" 16. Και μου ήρθε στο νου μου, περσότερο από όλους αυτούς, ή γυναίκα της Ζάκυνθος, ή οποία πολεμάει να βλάφτει τους άλλους με τη γλώσσα και με τα έργατα, και ήταν έχθρισσα θανάσιμη του έθνους.
17. Και γυρεύοντας να ιδώ εάν μέσα σε αυτήν την ψυχή, εις την οποίαν αναβράζει η κακία του Σατανά, αν έπεσε ποτέ η απεθυμιά του παραμικρού καλού,
18. έπειτα που εστάθηκα να συλλογιστώ καλά, ύψωσα το κεφάλι μου και τα χέρια μου στον ουρανό και εφώναξα: Θέ μου, καταλαβαίνω πως γυρεύω ένα κλωνί αλάτι μες στο θερμό."
Στους επόμενους στίχους ο μοναχός την συναντά να βρίζει την επανάσταση του '21 στις γυναίκες από το Μεσολόγγι, που γύριζαν στη Ζάκυνθο και ζητούσαν βοήθεια για τους πολιορκημένους Μεσολογγίτες. Και το έργο συνεχίζει παρακολουθώντας τον μοναχό να λέει τα μύρια όσα γι'αυτήν την Γυναίκα, που είναι επί της γης το κακό αυτοπροσώπος. Η «Γυναίκα της Ζάκυθος», το μοναδικό πεζό του Διονυσίου Σολωμού που το επεξεργαζόταν ώς το τέλος της ζωής του, γραμμένο στη δημοτική και με έντονα προφητικό ύφος, θεωρείται ένα από τα πιο αινιγματικά κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας.
Ο Χιώτης ηθοποιός και σκηνοθέτης θεάτρου και κιν/γράφου Δήμος Αβδελιώτης ( Το δένδρο που πληγώναμε, Η εαρινή σύναξις των αγροφυλάκων), όμως διαφωνεί ως προς το αίνιγμα. Σκηνοθέτησε αυτό το σατυρικό πεζοποίημα, πλήρως πεπεισμένος πως το νόημα του λάμπει σα διαμάντι. Κι εξηγείται: «όταν ο Σολωμός βρέθηκε αντιμέτωπος με μια γυναίκα τόσο δύσμορφη που δεν θύμιζε άνθρωπο, η οποία έβριζε τις Μεσολογγίτισσες που ζήταγαν φαγητό για τους πολιορκημένους, όσο κι αν τρόμαξε με τη βία του Κακού, ένιωσε την ανάγκη να το ανιχνεύσει. Εβαλε λοιπόν γι' ασπίδα το προσωπείο ενός αγίου, του ιερομόναχου Διονυσίου, και το κοίταξε στα μάτια. Μ' άλλα λόγια, πήρε θέση! Κι αυτό που διαπίστωσε, αυτό που έδειξε με τον τρόπο του στη "Γυναίκα της Ζάκυθος", είναι πως το Κακό είναι μέσα μας ως το αντίρροπο του Καλού, μια δύναμη που δημιουργεί την αρμονία εν τέλει». Το θέμα, όπως το αντιλαμβάνεται ο Αβδελιώδης, «είναι πώς θα διαχειριστείς το Κακό, όχι πώς θα το ξεριζώσεις. Μόνο αν το δεις, το περιγράψεις και το κατανοήσεις, μόνο τότε μπορεί να το συντρίψεις». Συνεργάστηκε για πρώτη φορά με την ηθοποιό Όλια Λαζαρίδου, κι ανέβασαν μία παράσταση για την οποία γράφτηκαν πολλά καλά λόγια. Το έργο παίχτηκε στα πλαίσια του φεστιβάλ Αθηνών - Επιδαύρου και συνεχίζει τις παραστάσεις κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο κινηματοθέατρον "Τριανόν".
Η Κρημνιώτη Πόλυ, με αφορμή αυτήν την παράσταση, πήρε μια συνέντευξη από την κα. Λαζαρίδου. Την δημοσίευσε στην Αυγή της Κυριακής 3/11, με τον τίτλο "Εγώ πιστεύω στην εκδίκηση του καλού". Μας άρεσαν αυτά που λέει η Όλια λίγα λόγια και καλά (όχι σαν κι εμένα) κι ελπίζουμε να αρέσουν και σ'εσάς.
Ακολουθεί η συνέντευξη, που μπορείτε να τη διαβάσετε και πατώντας εδώ
* Πώς συναντιέστε με τη "Γυναίκα της Ζάκυθος";
Είναι ένα συγκλονιστικό κείμενο, κατ' αρχάς από πλευράς περιεχομένου είναι εξίσου βαθύ με την "Αποκάλυψη" του Ιωάννη. Όσο δε αφορά τη γλώσσα, είναι προϊόν του έρωτα ενός ανθρώπου, ο οποίος δεν τη γνώριζε, όπου έχει αναμείξει τα ζακυνθινά, τα ιταλικά, τα ελληνικά που τότε τα μάθαινε κι έχει φτιάξει τη δική του λαλιά, τα Σολωμικά. Είναι στην πραγματικότητα αυτή η γλώσσα προϊόν του έρωτα που είχε ο Σολωμός για την Ελλάδα. Θέλω να πω, ο μόνος τρόπος να μπορέσεις να πλησιάσεις ένα τέτοιο κείμενο είναι με αυστηρότητα, λίγο σαν ψάλτης. Κι επειδή ο Δήμος Αβδελιώδης έχει αναπτύξει χρόνια τώρα μια άποψη για το πώς πρέπει να εκφέρεται ο ποιητικός λόγος, με τους δικούς του νόμους και κανόνες, ακολούθησα αυτόν τον δρόμο και μέσα σ' αυτό το πλαίσιο άφησα να κυλήσει και η δική μου ενέργεια και η δική μου προσωπικότητα.
* Ο Δήμος Αβδελιώδης λέει ότι δεν ερμηνεύετε απλώς το κείμενο, αλλά νιώθετε τον λόγο μ' έναν βιωματικό τρόπο. Τον επιβεβαιώνετε;
Απλώς εγώ το μόνο που ξέρω είναι ότι το να υπάρχει μια κοίτη του ποταμού συγκεκριμένη είναι βοηθητική ως προς το νερό που κυλάει μέσα της. Το να ακολουθήσω, όπως στη μουσική, κάποιους δρόμους, με βοήθησε πολύ ως προς το να αυξηθεί η ενέργεια της εκφοράς του λόγου.
* Η εκφορά του λόγου στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι κλειδί για να αποκωδικοποιηθεί ένα τόσο πολυεπίπεδο κείμενο;
Όχι. Θεωρώ ότι είναι ο πιο έντιμος και ευγενικός τρόπος να παραδόσεις το κείμενο αυτό στον ακροατή του και να τον αφήσεις ήσυχο να το κάνει εκείνος ό,τι νομίζει.
* Είναι ένα πολυεπίπεδο κείμενο. Εσάς τι σας βοήθησε να ανιχνεύσετε;
Επειδή θεωρώ ότι είναι ένα πάρα πολύ σπουδαίο ποιητικό έργο, μου έδωσε τη χαρά να απολαύσω την όποια ωριμότητα έχω κατακτήσει ως ηθοποιός, που έχω φάει τα νιάτα μου να ασχολούμαι για το πώς στο καλό μπορεί να εκφέρεται η ποίηση.
* Είναι ένα έργο που αναδεικνύει την έννοια του κακού. Η σύγκρουση με το κακό είναι αναπόφευκτη;
Εγώ πιστεύω στην καλοσύνη που προέρχεται από τη γνώση και τη σύγκρουση με το κακό σαν ένα θαύμα, σαν ένα φως που ακολουθεί ένα σκοτάδι. Ένα είδος καλού που δεν εμπεριέχει και τη γνώση του αντίθετού του δεν με πείθει.
* Το κακό σήμερα πού το εντοπίζετε;
Κατ' αρχάς μέσα μας και ως εκ τούτου και γύρω μας. Το ότι η κρίση είναι οικονομική το ξέρουμε, το έχουμε αναλύσει, το έχουμε πλέον εμπεδώσει. Αυτό που δεν είμαι σίγουρη ότι έχουμε και καταλάβει, και αποδεχτεί εντελώς είναι ότι πρωτίστως αυτή η κρίση ίσως να είναι και πνευματική. Και αφορά περισσότερο τη σχέση μας με αυτό που λέμε χοντρικά "ο άλλος".
* Όταν λέτε "άλλος", τι εννοείτε;
Οτιδήποτε βρίσκεται εκτός του εγώ μας.
* Το κακό που λέγαμε πριν είναι ικανό να νικήσει;
Εγώ πιστεύω στην εκδίκηση του καλού.
* Και πώς ιχνογραφείτε αυτό το καλό;
Αυτό δεν περιγράφεται, αλλά όταν συμβαίνει λες ότι είναι αυτονόητο.
* Η τέχνη μπορεί να το προσφέρει;
Όχι. Η τέχνη μπορεί να μας κάνει να το λαχταρίσουμε. Το υπόλοιπο είναι δική μας δουλειά. Δουλειά που έχει πολύ κουπί.
* Προσφέρει, άραγε, η τέχνη την ευρυχωρία που χρειάζεται μια κοινωνία για να λειτουργήσει υγιώς ακόμα και σε πολύ ζοφερές ημέρες, όπως οι δικές μας;
Εγώ δεν βρίσκω ότι η τέχνη έχει πάρει ώς τώρα την ουσιαστική θέση που θα μπορούσε να πάρει σε σχέση με αυτό που ζούμε στη χώρα μας. Μπορεί να την πάρει στο μέλλον.
* Οι καλλιτέχνες, οι διανοούμενοι;
Μεμονωμένα κάποιοι, ναι.
* Είναι αμήχανοι θεωρείτε;
Πιστεύω ότι είναι μια γενική αμηχανία. Αυτή τη στιγμή, νιώθω ότι ο αγώνας περιορίζεται κυρίως στο πώς δεν θα αφήσουμε κάθε πρωί την γκρίζα κουβέρτα που απειλεί να μας κουκουλώσει, πως δεν θα την αφήσουμε να μας σκεπάσει οριστικά. Δεν είναι αμηχανία είναι κι αυτός ένας αγώνας. Έχω παρατηρήσει ότι ακόμα και σε κάποιες διαδηλώσεις υπάρχει διάχυτη η αίσθηση ότι οι άνθρωποι βαδίζουν λίγο σαν υπνωτισμένοι. Αν σ' αυτό προσθέσουμε και το μουσικό μπαγκράουντ που τα τελευταία τριάντα χρόνια έχει παραμείνει το ίδιο, η εικόνα είναι πολύ μελαγχολική.
* Υπάρχει κάτι όμορφο γύρω μας σήμερα;
Υπάρχει κι όποτε εγώ προσωπικά το συναντώ στην πόλη, μου 'ρχεται να βάλω επιτόπου τα κλάματα. Τόσο καθόλου αυτονόητο δεν το θεωρώ πια. 
* Ποιο ήταν το τελευταίο όμορφο πράγμα που είδατε στην πόλη;
Τον ουρανό την Τετάρτη το απόγευμα. Ήταν αυτό το υπέροχο αττικό σούρουπο που ξέρουμε, συν κάποια μικρά μαβιά συννεφάκια. Είναι μάλλον μία από τις μόνες σταθερές αξίες που μας έχουν μείνει.
* Θεωρείτε ότι ποιητές σαν τον Σολωμό και τα έργα τους είναι επίκαιρα στις μέρες μας;
Το βαθύ είναι πάντα επίκαιρο, με την έννοια ότι πάντα λείπει.

Ο Σολωμός, είναι ο γνωστός μας, ο Διονύσιος. Η "Γυναίκα της Ζακύθου" είναι ένα πεζόμορφο ποίημα του που το έγραφε από το 1826 - 1829. Σ'αυτό, ο ιερομόναχος Διονύσιος, εγκάτοικος εις ξωκλήσι της Ζακύνθου, βλέπει ως όραμα μια γυναίκα που τον οργίζει τα μάλα, εκλαμβάνοντας την ως την απόλυτη έκφραση του κακού. Στους στίχους 16 - 18, ο ιερομόναχος αναφέρει για πρώτη φορά τη "Γυναίκα" απαγγέλοντας τα εξής: