Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2013 04:26

Άγγελος εξάγγελος μας ήρθε απ' την Ευρυτανία κι ο Ελεφάντης μας έφτιαξε μιαν άλλην ιστορία

Επιλέγων ή Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Ήταν ένας ωραίος άντρας που επί τριάντα χρόνια τον συναντούσα συχνά στην Αθήνα. Σε πορείες, σε ομιλίες, στους δρόμους, σε σινεμά, σε βιβλιοπωλεία, σε θέατρα και σε συναυλίες, σε μπουάτ και σε μπαρ. Ελάχιστες φορές μιλήσαμε, αλλά πάντα χαιρόμουνα που τον έβλεπα. Το όνομα αυτού, Άγγελος Ελεφάντης. Πως τον θυμήθηκα τώρα;

 

Τον θυμάμαι αρκετές φορές. Είναι μια έλλειψη για μένα η απουσία του, αλλά πιστεύω και για αρκετούς που τον διάβαζαν και τον ζούσαν από κοντά, από το 1974 μέχρι το 2008 που πέθανε από καρκίνο. Μου έδωσε όμως την ευκαιρία να μιλήσω γι’αυτόν η Αυγή, που αυτήν την Κυριακή είχε μία εξαιρετική ιδέα. Πρόσφερε στους αναγνώστες της ένα βιβλιαράκι με τίτλο «Από την κρίση στον πόλεμο», που είναι το 3ο κεφάλαιο από το βιβλίο του Άγγελου Ελεφάντη « Η Επαγγελία της αδύνατης επανάστασης – ΚΚΕ και αστισμός στο Μεσοπόλεμο», 1976, εκδόσεις Ολκός.

Με αυτό το βιβλίο ξεκίνησε η σχέση μου με τον Ελεφάντη. Γιατί εκείνα τα χρόνια αρκετοί διαβάζαμε και πολιτικά βιβλία. Μόλις είχαμε βγει από τα σκοτάδια της δικτατορίας και γρήγορα καταλάβαμε πως είχαμε χάσει πολλά επεισόδια. Ήταν τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης που η αριστερά ήταν στον αέρα και την ανέπνεες θέλοντας και μη. Άσχετα αν υπήρχαν τόσες πολλές αριστερές οργανώσεις, που αν τις μετρούσες όταν είχες αϋπνίες μπορεί και να σε έπαιρνε ο ύπνος. Άλλοι της γενιάς μου, απ’αυτούς που οργανώθηκαν σωρηδόν εκείνα τα χρόνια σε κάποια οργάνωση της αριστεράς, βρήκαν έτοιμους οικογενειακούς δρόμους ή έδωσαν βάση σε ισχυρούς πολιτικούς δεσμούς που προϋπήρχαν. Αυτά τους οδήγησαν με σιγουριά να διαλέξουν. Ο δρόμος της παράδοσης κατέληγε στο ΚΚΕ και ήταν αυτός που επέλεξαν οι πολλοί, ενώ αυτός που προσπαθούσε να γίνει η νέα παράκαμψη οδηγούσε στο ΚΚΕες. Λίγους έπεισε η ηγετική του ομάδα να το επιλέξει. Το θλιβερό είναι πως δεκαπέντε περίπου χρόνια κράτησε ένας ανελέητος πόλεμος ανάμεσα στα δύο αυτά κόμματα. Αν προσθέσουμε και τις διάφορες μαοϊκές οργανώσεις που συμμετείχαν στις μάχες, παίρνετε μια μυρωδιά ενός πολέμου που η έντασή του ήταν μεγάλη κι αμείωτη και που στο τέλος βγήκαν χαμένοι όλοι. Αυτό το κλίμα εκμεταλλεύτηκε το αντικατεστημένο, μη προνομιούχο και ριζοσπαστικό  ΠΑΣΟΚ του ζιβάγκο αλά Αντρέα Παπανδρέου. Σοφά κρατήθηκε μακριά από αυτές τις άγονες διαμάχες της αριστεράς και μάζευε σαν τρελό κόσμο και ψήφους από παντού, τάζοντας όλα σε όλους, κλείνοντας ταυτόχρονα πονηρά το μάτι πάλι σε όλους.

Ένας μειοψηφικός νέος ήμουν τότε, απ’αυτούς, που μόλις νόμιζαν ότι εύρισκαν τις άκρες τους σ’αυτόν τον κυκεώνα της αριστεράς και χαιρόντουσαν γιατί είχαν δει το φως τ’αληθινό, μετά από λίγο παν κι οι άκρες, πλάκωνε κι ένας αέρας που έσβηνε και το φως. Ότι μέσα μου έπαιζαν πολλοί μπάλα ήταν γεγονός. Ακόμα δεν ξέρω τι  ήταν αυτό που μ’εμπόδισε να παραδοθώ στα μέλη, στα ζητούμενα και στο κλίμα κάποιας από αυτές τις οργανώσεις της αριστεράς. Δοκίμασα τον εσωτερικό κόσμο τριών απ’αυτές ( οι συνειδητοποιημένοι λόγοι των επιλογών είναι ένα άλλο στενάχωρο κεφάλαιο) αλλά τις εγκατέλειψα αρκετά σύντομα. Πιο πολύ με φόβιζαν αυτά τα πεθαμένα που κυκλοφορούσαν εκεί, παρά με ζωντάνευαν αυτά που με φώτιζαν. Εν τέλει, με τα χρόνια, μου έμεινε μια αόριστη συμπάθεια για την αποκαλούμενη Ανανεωτική Αριστερά που τώρα, άραγε ποιος να ξέρει τώρα που να 'ναι;.

