Επίσης, είναι συν-σεναριογράφος της ταινίας Love me not που αναμένεται να κυκλοφορήσει το 2018. Υπήρξε συνιδρυτής του περιοδικού Λεύγα, στο οποίο έχει δημοσιεύσει κείμενα πολιτισμικής κριτικής, ενώ έχει δημοσιεύσει κείμενα και στο περιοδικό Unfollow. Με τον Κώστα Περούλη, εγκαινιάζεται μια νέα σειρά συνεντεύξεων, στόχος της οποίας είναι η γνωριμία με μια νεότερη γενιά συγγραφέων. Ελπίζουμε να κριθεί ενδιαφέρουσα.
1.
Σε ποια ηλικία ξεκίνησε να γράφεις και τι σε ώθησε;
Να γράφω με συνείδηση, έστω πρωτόλεια συνείδηση συγγραφική, θα έλεγα 22-23 χρονών. Τι με ώθησε; Η Δίκη του Κάφκα.
Είχες γράψει πριν από αυτά κάποια κείμενα; Τα είδε κανείς;
Κάτι έγραψα, εκεί στο γυμνάσιο, στο λύκειο. Ούτε εγώ το ξαναείδα, νομίζω ότι ήταν ένα αστυνομικό.
Έχεις μάθε από την οικογένεια να διαβάζεις, υπήρχαν βιβλία στο σπίτι;
Υπήρχε μια κουλτούρα σεβασμού και θαυμασμού για τον πολιτισμό και κατ’ επέκταση για το βιβλίο, αλλά στην πράξη αυτό ήταν κάπως περιορισμένο. Υπήρχε μικροαστικός σεβασμός στην κουλτούρα, και μεγάλωσα όντως με αυτό, αλλά δεν υπήρχε μεγάλη βιβλιοθήκη στο σπίτι.
Υπάρχει κάποιος που σε έστρεψε στην ανάγνωση ή ξεκινάς να διαβάζεις μόνος σου;
Μόνος μου. Μια φιγούρα τόσο καθοριστική, όχι, δεν υπήρχε. Στα φοιτητικά μου χρόνια είχα έναν φίλο, αλλά τότε είχα ήδη αρχίσει να διαβάζω.
Πόσος καιρός πέρασε από την πρώτη γραφή, την πιο συνειδητοποιημένη, μέχρι την έκδοση;
Το σενάριο έγινε ταινία πιο νωρίς, αλλά για το βιβλίο πέρασαν 18-19 χρόνια.
Πέταξες πολλά γραπτά στο ενδιάμεσο;
Ναι. Υπάρχουν δύο τουλάχιστον συλλογές διηγημάτων.
Τι σχέση είχαν οι σπουδές νομικής με το γράψιμο;
Μεγάλη σχέση τελικά, βέβαια πολύ ανταγωνιστική με μιαν έννοια, αλλά και πολύ παραγωγική συγχρόνως. Ειδικά στη σημασία που δίνει σε κάθε λέξη η νομική επιστήμη.
Όσο σπούδαζες είχες ήδη σχέση με τη λογοτεχνία;
Νομίζω ότι εκεί πάνω άρχισαν να αποκτώ συνείδηση, πράγμα που δημιούργησε πρόβλημα στις σπουδές μου. Έπεσαν λίγο οι βαθμοί μου.
Από ποιους παίρνεις πρώτες γνώμες όταν γράφεις; Είναι άνθρωποι που έχουν σχέση με το χώρο ή απλοί αναγνώστες;
Μέχρι τα 30 μου δεν ήξερα κανέναν άνθρωπο του χώρου, δεν είχα στην πραγματικότητα ούτε ένα φίλο που να διαβάζει βιβλία, οπότε δεν έπαιρνα γνώμες, έγραφα μόνος μου κι αν έπαιρνα σπάνια καμιά γνώμη μπορεί να ήταν υποστηρικτική, αλλά όχι ιδιαίτερα εποικοδομητική. Τώρα πια, υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι, αλλά λίγοι, συνολικά είναι 3-4.
Από τι βιοπορίζεσαι; Μπορεί η συγγραφή να γίνει επάγγελμα;
Βιοπορίζομαι από τα νομικά, και η συγγραφή λογοτεχνίας, τουλάχιστον όπως βλέπω εγώ τα δικά μου κείμενα θεωρώ ότι δεν θα γίνει ποτέ πηγή βιοπορισμού. Το σινεμά, όμως, έχει κάποια χρήματα, αφού το σενάριο πληρώνεται.
Προωθείς το έργο σου στα σόσιαλ μίντια;
Όχι, δεν συμμετέχω καθόλου σε αυτά.
Ο συγγραφέας πρέπει να κάνει έρευνα πριν γράψει;
Όχι απαραίτητα, πιστεύω ότι έχει να κάνει με τον τρόπο δουλειάς του καθενός. Θεωρώ όμως ότι είναι καλό να γίνεται, σε ό,τι στυλ κι αν γράφει κανείς.
Η έρευνα χρειάζεται μόνο για το μυθιστόρημα ή και για τις μικρότερες φόρμες;
Έρευνα χρειάζεται ακόμα και για μια φράση.
Αν χρειαστεί, πώς κάνεις την έρευνα; Ρωτάς ανθρώπους σχετικούς με το θέμα ή διαβάζεις;
Σ’ αυτό το βιβλίο, όπου κάθε ιστορία αφορά κι ένα επάγγελμα, και χρειάστηκε αρκετή έρευνα, έκανα και τα δύο. Για τα περισσότερα διηγήματα μίλησα με κάποιον που κάνει αυτή τη δουλειά –και το θεωρώ καθοριστικό για το αποτέλεσμα, γιατί μόνο με την ανθρώπινη επαφή πήρα την ψυχή της κάθε δουλειάς- αλλά έψαξα και πάρα πολύ στο ίντερνετ. Και βιβλία βέβαια, αλλά πια το ίντερνετ έχει σε σχέση με το βιβλίο, παρ’ όλο το σωρό σκουπιδιών του, μιαν εγγύτερη αίσθηση της πραγματικότητας. Αν ξέρεις να διαλέξεις, το διαδίκτυο φέρει όλη αυτή τη δυναμική της κοινωνικής πραγματικότητας. Το βιβλίο μπορεί να την έχει, μπορεί και όχι.
2.
Παρακολουθείς κάποια ξενόγλωσση λογοτεχνία;
Δεν έχω συστηματική ενασχόληση, δηλαδή να πω ότι μ’ αρέσει, για παράδειγμα, η αμερικανική ή η γαλλική λογοτεχνία. Προσπαθώ περισσότερο να διαβάζω με μια λογική ενημέρωσης. Και συγχρόνως με βάση την αξία που αποκτά ένα βιβλίο μέσα στο χρόνο, απ’ όποια γλώσσα κι να προερχεται.
Διαβάζεις στο πρωτότυπο;
Δυστυχώς όχι, κυρίως από μετάφραση.
Πώς παρακολουθείς την εντελώς σύγχρονη κίνηση;
Υπάρχουν δικοί άνθρωποι που την παρακολουθούν συστηματικότερα από μένα, αποκτώ από εκείνους μιαν εικόνα.
Τι είδους λογοτεχνία διαβάζεις;
Όλα τα είδη. Κυρίως όμως, όπως είπα, αυτήν του κανόνα.
Πόσον χρόνο έχεις πια εύκαιρο για ανάγνωση;
Δυστυχώς πολύ λίγο, αλλά η εμπειρία της ανάγνωσης που έχω αποκτήσει καθιστά ουσιαστικά αυτόν τον λίγο χρόνο περισσότερο.
Αγοράζεις συστηματικά βιβλία, λογοτεχνικά ή μη; Δανείζεσαι, τα βρίσκεις με άλλον τρόπο;
Λογοτεχνία αγοράζω συστηματικά και μόνο σε έντυπη μορφή. Παραμένω προσκολλημένος στην υλικότητα του βιβλίου. Επειδή διαβάζω και πολλά θεωρητικά όμως, τα ηλεκτρονικά βιβλία έχουν κι αυτά τη χρησιμότητά τους.
Έχεις ασχοληθεί με τη μετάφραση; Τι είδους;
Πολύ λίγο, με θεωρητικά κείμενα, αλλά πολύ παλιά.
Έχει σχέση η ανάγνωση με την καλή συγγραφή ή όχι απαραίτητα;
Δύσκολη ερώτηση αυτή. Θεωρώ ότι κάποιος που δεν διαβάζει πολύ μπορεί χάρη στο ταλέντο του να γράψει κάποιο καλό βιβλίο, αλλά αυτό δεν θα μπορέσει να εξελιχθεί. Η ανάγνωση είναι απαραίτητη αν θέλεις να εμβαθύνεις σε όσα γράφεις. Έχω την αίσθηση ότι ο καλός συγγραφέας είναι πάντα και καλός αναγνώστης.
Όταν γράφεις, βάζεις την ανάγνωση στην άκρη για να μη σε επηρεάσει;
Τη βάζω στην άκρη, αλλά όταν δεν γράφω προσπαθώ να μαζεύω πράγματα.
Ποιους Έλληνες διαβάζεις; Θεωρείς κάποιον αδικημένο;
Από παλιότερους που δεν είναι αδικημένος βέβαια, αλλά που θεωρώ ότι σαν να αδίκησε ο ίδιος τον εαυτό του με την έννοια ότι τελικά δεν έγραψε το magnum opus, είναι ο Κοσμάς Πολίτης. Τον θεωρώ πολύ σημαντικό, επειδή ήταν και στυλίστας, θα μπορούσε να έχει ακόμα μεγαλύτερη προβολή. Από τους πιο σύγχρονους μ’ αρέσουν ο Χατζής πάρα πολύ, ο Ιωάννου, ο Βαλτινός, ο Νόλλας.
Παρακολουθείς αυτά που γράφουν οι περίπου συνομήλικοί σου; Βρίσκεις το χρόνο;
Παλιότερα καθόλου. Τώρα που μπήκα κι εγώ, ας πούμε, στο χορό, προσπαθώ. Έχω μιαν επαφή, αλλά ακόμα μικρή.
Τι άλλο διαβάζεις εκτός από πεζογραφία;
Διαβάζω αρκετά θεωρητικά βιβλία, ίσως παραπάνω απ’ όσο θα έπρεπε. Θεωρία λογοτεχνίας, θεάτρου, κινηματογράφου και τέχνης, κοινωνιολογία πολύ και πολιτισμική θεωρία, πολιτική φιλοσοφία κ.λπ.
Θεωρείς ότι λείπει κάτι από τη νεοελληνική πεζογραφία, για παράδειγμα, ως προς τη θεματολογία, την τεχνική ή την ιδεολογία;
Δεν έχω τόσο καλή εποπτεία για πα πω ότι υπάρχει κάποια έλλειψη. Μπορεί να σας πω ότι μου λείπει κάτι και τελικά να υπάρχει. Σίγουρα, πάντως, σκέφτομαι ότι χρειαζόμαστε σύγχρονο αστικό μυθιστόρημα. Της πόλης, των κοινωνικοικονομικών της σχέσεων, των πολιτισμικών της στρωματώσεων.
Ποια φόρμα προτιμάς να διαβάζεις; Ποιο είδος προτιμά να γράφεις;
Σημαντικότερο είδος θεωρώ το μυθιστόρημα, παρ’ όλα αυτά απολαμβάνω να γράφω διηγήματα. Και το θέατρο μου αρέσει πάρα πολύ να το διαβάζω (και να το βλέπω βέβαια), θα ήθελα και να γράψω. Με εκφράζει μια γραφή που εσωτερικά είναι φορμαλιστική και εξωτερικά έχει ρεαλιστικό υπόβαθρο, μια μείξη αυτών των δύο.
Πόση διαφορά έχει η συγγραφή διηγήματος/μυθιστορήματος από εκείνη του σεναρίου; Υπάρχουν ιδέες για σενάριο που τελικά κατέληξαν διηγήματα και το αντίθετο; Δηλαδή, είναι συγκοινωνούντα δοχεία για σένα ή υπάρχουν στεγανά;
Φυσικά και ένα λογοτεχνικό κείμενο μπορεί να καταλήξει να γίνει σενάριο, συμβαίνει κατά κόρον, συχνά με αμφίβολα βέβαια αποτελέσματα, καθ’ ότι σπάνια ο κινηματογράφος κατορθώνει να αποδώσει ένα ισχυρό λογοτεχνικό ύφος. Η συγγραφή είναι, ωστόσο, πολύ διαφορετική. Ναι μεν οι αφηγηματικές τεχνικές μπορεί να μοιάζουν, ωστόσο το ύφος αυτό που ο συγγραφέας σε μεγάλο βαθμό κάνει με το πλάσιμο της γλώσσας του, εδώ ανήκει κυρίως στην κάμερα, στον σκηνοθέτη, ειδικά αν πρόκειται για πιο σινεφίλ ταινία και όχι για τυπικό storytelling. Αυτό περιορίζει τον σεναριογράφο σε μεγάλο βαθμό. Το σενάριο που ολοκληρώνεται στο χαρτί δεν είναι αυτόνομο κείμενο, εξαρτάται και επαναδιαμορφώνεται διαρκώς, από τους ηθοποιούς, τον φυσικό χώρο των γυρισμάτων, τις οικονομικές δυνατότητες της ταινίας και, βέβαια, το σκηνοθετικό ύφος. Ακόμα και το μοντάζ στο τέλος, ξαναγράφει πολλές φορές όχι απλώς τον ρυθμό ή την αίσθηση, αλλά και την ίδια την ιστορία ή τα πρόσωπα. Πολλά πράγματα που είναι στο χαρτί πολλές φορές δεν φτάνουν ποτέ στην ταινία, κατ’ επιλογήν ή εξ ανάγκης, για καλό ή για κακό της ταινίας.
Έχεις σχέση με άλλους συγγραφείς; Σε επηρεάζει στη δουλειά σου η γνώμη τους;
Γενικά έχω ελάχιστες σχέσεις. Δεν έχω πάρει γνώμες κατά τη διάρκεια της συγγραφής, δεν υπάρχει άμεσα τέτοια σύνδεση.
Ποια είναι τα ξένα συγγραφικά σου πρότυπα;
Ξεκίνησα και αγαπώ ακόμα πολύ φορμαλιστές συγγραφείς, τον Κάφκα, τον Μπέκετ. Αλλά και συγγραφείς του 19ου αιώνα, τώρα προσπαθώ σταδιακά να βάλω σ’ αυτό το φορμαλιστικό υπόστρωμα έναν ρεαλισμό. Σημαντικότερο συγγραφέα σήμερα θεωρώ τον Ουελμπέκ, με όλες τις ενστάσεις, λογοτεχνικές και μη, που προκαλεί το έργο του.
Πιστεύεις ότι υπάρχουν κάποιοι συγγραφείς που περισσεύουν πια στον λογοτεχνικό κανόνα και μπορούν να αντικατασταθούν από πιο σύγχρονους;
Θεωρώ ότι κάθε εποχή αξιολογεί με τα δικά της κριτήρια. Για μένα ο κανόνας έχει πάντα και μιαν ιστορική και όχι απλά αξιολογική προοπτική. Άρα, αφού κάποιες εποχές αξιολόγησαν ως σημαντικά κάποια βιβλία, ακόμα και αν εμάς σήμερα μας φαίνονται ξεπερασμένα, πρέπει ωστόσο να παραμένουν μέσα.
Πού γράφεις;
Σπίτι, γραφείο, λάπτοπ.
Πόσο συστηματικά γράφεις; Πρέπει να γράφει κανείς κάθε μέρα ή όποτε είναι έτοιμος;
Είμαι της άποψης ότι πρέπει να γράφεις κάθε μέρα, αλλά δεν προλαβαίνω να το κάνω, κι αυτό μου δημιουργεί εκνευρισμό. Θέλω να γράφω συστηματικά, γιατί με ηρεμεί – όχι μόνο για να μη χαθεί ο συγγραφικός χρόνος. Το άλλο πρόβλημα είναι ότι αν το αφήσεις τρεις μέρες, θέλεις άλλες δύο για να το βρεις.
Πόσο σε απασχολεί το ζήτημα της γλώσσας;
Πάρα πολύ. Είναι πρωτεύουσας σημασίας. Σε τέτοιο βαθμό που, για να βγάλω αυτό το βιβλίο, έπρεπε να αλλάξω μέσα μου πολύ αυτή τη ματιά ως προς τη γλώσσα, ώστε να φτάσω να με ενδιαφέρει και η ιστορία. Θεωρώ ότι η γλώσσα είναι ο λόγος ύπαρξης της λογοτεχνίας – ειδικά σήμερα που κυριαρχεί στο storytelling ο κινηματογράφος.
Χρησιμοποιείς λεξικά ή την καθημερινή ομιλία; Πρέπει να δουλεύει ένας πεζογράφος με λεξικά;
Χρησιμοποιώ λεξικά πολύ λίγο. Επεξεργάζομαι σίγουρα πάρα πολύ τη γλώσσα του κειμένου, βάση μου είναι, ωστόσο, η καθημερινή τρεχούμενη γλώσσα την οποία προσπαθώ να αναγάγω σε λογοτεχνική, και όχι μια «λογοτεχνίζουσα» γλώσσα, οπότε η διαδικασία αυτή ούτως ή άλλως ξεπερνάει την έννοια του λεξικού.
Νομίζεις ότι οι καινούργιοι συγγραφείς αντιμετωπίζουν τη γλώσσα πιο απενοχοποιημένα απ’ ό,τι οι παλιότεροι;
Νομίζω ότι αυτό το θέμα δεν αλλάζει διαχρονικά, ένας καλός συγγραφέας θα χρησιμοποιήσει, για παράδειγμα, έναν αρχαϊσμό ή έναν λαϊκό τύπο να χρειαστεί, ή δεν θα χρησιμοποιήσει τίποτε, ξέρει αν το χρειάζεται ή όχι. Δεν είναι θέμα ιδεολογικό.
Πόσο σε επηρεάζει η κριτική;
Τη λαμβάνω πάρα πολύ υπ’ όψιν, και μάλιστα όσο πιο νηφάλια γίνεται. Την ώρα που γράφω, όμως, υπάρχει ένας πυρήνας όπου δεν μπορεί να φτάσει καμιά κριτική. Βέβαια, την έχω ήδη ενσωματώσει σε προηγούμενο στάδιο, στο επίπεδο ίσως του σχεδιασμού, αλλά θα κριθεί και η ίδια την ώρα του γραψίματος.
Πόση σημασία δίνεις στα βραβεία, αποτελούν αναγνώριση; Θα έπρεπε να υπάρχουν κι άλλα;
Σίγουρα θα έπρεπε αυτά που υπάρχουν να είναι πιο επιδραστικά ως προς το σκοπό τους, που είναι όχι απλώς η αναγνώριση ενός ατόμου, αλλά κυρίως να προωθούν τον κόσμο και την ιδέα της λογοτεχνίας. Θεωρώ ότι πολλά φορές δεν συμβαίνει αυτό στα υφιστάμενα βραβεία. Τώρα, για το αν είναι σημαντικά, εμένα το βραβείο που πήρα μου έδωσε πάρα πολλή χαρά, θα ήταν ψέματα αν έλεγα το αντίθετο.
3.
Πόσο τακτικά παρακολουθείς την τρέχουσα επικαιρότητα κι από ποιο μέσο;
Συνέχεια. Κυρίως από το ίντερνετ πια, λιγότερο από εφημερίδες, και καθόλου τηλεόραση.
Εισέρχεται η επικαιρότητα στο έργο σου, άμεσα ή διαμεσολαβημένα;
Ναι, αλλά ως πρόβλημα, όχι ως λύση. Προσπαθώ όχι ακριβώς να την αποφύγω, αλλά να τη μεταποιήσω με ένα τρόπο που δεν θα φτάσει να με πνίξει. Ιδίως, αν γράφεις ρεαλιστική λογοτεχνία, κινδυνεύεις πάρα πολύ από αυτό.
Θεωρείς ότι ανήκεις σε μιαν ομάδα με ευρύτερες αντιλήψεις –όχι γενιά-, κάποια λογοτεχνική παρέα;
Νομίζω πως αυτοί τουλάχιστον που εγώ έχω σχέσεις γράφουν αρκετά διαφορετικά από μένα, για παράδειγμα ο Π. Κεχαγιάς ή ο Δ. Παπαμάρκος.
Ο συγγραφέας πρέπει να παρεμβαίνει στη δημόσια ζωή άμεσα, με το έργο του ή και καθόλου;
Νομίζω ότι θα έπρεπε να παρεμβαίνει με το έργο του, αλλά η λογοτεχνία δεν έχει τέτοια διείσδυση και επιδραστικότητα, οπότε αυτό στην πράξη ακυρώνεται. Όταν παρεμβαίνει με άλλον τρόπο, δεν θεωρώ ότι παρεμβαίνει ως συγγραφέας, αλλά καλώς παρεμβαίνει και με άλλους τρόπους – ως πολίτης ή διανοούμενος. Είναι κοντινές πάντα αυτές οι έννοιες, αλλά όχι ακριβώς ίδιες. Απλά δεν σημαίνει ότι η ιδιότητα του συγγραφέα του δίνει το ελεύθερο να λέει ό,τι να ‘ναι. Δεν σημαίνει ότι, λόγω της έστω χαρισματικής συγγραφικής του ιδιότητας, κάποιος έχει αυτονόητα την ικανότητα και να αναπτύσσει αξιόλογο δημόσιο λόγο.
Πόσο σε έχει επηρεάσει η κατάσταση των τελευταίων ετών; Κι αν έχεις κάτι να προτείνεις, τι θα έπρεπε να γίνει πολιτικά;
Είμαι απογοητευμένος με το αδιέξοδο της κατάστασης, άρα δεν μπορώ να πω ότι πρέπει να γίνει κάτι συγκεκριμένο.
Έχεις ζήσει έξω; Αν ναι, πόσο σε έχει επηρεάσει;
Δεν έχω ζήσει έξω και αυτό σίγουρα με έχει επηρεάσει!
Θα ήθελες όμως; Το έχεις σκεφτεί;
Δεν θα το ήθελα. Ίσως θα μπορούσα –υπήρξε μια προοπτική- αλλά δεν το ήθελα.
4.
Πώς προέκυψε η ιδέα να ασχοληθείς με επαγγέλματα σε ένα βιβλίο;
Το κλικ έγινε διαβάζοντας το Ο Χάρτης και η Επικράτεια. Ο Ουελμπέκ κάνει αυτό το πράγμα, ο ήρωάς του ζωγραφίζει κάποια επαγγέλματα. Βέβαια, η δική μου προσέγγιση είναι πολύ διαφορετική, σκέφτηκα ότι αυτό μπορεί να αναπτυχθεί και να αυτονομηθεί.
Στο διήγημα «Μπετά» συζητάς τις δοσοληψίες στα δημόσια έργα. Έχεις αντλήσει από την εμπειρία σου ως δικηγόρος δημοσίων έργων;
Ναι, ξεκάθαρα. Εντάξει, δεν ήμουν και μπροστά, απλά ξέρω από μέσα ότι κάποια πράγματα γίνονταν έτσι.
Στο διήγημα «Τρύγος» υπάρχει το πολύ σημαντικό ζήτημα του ρατσισμού μεταξύ των ίδιων των μεταναστών. Αυτό το έχει ερευνήσει ή επινοήσει;
Δεν μίλησα με μετανάστες για το θέμα, απλά είναι η συνολική μου αίσθηση, ότι δηλαδή όποιος βολευτεί λίγο καλύτερα, κοιτάει να εκμεταλλευτεί τον από κάτω. Με ενδιέφερε από παλιότερα, το έχω βάλει και σε άλλα κείμενα που δεν έχουν δημοσιευθεί.
Πρέπει να τεθεί προς συζήτηση και αυτού του είδους ο ρατσισμός;
Θεωρώ ότι είναι παράγωγο του βασικού προβλήματος, άρα μπορεί να τεθεί, αλλά όχι να λυθεί από μόνο του, αν δεν λυθεί το συνολικό ζήτημα.
Πιστεύεις ότι οι ντόπιοι εκμεταλλεύονται αυτόν τον ρατσισμό, ώστε να κερδίσουν οι ίδιοι περισσότερα;
Η διαφοροποίηση στα μεροκάματα είναι υπαρκτή, μίλησα με μια φίλη που βρίσκεται στον συνεταιρισμό της Νεμέας, και είναι έτσι ακριβώς, τα μεροκάματα πάνε κλιμακωτά. Γενικά, όλο αυτό νομίζω ότι νομιμοποιείται «από πάνω», από τον Έλληνα εργοδότη, δηλαδή, που δίνει μεροκάματα ανάλογα με την καταγωγή – και βασικά την (διά πυρός και σιδήρου) ενσωμάτωση κάθε καταγωγής στην ελληνική κοινωνία.
Στο διήγημα «Στα τέσσερα» χρησιμοποιείς τολμηρή γλώσσα. Αυτή η ρεαλιστική χρήση της γλώσσας είναι απαραίτητη; Μπορεί να υπονομεύσει τη λογοτεχνικότητα;
Σκέφτηκα ότι όπως κάθε επάγγελμα έχει τη γλώσσα του, έχει και αυτό του πόρνου τη δική του. Και εδώ μίλησα με κάποιον που έκανε τη δουλειά, αλλά έψαξα πολύ και στο ίντερνετ. Αυτή είναι η γλώσσα, και επιλογή του βιβλίου ήταν να προσεγγίσω όλα τα επαγγέλματα μέσα από τη γλώσσα τους, η οποία άλλωστε τα δομεί σε σημαντικό βαθμό. Το να την κρύψω μόνο σ’ αυτό το διήγημα χάριν ευπρέπειας θα ήταν λάθος. Το στοίχημα, όπως σε κάθε επάγγελμα, ήταν να αναγάγω την επαγγελματική γλώσσα σε λογοτεχνική. Η ευπρέπεια δεν έχει καμία σχέση με τη λογοτεχνικότητα όταν δεν αποτελεί οργανικό κομμάτι του έργου και απλώς επιβάλλεται έξωθεν, χάριν κοσμιότητας. Αυτή η γλώσσα είναι η λογοτεχνικότητα του συγκεκριμένου διηγήματος και μόνο αυτή έκανε τον ήρωά του λογοτεχνικό ήρωα.
Στο διήγημα «Στο υπηρεσιακό» παρουσιάζεις δύο όψεις των αστυνομικών, η μία είναι η σχέση τους με την Ακροδεξιά, ενώ υπάρχει και μια πιο ανθρώπινη, συντροφική σχέση μεταξύ τους. Πιστεύεις ότι, σε κάποιον βαθμό, το ίδιο το επάγγελμα «αυτοματοποιεί» και τους ανθρώπους που κανονικά δεν θα είχαν αυτή τη συμπεριφορά;
Νομίζω πως η αίσθηση συναδελφικότητας εδώ είναι πολύ ισχυρή. Αν μπεις σε φόρουμ τους –έχουν ένα φοβερό φόρουμ όπου η πρόσβαση είναι ελεύθερη- και δεις τι γίνεται εκεί, θα καταλάβεις. Έχουν πολύ ισχυρούς δεσμούς – και επειδή η κοινωνία θεωρεί ότι βρίσκονται απέναντί της σε τόσο μεγάλο βαθμό, αυτό τους φέρνει κοντά και σε ανθρώπινο επίπεδο. Τώρα, ως προς την αυτοματοποίησή τους, όταν «δρουν» στις διαδηλώσεις, ναι, το πιστεύω, όπως σε όλες τις δουλειές. Το ιδεολογικό υπόβαθρο πολλών εξ αυτών το θεωρώ μέρος της αυτοματοποιητικής διαδικασίας αυτής της δουλειάς.
Πώς προέκυψε ο τίτλος Αυτόματο; Είναι αυτό που φανταζόμαστε, η αυτοματοποίηση μέσα από το επάγγελμα;
Ο τίτλος με μια πρώτη ματιά φαντάζει σε ένα βαθμό παραπλανητικός, διότι τελικά σε όλα τα διηγήματα (ή στα περισσότερα) υπάρχει ένα σημείο που όλοι οι ήρωες προσπαθούν να ξεφύγουν από την αυτοματοποίηση. Ωστόσο, θεωρώ ότι το όλο ζήτημα έχει αλλιώς. Τα αυτόματα έχουν παράδοση στη λογοτεχνία από μόνα τους, τουλάχιστον από τον 18ο αιώνα, αλλά και παλαιότερα. Είναι πάντα αυτή η σχέση μεταξύ ζωντανού και μηχανικού, αλλά τουλάχιστον στη λογοτεχνία και του Διαφωτισμού και του Ρομαντισμού αυτή η σχέση ήταν πραγματικά ενεργή και καθόλου μονοσήμαντη, όπως τη θεωρούμε σήμερα. Σήμερα έχουμε χάσει λίγο αυτή την αμφισημία εξ αιτίας των κοινωνιολογικών εννοιών, δηλαδή το αυτόματο στον ρομαντισμό ήταν όντως κάτι ανάμεσα στο ζωντανό και το μηχανικό, δεν ήταν μόνο το μηχανικό. Πιο πολύ με οδήγησε αυτή η σχέση, γιατί νομίζω πως ό,τι ονομάζουμε αυτοματισμό σήμερα, και στην πιο μαρξική ιστορία, είναι ξεπερασμένη έννοια. Εγώ πιστεύω ότι ποτέ δεν μπορούμε να είμαστε τόσο αυτοματοποιημένοι, ακόμα και στο πλαίσιο της «ψευδούς συνείδησης», ακόμα και αν κάνουμε το χειρότερο πράγμα, βάζουμε τον εαυτό μας σε αυτό και είμαστε ζωντανοί. Θα έλεγα πως ένας από τους σκοπούς του βιβλίου είναι να ξαναδούμε τον κόσμο της εργασίας μας μέσα από την ανοικείωση της επαγγελματικής γλώσσας και δράσης, καθώς τρέπονται σε λογοτεχνική γλώσσα και δράση, να δούμε πόσο αυτοματοποιημένος έχει γίνει και συγχρόνως πόσο δικός μας παραμένει, πόσο ξεπετάγεται κάθε τόσο ο εαυτός μας μέσα απ’ τα σπλάχνα του. Να δούμε δηλαδή τον κόσμο της εργασίας μας στην αντίφασή του, συνεπώς να τον δούμε ως ανθρώπινο κόσμο.
Τα διηγήματα «Στα τέσσερα» και «Κάπιταλ» θέτουν το ζήτημα κάποιων κλάδων παραοικονομίας. Ειδικά όσον αφορά το δεύτερο, νομίζεις ότι η σημερινή κατάσταση έχει οδηγήσει σε έξαρση παρόμοιων φαινομένων;
Παραοικονομία, τουλάχιστον στην Ελλάδα, υπήρχε πάντα. Εμένα περισσότερο με ενδιέφερε να δείξω σ’ αυτό μια πιο σύγχρονη στάση και νοοτροπία – αναφέρομαι στο «Κάπιταλ». Ο νεοφιλελευθερισμός, ειρωνικά μιλώντας, τείνει να φτάσει στο ίδιο αποτέλεσμα αφού κάθε φόρος, κάθε δασμός και εθνικό σύνορο, κάθε κρατική άδεια και εργασιακό κόστος θεωρείται εμπόδιο στην πλήρη ιδιωτική οικονομική ελευθερία. Αν τα καταργήσει όλα, ε, τίποτα δεν θα θεωρείται πια παραοικονομία. Κάτι τέτοιο διατείνεται ουσιαστικά ο ήρωας, που βέβαια αποκαλύπτεται στο τέλος ότι είναι ένα παιδί.
Η συνέντευξη αυτή παραχωρήθηκε στους Γιώργο Μιχαηλίδη και Γιώργο Πινάκουλα και δημοσιεύτηκε στο τεύχος του Ιουνίου 2017 του περιοδικού Books' Journal με τον τίτλο " Κώστας Περούλης, "Καλός συγγραφέας, ο καλός αναγνώστης".
Πατώντας εδώ θα σας εμφανιστούν 500 λέξεις με τον Κώστα Περούλη, που δημοσιεύτηκαν στην Καθημερινή στις 17.1.2016

Ο Κώστας Περούλης γεννήθηκε το 1974 στον Πειραιά, όπου και ζει. Σπούδασε νομικά και φιλολογία. Η συλλογή διηγημάτων του Αυτόματα (εκδόσεις Αντίποδες) είναι το πρώτο του βιβλίο και απέσπασε το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου πεζογράφου 2016 του περιοδικού Αναγνώστης. Είναι συν-σεναριογράφος της ταινίας μεγάλου μήκους Μία Violence