ κάναμε βόλτες στα ήσυχα μετά την κραιπάλη σοκάκια του. Η ιστορία τριγύρω παρούσα. Και το παρόν τρισδιάστατο σε έκανε να αισθάνεσαι πως όλα σου επιτρέπουν πάλι να παίξεις εκείνες τις παρτίδες που γράφουν ιστορία. Μιλάμε για εκείνη την σπάνια ερωτική στιγμή που οι μάσκες πέφτουν, τα λόγια συνουσιάζονται με τις πράξεις, και εσύ είσαι διατεθειμένος να δοθείς δίχως επιφυλάξεις και υπολογισμούς για να βγάλεις στην επιφάνεια τη λάμψη του κόσμου. Σ'αυτήν την ενσυναίσθηση της στιγμής που παίρνει φόρα για να τα κάνει όλα, να χαραχτεί μέσα σου και στις σχέσεις σου, σίγουρα έχει βάλλει το χέρι του και η τραγουδοποιία του Νίκου Ξυδάκη και του Θοδωρή Γκόνη.
Γι'αυτό όταν σε μια γωνιά που κάνουν τα σκαλοπάτια με το πεζοδρόμιο έπεσε το μάτι μου σε μια κατακόκκινη κι ασταφτερή Χριστουγεννιάτικη μπάλα, ήμουν βέβαιος πως επρόκειτο για μια απ' αυτές τις μπάλες που είχαν πέσει από το δένδρο των Βαυαρών και είχε κρυφτεί εκεί. Την άγγιξα, αλλά την άφησα στη γωνιά της για να πιάσουν τα μάγια κι άλλους ευπαθείς. Κι αυτό που συνέβη, που μπορεί να μην κράτησε ούτε ένα δευτερόλεπτο, ήταν που εγώ κι ο Θόδωρος Κολοκοτρώνης γίναμε ένα. Ζόρικη στιγμή και βαριά και ας χώρισαν οι δρόμοι μας μετά για πάντα; Μη γελάς βρε σαχλοκούδουνο, που αν είσαι μάγκας πίστεψέ το. Διότι καλό θα σου κάνει. Ευκαιρία είναι να μάθεις, ότι συνήθως έτσι γίνεται με τα παραμύθια. Αέρας κοπανιστός είναι που όμως, μυστήριο πως, μπορούν και βάζουν σε κίνηση όση αληθινή ζωή μας έχει απομείνει. Κι αυτή τη μαγική δύναμη την έχουν και κάποια τραγούδια, διαφορετικά για τον καθένα μας. Γκέγκε;
Άντε και καλές γιορτές.
12 ανεπανάληπτες ερμηνείες από τον Τάκη Καρναβά. (41').

Ο Γρηγόρης ήταν από το Αγρίνιο και πιο πολύ τον θυμάται όταν είχε το ΚαΨιΜι στο λόχο στην Ξάνθη. Πολλά πολλά δεν είχε με τον έξω καρδιά Γρηγόρη, μα όχι για κανέναν ιδιαίτερο λόγο. Απλά, λίγο τα επίπεδά τους που ήταν ασύμβατα, λίγο που βρίσκονταν σε διαφορετική φάση. Επιπλέον ο Γρηγόρης ήταν και παλιοσειρά.