Να πω εδώ, πως κοντά μου, όταν ήμουν μικρός, εκτός από τον κυρ Αντώνη, δεν υπήρχε άλλος αριστερός που να με κάνει να δω αυτόν τον χώρο με συμπάθεια, ή έστω με περιέργεια. Μια πρώτη μαγιά της αριστεροσύνης μας ήταν το χουντικό σχολείο. Σε μια αλληλοεπίδραση σχολείου και κοινωνίας, ο αυταρχισμός περίσσευε και ο εκφοβισμός ήταν το μόνο επιχείρημα του σκοτεινού κράτους. Έτσι πολλοί μαθητές της χουντικής παρένθεσης άρχισαν να γέρνουν προς τα αριστερά. Στα χρόνια του Πανεπιστημίου ο κανόνας ήταν ο εξής: όσο καθόσουν στ’αυγά σου, όλα ήταν μέλι γάλα, όσο συζητούσες πράγματα που σε ενοχλούσαν, αυτόματα άρχιζαν οι ασφαλίτες να σε βλέπουν με μάτι μισό. Και μετά ήρθαν οι Νομικές και τα Πολυτεχνεία, τότε που είχες γίνει ένα στους δρόμους με τον τρελαμένο κόσμο, τότε που παρόλο το φόβο ένιωθες υπέροχα γιατί είχες την αίσθηση πως έκανες το σωστό και συμμετείχες αυτοπροσώπως στη συγγραφή της Ιστορίας. Εν μέρει αυταπάτες, αλλά αισθανόσουνα όμορφα. Κι αυτή η αγωνία για ζωή, αυτοί οι αγώνες για ψωμί παιδεία ελευθερία, αυτό το νιάξιμο για τους άλλους και η καλλιέργεια της ικανότητας να έρχεσαι στη θέση τους, ήταν το κρασάκι της αριστεράς. Μ’αυτό ξελόγιασε τους εραστές της. Μα μετά από λίγα χρόνια, θες η ζωή και οι ευκολίες της, θες ο φιλοτομαρισμός πολλών στρατευμένων, αλλά βασικά οι ηγεσίες των αριστερών κομμάτων - που περισσότερους δρόμους έκλειναν απ'αυτούς που άνοιγαν - προκάλεσαν μια μαζική φυγή.  Είναι ένα παιδί στην άκρη του γκρεμού πάντα, που πάντα θα ρωτάει, αν ο καθένας απ'αυτούς που έφυγαν, βρήκε άραγε αυτό που ζητούσε;

Το ξαναλέω, δεν ξέρω γιατί είχα το ανικανοποίητο μ’αυτόν τον χώρο, που όμως ήταν κι ο πιο κοντινός μου. Δεν πήγα αλλού, ίσως γιατί ως ταύρος δεν με ελκύουν οι αλλαγές. Ίσως όμως δέθηκα αρκετά σφιχτά με όλον αυτόν τον πανάρχαιο και συνάμα μοντέρνο κόσμο. Το πιο γερό σχοινί νομίζω πως ήταν η αποστροφή μου για αυτό που απέπνεαν οι οργανώσεις των άλλων πολιτικών χώρων. Όπως και οι πολιτικές τους όταν κυβερνούσαν. Που με πολλούς τρόπους έφτιαχναν έναν κόσμο όπου εγώ δεν χωρούσα, που σε αυτό που πρόβαλλαν εγώ δεν εύρισκα ολάκερο τον εαυτό μου. Προπάντων δεν εύρισκα εκείνο το τετράφυλλο δάκρυ του ποιητή. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο κόσμος της αριστεράς με ενέπνεε συνεχώς. Άλλου τύπου απερίγραπτα χάλια εκεί. Ευτυχώς που στις γραμμές της ήταν φίλοι και γνωστοί. Κι ευτυχώς για μένα που κυκλοφορούσαν στους δρόμους της και πολιτικοί στοχαστές σαν τον Άγγελο Ελεφάντη.

Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο εκδότης του πολιτικού περιοδικό «Ο Πολίτης». Από εκεί τον γνώρισα και τον διάβαζα ανελλιπώς όλα τα χρόνια που έγραφε σ’αυτό τα εξαιρετικά άρθρα του. Προς τα τέλη της δεκαετίας του ’80, ήταν ένας από τους ιδρυτές της εβδομαδιαίας εφημερίδας « Η Εποχή». Όταν δημιουργήθηκε ο Συνασπισμός πέρασε στην Αυγή σαν αρθρογράφος και σαν διευθυντής κατόπιν. Δημοσίευσε βιβλία και δοκίμια για πολιτικά, κοινωνικά και προσωπικά θέματα. Το 1985 ήταν υποψήφιος βουλευτής με το ΚΚΕ εσωτερικού, το 1989 με την ΑΚΟΑ και το 2004 και το 2007 ήταν με τον Συνασπισμό στην Ευρυτανία.

Όσο κι αν έχει φθαρεί το νήμα που με δένει με την αριστερά, αντέχει ακόμα, γιατί υπήρξαν χρόνια που αυτή με κάλυπτε στα πιο πολλά. Όχι τόσο η καθημερινότητά της, αλλά αυτό που θα μπορούσε να ήταν. Μου φαίνεται πως ο Ελεφάντης μου προσέφερε την πιο ουσιαστική και εξευγενισμένη εικόνα γι’αυτόν τον πολιτικό χώρο και για την δυναμική του. Μου μιλούσε με ένα τρόπο που δεν μπορούσα να βρω ούτε ένα ψεγάδι στον κόσμο που έφτιαχνε με αριστερά υλικά που τα είχε παιδέψει.Ήθελα πολύ να ήμουν ένας απ’αυτούς που συλλογικά θα αγωνιζόταν μαζί με άλλους καλοπροαίρετους για να σηκώσουμε τον ήλιο της δικαιοσύνης, της ελευθερίας και της ισότητας πάνω από τη χώρα μας, πάνω από όλη τη γη. Αυτός ο κόσμος του Ελεφάντη, που μη φανταστείτε ότι ο Άγγελος δεν είχε επίγνωση για τα σκοτάδια, τους γκρεμούς του, τα κολλήματά του, τους κομφορμισμούς του και τις βαρβαρότητές του, ήταν ένα από τα νήματα που με έδενε τότε με την Αριστερά.

Οι πιο πολλές κλωστές ήταν τα άρθρα του, αυτά τα μικρά διαμάντια. Λόγος σαφής, λιτός, καθαρός, διαυγής. Ελληνικά άψογα. Γλώσσα πλούσια. Άποψη ξεκάθαρη. Επιχειρήματα δυνατά. Και φράσεις οξύτατες – παγερά αδιάφορο μ’αφήνει ο σοσιαλισμός του ΠΑΣΟΚ, είχε γράψει το ’81.Κι εμένα, είχα ψιθυρίσει. Όσο για τα θέματά του, τ’αντλούσε από τα πάθη της πατρίδας μας, από την ταξική πάλη όπως αυτή εκφραζόταν και στο επικοδόμημα, από τις ενδοσυγκρούσεις της αριστεράς, από τις αναζητήσεις αυτών που πάλευαν για την ανανέωσή της. Αυτός ο άνθρωπος κατάφερνε μέσα από τα γραφτά  του να μου μεταγγίζει την επιθυμία να ζήσω παλεύοντας για έναν καλύτερο κόσμο. Και νομίζω πως με τον τρόπο μου έδωσα ότι μπορούσα, μα μερικές φορές σκέφτομαι πως ίσως να μπορούσα και περισσότερα. Κι απ'όσα έχω ακούσει, ο Ελεφάντης ήταν ένας από τους λίγους μοναχικούς διανοούμενους που ταυτόχρονα ήταν πάντα παρών κι έδινε μαζί με τους συντρόφους του όλες τις μεγάλες και μικρές μάχες.

Έμαθα πράγματα και θάματα από τον Ελεφάντη. Όχι μόνο για την καθεαυτό πολιτική, αλλά και για την πολιτική που κρυβόταν σε όλες τις πλευρές της ζωής, για την πολιτική που την τάιζαν οι μικρές καθημερινές μας επιλογές. Κι όλα αυτά βουτηγμένα στην σπάνια παιδεία του και στους πλατιούς πνευματικούς του ορίζοντες. Αυτά ήταν τα εφόδια του και μια νοοτροπία που ήταν ποτισμένη στο «γιατί αυτό και πως το άλλο» και που τον οδηγούσε να αναρωτιέται για τα αυτονόητα, να κοντράρει τις κοινοτοπίες, να προσπαθεί να βάλλει τις βάσεις μιας άλλης κοινής λογικής. Μιας λογικής με αριστερό πρόσημο. Η γενικότερη στάση του ήταν απ’αυτές που τίμησαν αυτόν τον πολύπαθο χώρο. Όλοι όσοι τον γνώρισαν έχουν μιλήσει με τα καλύτερα λόγια για τον χαρακτήρα του. Σεμνός, ταγμένος, συνεργάσιμος, εργατικός και ντόμπρος, μαχητής και άνθρωπος του καθήκοντος, ενέπνεε αυτούς με τους οποίους συνεργαζόταν και πολλοί έχουν ομολογήσει πως γονιμοποιούσε τη σκέψη τους. Υπήρξαν κάτι φεγγάρια που ήθελα να ήμουν αυτός και κάποιες άλλες εποχές που στεναχωριόμουνα όταν δεν με έπειθε, όταν εύρισκα αδύναμη την επιχειρηματολογία του, αντιφατική τη σκέψη του. Και τα τελευταία χρόνια, λίγες φορές ντράπηκα, όταν με το ταξικό δίπολο του ασπρόμαυρου σάρωνε τον πλούτο των αποχρώσεων που είχαν ανάγκη κάποια θέματα. Αυτός, ο κατ'εξοχήν εραστής του διαλόγου, αρνιόταν να συζητήσει θέματα στη βάση που οι νέοι καιροί ήθελαν να τα συζητήσουν ψάχνοντας μια άλλη προοπτική.

Έμαθα και  πρόσωπα απ'αυτόν. Πέρα από κάθε αμφιβολία υπήρξε τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης ο κατ’εξοχήν δάσκαλός μου στις αριστερές ιδέες, στην ιστορία τους και στον πολιτικό προβληματισμό αυτής της κοσμοθεωρίας. Από τον Άγγελο γνώρισα και πλησίασα τον Γκράμσι, τον Πουλαντζά και τον Αλτουσέρ. Και ο Άγγελος μου έδωσε ωραίες πάσες για να συζητήσω τις κατά τεκμήριο αρνητικές εμπειρίες μου από τον λαϊκισμό του ΠΑΣΟΚ και να τις σκεφτώ σε όσο βάθος μπορούσα να φτάσω. Όπως και ο μαρξιστής Άγγελος με έκανε να δω, κόντρα στην ιδιοσυγκρασία μου, με κάποια αισιοδοξία το μέλλον. Πως;  Αναδεικνύοντας τις συγκυρίες που δημιούργησαν γεγονότα όπως  η Άνοιξη της Πράγας το '68 κι ο Μάης  του '68 στο Παρίσι, Πολυτεχνεία στην Ελλάδα, Αλλιέντε στη Χιλή, Αλληλεγγύη στην Πολωνία, πλατεία Τιεν Αν Μεν στην Κίνα, αν περιοριστούμε στα πιο πρόσφατα. Είναι οι φάσεις όπου ρεύματα που διατρέχουν τους αφανείς και ήταν εν υπνώσει, οι ανάγκες τους τα βγάζουν με δύναμη στην επιφάνεια. Όταν καταφέρουν να συντονιστούν, διαμορφώνουν νέα "εμείς", δίνοντας συνήθως και μια ταξική χροιά στις επιδιώξεις τους. Είχε γράψει κάποτε, έχοντας στο μυαλό του όλες αυτές τις ιστορίες, που λίγοι και φτωχοί και ταπεινοί τις πίστεψαν και τις χάρισαν απλόχερα στον κόσμο. «Σε κάθε εποχή, πέρα απ' τα προβλήματα, τις συγκρούσεις, τα δημιουργήματα ή τις καταστροφές, υπάρχει ένα πνευματικό και συναισθηματικό ρεύμα, μια αύρα που μας τυλίγει και μας συνεπαίρνει σαν ανάλαφρο άρωμα που έρχεται από μακριά, χωρίς να ξέρουμε ακριβώς από πού , πρόσωπα που αναστατώνουν τη φαντασία, αδιόρατες ακούσιες μνήμες που υπερβαίνουν τις εκούσιες και ισορροπούν». Μου δυνάμωσε επίσης την πίστη στη δημοκρατία και στην προσωπική ευθύνη που πρέπει να έχει ο καθένας μας, ως προϋπόθεση για να δουλεύει αυτή καλά. Και με έπεισε γι'αυτό που ήθελα, ότι δηλαδή σοσιαλισμός δίχως δημοκρατία δεν νοείται, δε νοείται σοσιαλισμός δίχως ελευθερία. Με έκανε επίσης να δω καθαρά κάτι που διαισθανόμουνα, αλλά το απωθούσα. Ότι δηλαδή, ο λαός, εν δυνάμει, είναι τα πάντα. Και όλα είναι πιθανά να τα περιμένεις απ’ αυτόν και άρα και από τον εαυτό σου, αν δεν είσαι εν εγρηγόρσει κι αν τα μάτια της ψυχής σου δεν είναι πάντα ανοιχτά και πάντα άγρυπνα.

Αν κάτι άλλο ήταν φανερό στην υψηλού επιπέδου αρθρογραφία του ήταν το πως μπλοκάριζε η σκέψη του και μάλλον και το σώμα του κάθε φορά που μπερδευόντουσαν θανάσιμα στον πολιτικό του χώρο τα όρια ανάμεσα στην στρατηγική και στην τακτική, στα προσωπικά και στα συλλογικά, στην ανιδιοτέλεια και στις ανθρώπινες φιλοδοξίες. Τότε ήταν τελείως έξω από τα νερά του. Τα βουνά της γενέτειρά του, της Ευρυτανίας ( έζησε εκεί από το ’36 που γεννήθηκε έως το ’47), λένε οι κοντινοί του, πως σ’αυτές τις δύσκολες ώρες του προσέφεραν την παρηγοριά που σύντροφοι και ιδέες ήταν δύσκολο να του τη δώσουν. Εκεί αποσυνδεόταν για λίγο από την φθορά της τρέχουσας πίεσης, έπαιρνε δύναμη από τη μάνα γη, ρουφούσε τη λόλα του καθημερινού πολιτισμού των ντόπιων, αφουγκραζόταν τα διάσπαρτα σημάδια της ιστορίας και ξαναγυρνούσε με σηκωμένα μανίκια, βλέμμα φωτεινό και αέρα καθαρό στο μυαλό του για να συνεχίσει αυτά που πίστευε κι αγαπούσε, για να βάλλει το λιθαράκι του στον διεμβολισμό των αδιεξόδων, στην αποξήρανση των βάλτων.

Λοιπόν, με τον Ελεφάντη τέλειωσα την παρουσίαση μιας πεντάδας Ελλήνων συγγραφέων που είχα ανάγκη να την κάνω. Οι άλλοι τέσσερις είναι: Βακαλόπουλος, Καραποστόλης, Παπαγιώργης, και Ράμφος. Αυτοί αποτελούν μια ομάδα σύγχρονων διανοουμένων που μου άρεσαν, που τους διάβασα αρκετά συστηματικά και για πολλά χρόνια και νομίζω πως με επηρέασαν. Αργότερα συνάντησα και μερικούς ακόμα που με συνεπήραν, αλλά είχα μεγαλώσει πια και οι πιο πολλές πόρτες μου έχουν κλείσει. Πιστεύω ότι οι επιρροές αυτών των πέντε, εκείνα τα χρόνια που ήμουνα πιο εύπλαστος, με έκαναν καλύτερο. Γι’αυτό μια ευχή σε νέους, που θα ήθελαν την ευχή μου, είναι αυτή. Να συναντήσουν στη ζωή τους παρόμοιους πνευματικούς ανθρώπους που  να τους βοηθήσουν έτσι ώστε ότι καλύτερο περιπλανιέται μέσα τους να βρει το δρόμο του και να γίνει γνήσιο κομμάτι του εαυτού τους. Και μακάρι κι αυτοί μεγαλώνοντας να δημιουργήσουν ένα έργο που η φωνή του να είναι ταυτόχρονα και η φωνή των ανθρώπων που λάμπουν. Όπου όμως η λάμψη τους έχει ως πηγή το πάθος με το οποίο ζουν τη ζωή τους και ας τους συσκοτίζουν και ας θέλουν να τους τσακίζουν οι τσάμπα μαγκιές των πάσης φύσεως εξουσιών. Μικρών και μεγάλων, παγκόσμιων και τοπικών, φανερών και κρυφών. Ο Άγγελος ήταν μια τέτοια περίπτωση και νιώθω τυχερός που τον συνάντησα στη ζωή μου. Όπως κι αυτός, φαντάζομαι πως θα ένιωθε τυχερός, που πολλά χρόνια ήταν μαζί στις χαρές και στα λύπες, στα δύσκολα και στα εύκολα, με την πανεπιστημιακό Μαριάννα Δήτσα ( που όπως κυκλοφορεί, είναι η  Συννεφούλα του Σαββόπουλου) και με την κόρη τους. Είχε κι άλλη μία κόρη από την πρώτη του γυναίκα. Οι δύο κόρες του είναι σίγουρα η συνέχεια του DNA του που το πότισε η οικογενειακή ζωή. Αλλά υπάρχουν κι άλλοι που συνεχίζουν δημιουργικά τη σκέψη του, το ήθος του και τη συντροφικότητά του. Είναι όσοι μαθήτευσαν δίπλα του. Με τη στάση του τους μετάδωσε όλα όσα τον χαρακτήριζαν. Έτσι κάπως συνεχίζει τη διαδρομή του το αγωνιστικό και δημιουργικό πνεύμα του. Γεια σου ρε ΆΓΓΕΛΕ! 

 Πατώντας  εδώ  μπορείτε να διαβάσετε μια σύντομη παρουσίαση της ζωής του και του έργου του.

Αν έχετε όρεξη και χρόνο, ακολουθεί ένα ενδιαφέρον απόσπασμα από το βιβλίο του Ελεφάντη "Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης" (1976), που εξιστορεί τα γεγονότα από την 28η Οκτωβρίου 1940 έως τη συνθηκολόγηση με τους νικητές Γερμανούς.

 

Φάση πρώτη: από την 28η Οκτωβρίου ώς  τον θάνατο του Μεταξά

Έχει υποστηριχτεί από πολλές πλευρές ότι το τεταρτοαυγουστιανό καθεστώς είπε το ΟΧΙ «για τα μάτια». Αυτό νομίζω δεν είναι σωστό. Ο βασιλιάς είχε κάθε λόγο να προτάξει την πιο σθεναρή αντίδραση στην Ιταλία, ακριβώς την ώρα που η Αγγλία χειμαζόταν σε όλα τα μέτωπα. Ακόμη, λοιπόν, και αν υποτεθεί ότι ο Μεταξάς ήθελε να ενδώσει, δεν θα συνέβαινε το ίδιο με τον Γεώργιο. Η δύναμή του εκείνη τη στιγμή, που ακόμη δεν είχε αρχίσει να κινείται η στρατιωτική μηχανή, ήταν μεγαλύτερη από τη δύναμη των μεταξικών. Όσο για τους γερμανόφιλους, με πρώτο τον Μεταξά, δεν ήταν αναγκαστικά και ιταλόφιλοι. Δεν θα πρέπει λοιπόν να αποκλείεται η πρόθεση αντίστασης στην ιταλική επίθεση, γιατί αντίθετο στα πράγματα είναι, σοβαρές ενδείξεις δεν υπάρχουν προς τούτο και, τέλος, γιατί θα ήταν ανεξήγητη μια τέτοια έκτασης ιταλοφιλία του καθεστώτος. Άλλωστε, οι δύο παρατάξεις δεν έχουν διαφοροποιηθεί απόλυτα. Η διαφοροποίηση ολοκληρώνεται όταν η Γερμανία θα είναι επί θύρας. Βέβαια οι δυνατότητες της δικτατορίας να αντισταθεί ήταν υπονομευμένες από σοβαρές, όπως είδαμε, αιτίες, γι’ αυτό οι αντιδράσεις της έμοιαζαν και ήταν ρητορικές.

Όπως και να ’χει το πράγμα, η κριτική της πολεμικής προετοιμασίας και των πρώτων φάσεων του πολέμου αφήνει τόσα σκοτεινά σημεία ώστε η αίσθηση πως η ηγεσία δεν ήθελε να αντισταθεί στους Ιταλούς να μοιάζει αληθοφανής. Δύο παραδείγματα: το Ελληνικό Επιτελείο αφήνει να χαθεί μέσα από τα χέρια του η ευκαιρία μιας γρήγορης και επιθετικής προώθησης των ελληνικών δυνάμεων προς την Αυλώνα, πράγμα που θα τους έδινε μια σαφέστατη υπεροχή και θα δημιουργούσε τις δυνατότητες απαγκίστρωσης δυνάμεων για την άμυνα της Μακεδονίας. Επίσης το γεγονός ότι όλο τον χειμώνα του ’41 ο ελληνικός στρατός ακινητοποιείται εμπρός στο Τεπελένι, αποδεκατίζεται όχι από τις μάχες, αλλά από κρυοπαγήματα και φθείρεται σε μια εξουθενωτική εκστρατεία. Ωστόσο, οι χειρισμοί αυτοί του Επιτελείου δεν δείχνουν ότι ο Μεταξάς έκανε πόλεμο για τα μάτια αλλά ότι, όπως το καθεστώς είναι ξεκομμένο από τις δυνάμεις του έθνους, δεν μπορεί να αξιοποιήσει σωστά ούτε τα πιο ευνοϊκά στοιχεία που του παρουσιάζονται. Ο τρόπος που το ΓΕΣ σχεδίαζε τις επιχειρήσεις αποκαλύπτει ότι ο Μεταξάς ήθελε μεν να αποκρούσει την ιταλική επίθεση, όχι όμως και να εκμηδενίσει την Ιταλία, γιατί έτσι η Αγγλία θα δημιουργούσε ανέλπιστα το σταθερό μέτωπο στα Βαλκάνια, πράγμα που θα επηρέαζε τη θέση της Γιουγκοσλαβίας, ενδεχομένως και της Τουρκίας.

Την ίδια περίοδο ο Μεταξάς και το ΓΕΣ, ενώ διατείνονται ότι σε περίπτωση γερμανικής ή άλλης επιβουλής η Ελλάς θα πολεμήσει «μέχρις εσχάτων», ακολουθούν σταθερά τη γραμμή της ουδετερότητας απέναντι στη Γερμανία, όταν η δυνατότητα για ουδετερότητα έχει από καιρό εκλείψει. Έτσι τόσο ο Μεταξάς  όσο και το ΓΕΣ θα αρνηθούν την απόβαση των περιορισμένων αγγλικών δυνάμεων που το χειμώνα του 1941 ήταν διαθέσιμες –δύο έως τρεις αγγλικές μεραρχίες και αεροπορία- προβάλλοντας τη δικαιολογία ότι ενώ η δύναμη αυτή δεν θα επαρκούσε για την αποτελεσματική άμυνα, θα επέσπευδε τη γερμανική επίθεση γιατί θα προσέφερε στη Γερμανία το απαιτούμενο πρόσχημα. Λες και η Γερμανία ή οποιαδήποτε άλλη εμπόλεμη δύναμη καθόριζε τις αποφάσεις της από το αν διέθετε ή δεν διέθετε εύλογα προσχήματα.

Ως τον θάνατο λοιπόν του Μεταξά, ο πόλεμος στην Αλβανία, παρά τον επιθετικό ακτιβισμό, συνεχίζεται αμυντικά. Αποκρούεται στην πράξη η μεταφορά αγγλικών δυνάμεων στην Ελλάδα, τέλος, ορισμένοι γερμανόφιλοι παράγοντες του καθεστώτος συζητούν για τη μεσολάβηση της Γερμανίας προς κατάπαυση των εχθροπραξιών.

 

Φάση δεύτερη: θάνατος του Μεταξά-γερμανική επίθεση

 

Στο διάστημα αυτό συγκεκριμενοποιείται η γερμανική επιβουλή, αλλά ο πόλεμος στην Αλβανία συνεχίζεται σαν να μην υπήρχε το δεδομένο της επικείμενης γερμανικής επίθεσης. Στην πραγματικότητα, το ΓΕΣ εξαρτά την άμυνα της χώρας από την αγγλική ενίσχυση και τη στάση της Γιουγκοσλαβίας. Η ιδέα της αυτόνομης άμυνας δεν απασχολεί κανέναν. Ωστόσο, στο διάστημα αυτό, κι ακριβώς επειδή επίκειται η γερμανική επίθεση, η θέση της γερμανόφιλης μερίδας στον στρατό ενισχύεται αλλά και αποσαφηνίζεται. Πολλές πρωτοβουλίες ή παραλείψεις δεν μπορεί να εξηγηθούν παρά με την προκαταβολική θέση των ηγητόρων του στρατού περί μη αντίστασης στη γερμανική εισβολή.

1. Το ΓΕΣ διατηρεί 17 εμπειροπόλεμες μεραρχίες στο αλβανικό μέτωπο ενώ για την κάλυψη της Μακεδονίας-Θράκης διατίθενται μόνο 4 μεραρχίες και δύο ταξιαρχίες πεζικού. Εν όψει άμυνας και στα δύο μέτωπα η μεταφορά στρατού από την Αλβανία στην Κεντρική Μακεδονία ήταν απολύτως αναγκαία, όπως επίσης και η επιστράτευση της Παλαιάς Ελλάδας, που δεν είχε επιστρατευτεί στο ίδιο ποσοστό με τη Νέα Ελλάδα. Αλλά στο διάστημα αυτό, δεν γίνεται καμιά στρατηγική σύμπτυξη, αναγκαία για τον περιορισμό της αμυντικής γραμμής που τώρα εκτείνεται από τον Έβρο ώς τις ακτές της Αδριατικής. Αντίθετα, ο κύριος  όγκος του στρατού ξοδεύεται και αποδεκατίζεται από τα κρυοπαγήματα αγκιστρωμένος στο Τεπελένι.

2. Μέχρι την τελευταία στιγμή, δεν ορίζεται η ακολουθητέα αμυντική γραμμή. Απορρίπτεται από τον Παπάγο η ισχυρή γραμμή άμυνας Καϊμακτσαλάν-Βέρμιο-Όλυμπος και η ελληνική διοίκηση αποφασίζει να αμυνθεί εφ’ ολοκλήρου του μετώπου, πράγμα που, με το συσχετισμό δυνάμεων της στιγμής, αντιστοιχεί σε εγκατάλειψη του αγώνα.

3. Επίσημες (π.χ. ο υπουργός Γ. Μερκούρης) και ανεπίσημες προσωπικότητες του καθεστώτος ζητούν τη μεσολάβηση της Γερμανίας για τον τερματισμό του  ελληνοϊταλικού πολέμου και την παρέμβαση του γερμανικού στρατού μεταξύ Ελλήνων και Ιταλών στην Αλβανία.

4. Τέλος, όπως υποστήριξαν οι ίδιοι οι μέραρχοι του αλβανικού μετά τη συνθηκολόγηση, όταν ο διάδοχος Παύλος επισκέφθηκε τα Γιάννενα, στις 2.3.1941, ορισμένοι του δήλωσαν απερίφραστα ότι η άμυνα εναντίον των Γερμανών θα ήταν εγκληματική. Μάλιστα, ο διοικητής της 4ης Μεραρχίας είπε ότι «είναι αδιανόητος η άμυνα  κατά σεισμού ή θεομηνίας». Οι ίδιοι οι στρατηγοί πίεζαν με υπομνήματα το ΓΕΣ ναμην επιτρέψει την απόβαση των αγγλικών δυνάμεων σε ελληνικό έδαφος.

Παρά ταύτα, οι Άγγλοι άρχισαν να αποβιβάζονται στα μέσα του Μάρτη, αλλά η θέση των δύο παρατάξεων έχει πλέον διαγραφεί με σαφήνεια. Οι στρατηγικές και πολιτικές διαφορές ανάμεσα στους Άγγλους και στους περισσότερους ηγήτορες του Ελληνικού Στρατού είναι αγεφύρωτες. Γι’ αυτό και τελικά δεν εισακούεται η άποψη των Άγγλων για την αμυντική γραμμή Καϊμακτσαλάν-Βέρμιο-Όλυμπος.

Φάση τρίτη: γερμανική επίθεση-συνθηκολόγηση

 

Στις 6 Απριλίου 1941 εκδηλώνεται η γερμανική επίθεση. Οι Γερμανοί διέσπασαν την άμυνα της Γιουγκοσλαβίας στα σερβοβουλγαρικά σύνορα κι ύστερα, σχεδόν αμαχητί, έφτασαν στη Θεσσαλονίκη γιατί δεν υπήρχε καμιά αξιόμαχη δύναμη να τους αντιμετωπίσει στον κεντρικό τομέα του μετώπου. Ταυτόχρονα αποκόπτεται ο στρατός της Ανατολικής Μακεδονίας και αιχμαλωτίζεται. Η μη έγκαιρη σύμπτυξη του στρατού της Ανατολικής Μακεδονίας άφηνε στα χέρια του εχθρού, στο κρισιμότερο σημείο του πολέμου, 62.000 στρατιώτες και πάνω από 3.000 αξιωματικούς με όλο το πολεμικό υλικό. Η αντίσταση στα οχυρά του Ρούπελ και Λίσσε έδειξε απλώς τις δυνατότητες ενός λαϊκού στρατού που προδόθηκε αλλά δεν ηττήθηκε.

Στη συνέχεια, αφού και ο στρατός της Ηπείρου-Δυτικής Μακεδονίας δεν συμπτύσσεται έγκαιρα (μάλιστα ορισμένα τμήματα αναλαμβάνουν επιθετικές ενέργειες προς Μπεράτι Αλβανίας, στα σερβοαλβανικά σύνορα, την ημέρα της γερμανικής επίθεσης!) ύστερα από επιθετική προέλαση των Γερμανών, προς Μέτσοβο-Καλαμπάκα, αποκόπτεται από τον υπόλοιπο κορμό της χώρας. Στη φάση αυτή το υπουργείο Στρατιωτικών και οι αξιωματικοί του ΓΕΣ ήταν φανερά και κρυφά υπέρ της παράδοσης. Οι μέραρχοι της Ηπείρου το ίδιο. Στις 18 Απριλίου αποστέλλουν στην Αθήνα τον συνταγματάρχη Χρυσοχόο, επιτελάρχη του Τσολάκογλου, να ζητήσει από το ΓΕΣ να εκδώσει τη σχετική διαταγή συνθηκολόγησης. Λέγεται μάλιστα ότι ο Παπάγος, ενώ αρνιόταν να βάλει την υπογραφή του σε ένα τέτοιο έγγραφο, προέτρεπε τους στρατηγούς της Ηπείρου να αναλάβουν μόνοι τους πρωτοβουλία. Η συνθηκολόγηση πάντως δεν άργησε να έρθει.

Οι διαπραγματεύσεις, με τη μεσολάβηση του μητροπολίτη Ιωαννίνων και πρωταγωνιστές τους στρατηγούς Δεμέστιχα, Μπάκο και Τσολάκογλου, άρχισαν στις 20 Απριλίου. Στις 21 υπογράφηκε το έγγραφο παράδοσης του στρατού. Σε λίγες μέρες ο γερμανικός στρατός θα φτάσει στην Αθήνα, ενώ οι Νεοζηλανδοί στις Θερμοπύλες θα προσπαθήσουν μάταια να ανακόψουν την προέλασή του.

Η τρίτη φάση λοιπόν κλείνει με την κατοχή της Ελλάδας. Οι γερμανόφιλοι αξιωματικοί έχουν διαχωρίσει πλήρως τη θέση τους σε σχέση με τη βασιλική-αγγλόφιλη παράταξη κι έχουν ταχθεί απερίφραστα στο πλευρό των Γερμανών. Αυτοί και άλλοι παράγοντες της γερμανοφιλίας θα επανδρώσουν την πρώτη κυβέρνηση Κουίσλιγκς του στρατηγού Τσολάκογλου και τις δύο επόμενες κατοχικές κυβερνήσεις Λογοθετόπουλου και Ράλλη. Μαζί τους θα συνεργαστούν ανοιχτά ή κρυφά και τα τμήματα της αστικής τάξης που ήταν συνδεδεμένα με τη γερμανική επιρροή και όλο το νεότερο αστικό τμήμα που δημιούργησε η μαύρη αγορά και η συναλλαγή με τους κατακτητές της Κατοχής.

Το μοναρχοστρατιωτικό κράτος διχάζεται την ώρα της κατάρρευσης, όπως και οι πολιτικές και οι κοινωνικές δυνάμεις που το στήριξαν. Με τη γερμανική επίθεση ξεβιδώθηκαν οι αρμοί της κρατικής μηχανής, διαλύθηκε η συνοχή του κράτους, ξέπεσαν στα μάτια του κόσμου οι εκπρόσωποί του, αποσυντέθηκαν, υλικά και ιδεολογικά, οι υπηρεσίες του.

Οι στρατηγοί, κυβερνήτες με δοτή εξουσία ελέω κομαντατούρας, θα μείνουν στην Ελλάδα χωρίς κράτος και λαό να κυβερνήσουν. Βαφτίζουν το «κράτος» τους «Ελληνική Πολιτεία» και καταλύουν επίσημα την 4η Αυγούστου. Οι στρατηγοί, μαζί με την πίστη τους στη νίκη του Άξονα, θα κάνουν σημαία μιαν  όψιμη έχθρα για το   βασιλιά, φυγάδα και υπεύθυνο της εθνικής καταστροφής, και για όλους τους «αργυρώνητους δούλους της Μεγάλης Βρετανίας και της Διεθνούς εβραιοκεφαλαιοκρατικής κλίκας». Ταυτόχρονα στο παλιό βιολί των κωνσταντινικών και των Λαϊκών θα παίξουν τις γνωστές αντιπλουτοκρατικές μελωδίες,  κοινωνική δικαιοσύνη, δίκαιη ανταμοιβή της εργασίας, θάνατος στην αισχροκέρδεια και τη φαυλοκρατία. Οι νέοι κυβερνήτες ταυτίζονται εμπρόθεσμα με την  κατακτητή. Αλλά δεν έχουν καμιά αντιπροσωπευτικότητα. Ο λαός έχει ήδη αρχίσει να παίρνει το δρόμο του.

Η άλλη μερίδα του μοναρχοστρατιωτικού συγκροτήματος κάτω από τους θυρεούς του Στέμματος φεύγει από την Ελλάδα για τη Μέση Ανατολή κι από κει για το  Λονδίνο. Πρόεδρος της βασιλικής κυβέρνησης είναι ο Εμμανουήλ Τσουδερός, παλαιός βενιζελικός και διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος. Έχει δηλαδή τις δύο κατάλληλες για τη στιγμή εκείνη αρετές: είναι «δημοκρατικός» και γνώριμος του Σίτυ. Η βασιλική και αγγλόφιλη μερίδα θα στηρίξει πολιτικά τις κυβερνήσεις της Μέσης Ανατολής: κυβερνήσεις επίσης με δοτή εξουσία ελέω Εγγλέζων, χωρίς κράτος και λαό να κυβερνήσουν. Καταλύουν κι αυτοί επισήμως την 4η Αυγούστου και στην ξεχαρβαλωμένη κιθάρα του βενιζελισμού θα παίξουν τις γνωστές δημοκρατικές μελωδίες της ελευθερίας, του κράτους δικαίου και του αθανάτου αιωνίου  Ελλάδος.

Ο ελληνικός στόλος συγκεντρώνεται στην Αλεξάνδρεια, όπως κι ένα μικρό τμήμα του στρατού. Εκεί οι αγγλικές υπηρεσίες αναλαμβάνουν την αναδιοργάνωση των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων Μέσης Ανατολής, που με τον καιρό δεν σταματούν να αναπτύσσονται αριθμητικά, γιατί χιλιάδες Έλληνες, ιδίως από τα νησιά, τη Ν. Πελοπόννησο, τον Έβρο και τα Δωδεκάνησα φεύγουν για να συνεχίσουν τον αντιφασιστικό αγώνα σ’ ένα άλλο μέτωπο. Στον στρατό της Μέσης Ανατολής ο αστισμός θα δει το δυναμικό μέσο για τη μελλοντική αποκατάσταση της εξουσίας του.

Οι κυβερνήσεις της Μέσης Ανατολής, μισθοδοτούμενες από τον Άγγλο σιτιστή, δεν πασχίζουν καν να τονίσουν την παρουσία τους στην κατεχόμενη χώρα. Καλύπτονται συνεχώς πίσω από τους Άγγλους. Το κενό εξουσίας που δημιουργήθηκε στην Ελλάδα οι κυβερνήσεις της Μέσης Ανατολής δεν το είδαν ως δική τους δουλειά. Αυτά ήταν υπόθεση μεταπολεμική, κυρίως υπόθεση των Άγγλων.

Το ιδεολογικό κενό που ξαφνικά αποκαλύφθηκε με την κατάρρευση του μετώπου δεν το αναπλήρωσαν ούτε οι κυβερνήτες της Μέσης Ανατολής ούτε οι δωσίλογοι. Η αποχώρηση του βασιλιά και των άλλων και η συνθηκολόγηση των στρατηγών, που χαρακτηρίστηκαν από τον κόσμο φυγή και προδοσία, ήταν γεγονότα με εξαιρετικά βαρύνουσα σημασία στη λαϊκή ψυχολογία: γίνηκαν αιτία για την απόλυτη αφερεγγυότητα τόσο της μιας όσο και της άλλης παράταξης.

Η παράδοση του στρατού από τους πολιτικούς και στρατιωτικούς ηγήτορες βιώθηκε τραυματικά. Φαντάροι κι αξιωματικοί γυρνώντας στα σπίτια τους την άνοιξη του ’41, άοπλοι και πεινασμένοι, με μόνη τη λαϊκή στοργή ως στήριγμα, ήταν ένας στρατός ταπεινωμένων νικητών. Η ανάμνηση των ανώφελων αγώνων της Αλβανίας, οι ακυρωμένες νίκες ενός στρατού που δεν νικήθηκε έδιναν στον κόσμο την αίσθηση ενός ατέλειωτου πολέμου, ενός αγώνα που μόλις είχε αρχίσει, αλλά προδόθηκε. Κάπως έτσι θα πρέπει να αισθάνθηκαν εκείνοι οι πυροβολητές που αυτοκτόνησαν έξω από τα Γιάννενα πάνω στα πυροβόλα τους την ώρα της παράδοσης των όπλων.

Όσο για τα αστικά πολιτικά κόμματα, είδαν αυτά την κατάσταση της Ελλάδας ένα σημαντικό πολιτικό γεγονός: την πτώση της 4ης Αυγούστου. Η νίκη συνεπώς της  Αγγλίας θα το αποκαθιστούσε στα απαράγραπτα δικαιώματά τους: η απελευθέρωση θα ακύρωνε μια οδυνηρή γι’ αυτά ιστορία.

«Κι ενώ η πείνα σκότωνε ανθρώπους, οι πόλεις και η ύπαιθρος βογγούσαν κάτω από το πέλμα των κατακτητών, από τα σπίτια και τα γραφεία των πολιτικών αρχηγών έβγαιναν κάτι συνταρακτικές… εθνικές ειδήσεις, π.χ. ότι αύριο μεθαύριο θα υπάρξουν κοινοί εκλογικοί συνδυασμοί Λαϊκών και Φιλελευθέρων ενωμένων στην αγάπη τους για τη δημοκρατία».

Ο ελληνικός αστισμός χώθηκε μέσα σ’ ένα τέλμα. Ό,τι ήταν να συμβιβαστεί συμβιβάστηκε, ό,τι ήταν να ζήσει έζησε.

Και τα δύο κλαν της αστικής τάξης, το αγγλόφιλο και το γερμανόφιλο, που χώρισαν την άνοιξη του ’41, θα ξαναμονοιάσουν μετά το 1943.  Ο λόγος που τα χώριζε, ή μάλλον που τα είχε δημιουργήσει, με την ευνοϊκή τροπή του πολέμου υπέρ των Συμμάχων έπαψε να υπάρχει. Και όχι μόνο αυτό. Εν τω μεταξύ είχε γεννηθεί στην Ελλάδα μια νέα πολιτική πραγματικότητα απρόβλεπτη το 1941) που απειλούσε εξίσου και τις δύο παρατάξεις: η εαμική παράταξη. Τότε λοιπόν οι πολιτικοί εκπρόσωποι και των δύο μερίδων, μοναρχικοί και παλαιοδημοκρατικοί, αγγλόφιλοι και γερμανόφιλοι, τεταρτοαυγουστιανοί και παλαιοκομματικοί, κοινοβουλευτικοί και δικτατορικοί, δίνουν τα χέρια για να συντρίψουν τον κοινό εχθρό. Επειδή δε ο νέος εχθρός πλάστηκε από αντιφασιστική και δημοκρατική ύλη (συγκεντρώνοντας στο ΕΑΜ όλους τους αντιφασίστες, σοσιαλιστές, δημοκράτες, κομμουνιστές, αντιμοναρχικούς), πρώτο ιδεολογικό όπλο θα γίνει η ρεπουμπλικανική δημαγωγία. Έτσι όλοι αυτοί υπογράφουν ένα χαρτί το 1943 για την επιστροφή του βασιλιά μόνον ύστερα από δημοψήφισμα.

Στη λήξη του πολέμου το παλιό μοναρχοστρατιωτικό συγκρότημα, χωρίς Μεταξά, αλλά με την προστατευτική παρουσία του Σκόμπυ, αναβιώνει. Και θα φροντίσει να συντρίψει την εαμική παράταξη με τον εμφύλιο πόλεμο, στο όνομα του βασιλιά που φρόντισε να επαναφέρει το 1946, με δημοψήφισμα βέβαια.

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2013 11:23
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Σχόλια   

0 # aftercrisis 12-11-2015 00:53
Λόγος για την ερχόμενη, την πραγματικά μεγάλη κρίση:Ο Πολίτης Άγγελος Ελεφάντης (1936 - 29 Μαΐου 2008)
http://aftercrisisblog.blogspot.com/2013/05/1936-29-2008.html

Ο νεοφιλελευθερισμός και η ιστορία του - εδώ στο Νότο
http://aftercrisisblog.blogspot.gr/2015/11/blog-post_11.html
Παράθεση

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση