Πέμπτη, 15 Μαΐου 2025 17:40

Ανακαλύπτοντας τον Διονύση Σαββόπουλο

Επιλέγων ή Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

 savvopoulos03Δήμητρα Γκρους. Ένα πορτρέτο του πιο σημαντικού εν ζωή Έλληνα δημιουργού, με αφορμή την κυκλοφορία της αυτοβιογραφίας του αλλά και την προβολή του θρυλικού ντοκιμαντέρ «Χαίρω πολύ, Σαββόπουλος» στο Μουσείο Μπενάκη.

∆ιονύσης Σαββόπουλος: Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύµα - Μια συζήτηση σε τρεις συνέχειες

Σε έναν κόσµο που γίνεται όλο και πιο ανησυχητικός και που µοιάζει όλο και λιγότερο µε αυτό που ξέραµε, το να επιστρέφεις στις ρίζες σου είναι ανακουφιστικό – γιατί τι άλλο µένει από τo να διατηρούµε ζωντανό το νήµα των χρόνων που µας έφερε ως εδώ; Το αισθάνθηκα διαβάζοντας τα επεισόδια από τη ζωή του ∆ιονύση Σαββόπουλου όπως την αφηγείται ο ίδιος στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύµα» (εκδ. Πατάκη), σε συνδυασµό µε το βιβλίο του ∆ηµήτρη Καράµπελα «∆ιονύσης Σαββόπουλος» (εκδ. Μεταίχµιο), που γράφτηκε το 2003 αλλά επανεκδόθηκε πριν από λίγους µήνες αναθεωρηµένο.

Μέσα από τα δύο αυτά βιβλία γνωρίζεις τον άνθρωπο, τον δηµιουργό και το έργο του: τις πνευµατικές µεταµορφώσεις και τις περιπέτειες του βίου. Παρότι απευθύνονται σε διαφορετικά κοινά.

Tο ένα κυλάει σαν νερό, το ρουφάς, το χαίρεσαι, είναι το µύχιο απόσταγµα µιας ολόκληρης ζωής και µαζί η ιστορία µιας εποχής, σε συντροφεύει παρηγορητικά, σαν να ακούς τη φωνή του Νιόνιου µε αυτό το χαρακτηριστικό ηχόχρωµα να απευθύνεται σ’ εσένα προσωπικά, εξιστορώντας τρυφερά, εξοµολογητικά και µε χιούµορ τη ζωή του µέχρι σήµερα. Το άλλο, δοκιµιακό, απαιτεί χρόνο και αναλυτική σκέψη, σε πετάει στα βαθιά, στην ερµηνεία των τραγουδιών και της ποιητικής του.

Το πρώτο απευθύνεται σε όλους, σαν ένας τελευταίος δίσκος, µε εξώφυλλο του Αλέξη Κυριτσόπουλου, ένα αναπάντεχο δώρο που µας έκανε ο ∆ιονύσης Σαββόπουλος τη στιγµή της µεγάλης του ωριµότητας. Το δεύτερο είναι για πολύ λιγότερους και έχει υποχρεωτικά σάουντρακ, τους 14 κύκλους τραγουδιών του από το 1966 µέχρι το 1999. Για κάποιον σαν κι εµένα, που δεν είχε εντρυφήσει στο σαββοπουλικό σύμπαν, οι περισσότεροι στίχοι τους οποίους αναλύει το δοκίµιο ήταν ξεχασµένοι ή και άγνωστοι, αποχωρισµένοι από το άλλο τους µισό, το τραγούδι. Κι αν δεν έχεις τη µουσική στο µυαλό σου, τους διαβάζεις σαν ποιήµατα: είναι κρυπτικοί, µε εικόνες απρόσµενες, ευρηµατικές, ενίοτε υποβλητικές, που αφηγούνται ιστορίες φτιαγµένες βέβαια για να τραγουδηθούν. Συχνά δεν είναι εύκολο να καταλάβεις πού αναφέρονται, τι σηµαίνουν – µου έκανε εντύπωση αυτό, τα στρώµατα των σηµασιών, με εντυπωσίασε. Όταν τραγουδιούνται µπαίνει σε λειτουργία η διαίσθηση και αποκτούν άλλο σώµα και άλλη δύναµη. Η συγκίνηση έρχεται αργότερα, όταν σχετίζεσαι ο ίδιος προσωπικά.

 Είναι ο πιο σηµαντικός εν ζωή Έλληνας δηµιουργός, κοµµάτι της ιστορίας µας. Κι αν πάρεις από την αρχή όλη αυτή τη διαδροµή, διαβάζοντας παράλληλα αποσπάσµατα από συνεντεύξεις του εκείνων των χρόνων και άλλα τεκµήρια της εποχής, από το δοκίµιο του ∆ηµήτρη Καράµπελα αλλά και από τη «Σούµα» (έναν πολυσέλιδο τόµο που δηµοσιεύθηκε το 2003 και ανθολογεί τους δίσκους και τους στίχους όλων των τραγουδιών του, δισκογραφηµένων και ανέκδοτων, µαζί µε κριτικά σηµειώµατα, δηµοσιεύµατα, συνεντεύξεις και επιστολές), νιώθεις έκπληξη παρατηρώντας µε πόση διαύγεια έβλεπε πίσω από τις µάσκες και τα προσωπεία, πίσω από τις µόδες και τις κοµµατικές ταµπέλες· χωρίς ποτέ να κρυφτεί ή να φοβηθεί, µιλώντας πολλές φορές ενάντια στο ρεύµα. ∆εν ήταν µόνο δηµιουργός, αλλά και διανοούµενος – ή µήπως αυτή ήταν η στόφα των δηµιουργών τα χρόνια εκείνα;

Κάπως έτσι πέρασε ο καιρός, διαβάζοντας, βάζοντας τα τραγούδια σε σειρά, συζητώντας µε φίλους –«εσύ, άκουγες Σαββόπουλο;» (οι περισσότεροι έχουν ωραίες ιστορίες να σου πουν, όπως αυτή που θα μας πει στο τέλος η ποιήτρια και μεταφράστρια Μυρσίνη Γκανά)–, ακούγοντας τους δίσκους στο Spotify, εξερευνώντας τα βιώµατα και την εποχή, το «τι θέλει να πει ο ποιητής». Μέχρι που οι τυπωµένοι στίχοι στις σελίδες άρχισαν στο µυαλό µου να αποκτούν µελωδίες και βάθος.

Συνοµιλητές µου ήταν δύο «ειδικοί»: ο συγγραφέας του δοκιµίου ∆ηµήτρης Καράµπελας, ιστορικός του ∆ικαίου και δοκιµιογράφος, ένας από τους πιο σοβαρούς µελετητές του έργου του Σαββόπουλου, και ο Γιάννης Παλαβός, ένας από τους καλύτερους διηγηµατογράφους της γενιάς του. Και οι τρεις ανήκουµε στην ίδια γενιά, που µπορεί να µην τον ακολούθησε µαζικά, αρκετοί όµως, όπως οι συνομιλητές μου, ενηλικιώθηκαν µαζί του, τους καθόρισε: τον συνάντησαν στην πρώιµη νιότη τους και τον αγάπησαν βαθιά ως δηµιουργό, παρακολουθώντας στενά την περσόνα και τον ρόλο που έπλασε µέσα στα χρόνια, βλέποντας πίσω απ’ αυτήν.

Αυτό που λέµε Σαββόπουλος δεν υπάρχει. Ο Σαββόπουλος είναι ένας ρόλος που τον έπλασα σιγά σιγά µε τα χρόνια. Ο τύπος µε τα στρογγυλά γυαλιά, τις τιράντες, αργότερα το γενάκι, που βγαίνει στη σκηνή, φτιάχνει αυτά τα τραγούδια, κάνει σχόλια και λέει ιστορίες. Είναι ο «Σάββο», όπως τον έλεγε ο συγχω­ρεμένος ο Τάσος Φαληρέας. Είναι ένας άλλος. Εγώ είμαι εγώ. Χώνομαι πολλές φορές μέσα σ’ εκείνον τον άλλο. Δικός μου είναι. Χωρίς εμένα θα ήταν αέρας κοπανιστός.
Τώρα όμως τον χρειάζομαι, γιατί μεγάλωσα και θα ’θελα να δω πώς ήμουν πιτσιρίκος, πώς φέρθηκα στον επαγγελματικό μου βίο, πώς ήμουν σαν σύζυγος, πατέρας και παππούς, κι ακόμα πώς ήμουν σαν πολίτης, σαν φίλος και σαν γιος. Σ’ αυτά είναι καλός ο Σάββο. Το ’χει. Σαν ρόλος, και σουξέ είχε και πείρα διαθέτει.Τώρα ο ρόλος θα μιλήσει για τον δημιουργό του. Ένα παιχνίδι είναι. Ένα κόλπο. Ελπίζω να το βρείτε διασκεδαστικό. Σε αυτό το βιβλίο ο Σαββόπουλος μιλάει για τον Νιό­νιο. Αυτόν ντύνεται. Καλή ακρόαση, αγαπητοί μου, καλή ανάγνωση. Δ.Σ.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου «Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύµα»

 Το σάλπισµα της γιορτής: Τραγούδια που λένε ιστορίες

Πώς σου φάνηκε το βιβλίο του Σαββόπουλου; ρωτάω στο τηλέφωνο ένα βράδυ τον Γιάννη Παλαβό.

savvopoulos11«Το διάβασα µονορούφι! Θα µπορούσαµε να πούµε πως η αυτοβιογραφία του είναι όχι ένα, αλλά τέσσερα βιβλία. Το πρώτο είναι οι ιστορίες που, αν τον παρακολουθείς, τις έχεις διαβάσει σε συνεντεύξεις και τις έχεις ακούσει σε συναυλίες, και ξέρεις ακριβώς πώς ξεδιπλώνονται, σχεδόν λέξη προς λέξη. Ένα δεύτερο βιβλίο συνθέτουν οι κρίσεις και οι αποτιµήσεις ενός δηµιουργού που µοιράζει αδιακρίτως καλά λόγια, που έχει έναν καλό λόγο για όλους, καθώς θέλει στη δύση του ζωής του να κλείσει τους λογαριασµούς του. Υπάρχουν, όµως, και άλλα δύο µέρη, δύο µέρη εξαιρετικά. Το ένα είναι η περιπλάνησή του την περίοδο που, νέος, ήταν ένα φρικιό της εποχής: είναι συναρπαστικά όσα έζησε και ο τρόπος που τα αφηγείται, και ταυτόχρονα φωτίζουν το έργο του. Αναφέροµαι στα χρόνια από το ’66-67 έως το ’71, στα χρόνια στο Παρίσι, στην Ιταλία, καθώς και στα βασανιστήρια που υπέστη – µια ζωή µυθική. Και, τέλος, το τέταρτο βιβλίο είναι τα κεφάλαια που µιλούν για τη γυναίκα και τα παιδιά του, που είναι, νοµίζω, από τα πιο τρυφερά πράγµατα που έχω διαβάσει γύρω από την έννοια της οικογένειας και που φωτίζουν το έργο του µε αναπάντεχο τρόπο».

Και το δοκίµιο για τον Σαββόπουλο που επανακυκλοφόρησε; Αν το διαβάσεις, καταλαβαίνεις γιατί θεωρείται το καλύτερο βιβλίο που έχει γραφτεί για τον Σαββόπουλο: κατέγραψε τον δηµιουργό και το έργο, και τις πνευµατικές του µεταµορφώσεις, συµφωνείς; «Σίγουρα! Πλέον βλέπω τον Σαββόπουλο σε µεγάλο βαθµό µέσα από τον φακό του Καράµπελα», απαντά και συνεχίζει: «Πέρα από ορισµένα πραγµατολογικά στοιχεία γύρω από το έργο του που δεν γνώριζα –ο ∆ηµήτρης τα ξεψάχνισε όλα–, η αξία του έγκειται στο αφήγηµα που χτίζει, το οποίο στρέφεται γύρω από το “Πνεύµα” ή τη “Γιορτή” και τη µορφή που παίρνουν οι έννοιες αυτές στον πρώιµο και ύστερο Σαββόπουλο, δίνοντας προοπτική και βάθος στο έργο του.

Όσοι αγαπάµε τον Σαββόπουλο γνωρίζουµε ορισµένα πράγµατα διαισθητικά. Μέσα από το βιβλίο του ∆ηµήτρη, αυτά γίνονται στέρεος λόγος. Ο ∆ηµήτρης επινοεί ένα σχήµα που εντάσσει τις διαφορετικές εκδοχές του έργου του –αγγλοσαξονικό ροκ, Αριστερά, παράδοση, θρησκεία, πατρίδα– σε ένα συνεκτικό συνεχές, αναδεικνύοντας τις ποικίλες εκφάνσεις και τις καταβολές του. Τελικά, αυτό είναι που µας έλκει στον Σαββόπουλο: η πρωτεϊκή του φύση, καρπός µιας πνευµατικής αγωνίας που φτάνει ως το σήµερα».

∆εν είναι εύκολο να καταλάβεις και να βάλεις σε λέξεις όλη αυτή την πνευµατικότητα που υπάρχει στο έργο του ∆ιονύση Σαββόπουλου. Τη λέξη «Γιορτή», πάντως, τη χρησιµοποιεί ο ίδιος στα τραγούδια του, όπως και στις συνεντεύξεις του. «Αν το καλοσκεφτείς, στο έργο του υπάρχει συχνά µια αίσθηση ή µάλλον ένα αίτηµα πανηγυριού», συνεχίζει ο Γιάννης. «Σκέψου, για παράδειγµα, τον “Μπάλλο”, τη “Μαύρη θάλασσα”, το “Ας κρατήσουν οι χοροί”… Αυτή η ανάγκη για έκσταση συνυπάρχει µε ένα αίτηµα συµµετοχής, µια νοσταλγία για ένα απραγµατοποίητο ανήκειν. “Θέλω να κατέβω, θέλω να ενωθώ”, λέει στο “ Σου μιλώ και Κοκκινίζεις ”, ένα τραγούδι από τον “Χρονοποιό”, τον τελευταίο του δίσκο. Θέλει να ενωθεί αλλά δεν µπορεί. Αυτές οι δύο αντίρροπες δυνάµεις γεννούν µεγάλο µέρος της έντασης στα ύφαλα της τραγουδοποιίας του Σαββόπουλου, σε όλη του τη διαδροµή».

∆εν είναι τυχαίο ότι µε το νοσταλγικό όνειρο µιας Γιορτής τελειώνει και το «Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύµα», µε µια ιστορία που σκαρφίστηκε για τις παραστάσεις του στον Πυρήνα το 2006 στο Gazarte µε τον Σταύρο Λάντσια και τον Γιώτη Κιουρτσόγλου. Και μσς αφήνει με αυτά τα λόγια...

«Κάθοµαι τώρα και σκέφτοµαι: µερικές φορές ο κόσµος µε έχει πικράνει τόσο πολύ, που λέω να τα παρατήσω όλα, να πάω να τον βρω. Να µε βγάλει εκεί πάνω, να κοιµάµαι όλο τον χρόνο, να σηκώνοµαι µόνο όταν είναι γιορτές, που είναι και στην ιδιοσυγκρασία µου. Μετά πάλι σκέφτοµαι: αυτό το επάγγελµα που διάλεξες µόνος σου το διάλεξες, ουδείς σε υποχρέωσε. Εσύ αποφάσισες να ζεις µε τον κόσµο. Μαζί σας θα είµαι και φέτος. ∆εν χανόµαστε εµείς. Άσε που, και να χαθούµε, θα ανταµώσουµε εκεί πάνω, να κοιµόµαστε και να κοιµόµαστε, και ένα εγερτήριο να έχουµε µονάχα: το σάλπισµα της Γιορτής».

Έχοντας αρχίσει να (ανα)γνωρίζω κι εγώ το σαββοπουλικό έργο µ’ ένα πιο βαθύ βλέµµα, ένα απόγευµα συναντιέµαι µε τους δύο συνοµιλητές µου, τον ∆ηµήτρη Καράµπελα και τον Γιάννη Παλαβό.

Κάτι που ίσως δεν έχει σκεφτεί κάποιος µη µυηµένος είναι ότι οι δίσκοι του Σαββόπουλου δεν είναι απλώς «δίσκοι», αλλά πνευµατικές µεταµορφώσεις που περνούν µέσα από το πένθος: «Ο Σαββόπουλος πένθησε όταν έπρεπε την παιδική του ηλικία, τις αυταπάτες της ενηλικίωσης, την ταυτότητα του χαρισµατικού τραγουδοποιού και του επαναστατηµένου οδηγού των συνοµηλίκων του, το ροκ, την Αριστερά, την παράδοση, τις εθνικές αυταπάτες». Αισθάνεσαι πως είναι µάθηµα για όλους µας αυτή η κεντρική ιδέα που αναπτύσσει στο βιβλίο του ο ∆ηµήτρης: ότι «η Γιορτή µπορεί να ξαναγεννηθεί µέσα από το πένθος του παλιού µας εαυτού». Παρακολουθώντας χρονικά και θεµατικά την εξέλιξη των τραγουδιών του ∆.Σ., δείχνει πώς κάθε φορά ο τραγουδοποιός Σαββόπουλος δηµιουργεί έναν νέο δίσκο για να υπάρξει ξανά.

Κάπως έτσι βάζουμε στη σειρά τους δίσκους, στοιχειοθετώντας την εσωτερική αναγκαιότητα που τον οδηγεί από τη µία δηµιουργία στην άλλη – σκέφτοµαι πόσο σπάνιο είναι αυτό, και αυτό είναι, τελικά, που κάνει τη διαφορά.

«Νέο κύµα και ροκ, δηµοτικό και ρεµπέτικο, ραπ και βαλκανική µουσική, πολιτιστικά ρεύµατα, πρόοδος και συντήρηση, αριστερά και δεξιά είναι οι µορφές από τις οποίες πέρασε ο Σαββόπουλος όσα πίστευε ότι µπορούσαν να στεγάσουν την εσωτερική του ζωή. Τη στιγµή όµως που άδειαζαν από το νόηµά τους τις εγκατέλειπε. Ανάµεσα στους δίσκους µεσολαβούν συναυλίες, παραστάσεις, ραδιοφωνικές ή και τηλεοπτικές εκποµπές, όπως το “Ζήτω το ελληνικό τραγούδι”, συνεντεύξεις, η περσόνα του ∆.Σ. και οι δηµόσιες παρεµβάσεις του. Και όταν εξαντλείται αυτό το περίσσευµα ενέργειας, καταλήγει σε µια περίοδο κενού, απόσυρσης, ενδοσκόπησης, µέχρι που σιγά σιγά το έλλειµµα αρχίζει να θησαυρίζει από ζωή».

Για όλα αυτά µιλάει, περισσότερο ή λιγότερο κρυπτικά, στα τραγούδια του, µε υλικό άλλοτε από το προσωπικό κι άλλοτε από το συλλογικό βίωµα. Αλλά µας τα χαρίζει απλόχερα, µέσα από τα γεγονότα της ζωής του και µε τον λόγο του παραµυθά που έχει το χάρισµα να αφηγείται ιστορίες στο «Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύµα», εξηγώντας μας ανάμεσα σε άλλα τι σημαίνει να φτιάχνεις τραγούδια.

«Κάνω λοιπόν τραγουδάκια από τότε σ’ εκείνο το µπλε κρεβατάκι. Και ο ασήκωτος χρόνος γινόταν ξαφνικά ελαφρύς. Εξαερωνόταν. Και από εκεί που δεν περνούσε η ώρα, µετά ούτε που καταλάβαινα πώς περνάει. Ώσπου σηκώνονταν οι µεγάλοι και µε αναλάµβαναν. (…) Αυτό γινόταν σε κάθε ξύπνηµα. Το αστείο είναι ότι κάπως έτσι γινόταν και όταν µεγάλωσα πια και µπήκα στη δουλειά· έφτιαχνα τραγούδια στις αφυπνίσεις µου, ώσπου έρχονταν οι µεγάλοι να µε αναλάβουν: η δισκογραφική εταιρεία, ο διευθυντής του στούντιο, οι µουσικοί, ο ιδιοκτήτης του κλαµπ και όλος ο κόσµος που περίµενε να παρακολουθήσει τα live µου. Μαζί πηγαίναµε έτσι για κάνα δυο χρόνια. Μετά, έπεφτα πάλι σε χειµερία νάρκη, κάποια στιγµή ξυπνούσα, έφτιαχνα τραγούδια, ώσπου έρχονταν πάλι οι µεγάλοι κ.λπ. Μόνο που, όσο περνούσε ο καιρός, αυτά τα διαστήµατα της χειµερίας νάρκης µεγαλώνανε. Έκανα δύο και τρία και τέσσερα χρόνια να ξυπνήσω να γράψω κάτι καινούργιο».

Διονύσης Σαββόπουλος: Κατεβαίνοντας από Θεσσαλονίκη στην Αθήνα, µ’ ένα φορτηγό

«Όλες τις µεγάλες αποφάσεις της ζωής µας, νοµίζω, σε µια νύχτα τις παίρνουµε» (Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύµα)

Η ιστορία του φορτηγού, που είναι και ο τίτλος του πρώτου δίσκου, είναι γνωστή. Με αυτήν ξεκινάει το δοκίµιό του ο ∆. Καράµπελας:

Τη νύχτα εκείνη που ο 19χρονος ∆ιονύσης Σαββόπουλος εγκατέλειψε τη Θεσσαλονίκη, την πατρική εστία και τη φοιτητική του ιδιότητα –ποιος ξέρει µετά από ποιες οδυνηρές αµφιταλαντεύσεις και οικογενειακές συγκρούσεις– ο θρύλος λέει ότι διέσχισε µε ένα περαστικό φορτηγό τον θεσσαλικό κάµπο, προσπαθώντας από το διπλανό κάθισµα να κρατήσει ξύπνιο τον οδηγό µε µικρές µισοπραγµατικές-µισοφανταστικές ιστορίες για τους κοµµατικούς καθοδηγητές του και το φοιτητικό κίνηµα, το τρίγωνο Μίκη Θεοδωράκη-Αριστεράς-ελληνικού τραγουδιού, τα βρετανικά ροκ συγκροτήµατα, την αποτυχηµένη του προσπάθεια να µάθει µουσική σ' ένα συνοικιακό ωδείο και τις παρέες των συµµαθητών του που τον κορόιδευαν όταν επέστρεφε από το µάθηµα, διοπτροφόρος και µε τη θήκη του βιολιού του υπό µάλης. Μέσα σ' ένα πηχτό και αδιαπέραστο σκοτάδι που το διέκοπταν µονάχα οι προβολείς των αυτοκινήτων από το αντίθετο ρεύµα και οι πινακίδες της εθνικής (…) το φορτηγό έφτασε σώο και αβλαβές στον προορισµό του, και ο νεαρός Σαββόπουλος βρέθηκε άστεγος και πένης, χωρίς να γνωρίζει κανέναν, στην Οµόνοια (…) κι αµέσως µετά κατέφυγε στο κέντρο που τραγουδούσε ο Βασίλης Τσιτσάνης και ξόδεψε όλα του τα χρήµατα για να ακούσει την κοµπανία του να του παίζει την «Αρχόντισσα».

Τις περιπλανήσεις εκείνων των χρόνων στην Αθήνα, την εποχή της «χρυσής» µποεµίας και της ενηλικίωσης, τις διαβάζουµε σε πρώτο πρόσωπο στην αυτοβιογραφία του, για µια Αθήνα και για τους ήρωές της που δεν υπάρχουν πια – τεκµήριο µιας ολόκληρης εποχής που όλα άλλαζαν βάζοντας τη χώρα µας σε έναν καινούργιο κόσµο. Τα τραγούδια του «Φορτηγού», που κυκλοφόρησαν στη Lyra το 1966, έχουν µια επαναστατική διάθεση. Όπως έχει πει ο ίδιος: «Ήµουν άλλος ένας έφηβος εναντίον της πραγµατικότητας». Τραγούδια µιας άλλης εποχής και αισθητικής, που ωστόσο µερικά τα τραγουδάµε ακόµα με μελωδίες αγκιστρωμένες στο μυαλό μας (Συννεφούλα, συννεφούλα, να γυρίσεις σου ζητώ, και τριγύρνα µ’ όσους θέλεις κάθε βράδυ…).

Πρωτόλεια, ορµητικά, µε φοβερή ένταση και αδηµονία, αλλά και τρυφερά. Κάποια νεο-κυµατικά όπως το «Μη µιλάς άλλο για αγάπη», κάποια που θυµίζουν οργισµένο Ντίλαν όπως «Οι παλιοί µας φίλοι», άλλα θυµίζουν Μπρασένς, µε µια µελαγχολία για εκείνους που χάνονται, όπως « Τα κορίτσια δυο δυο ΕΤ1 », κι αλλού έχουµε µια ελληνική εκδοχή των protest songs όπως στο «Βιετνάµ γιε γιε». Κι όταν διακωµωδεί την εξουσία λογοκρίνονται, και από τα δεκαεπτά τραγούδια στο σύνολό τους τα πέντε θα βγουν µόνο έναν χρόνο µετά την πτώση της δικτατορίας στο «∆έκα χρόνια κοµµάτια» το 1975, σε εκείνον τον δίσκο που κάνει μια πρώτη αναδρομή των 10 πρώτων χρόνων της δημιουργίας του στη δικογραφία, ξεκινώντας από το πρώτο σινγκλάκι το 1965.

Όταν τα γράφει είναι πολύ νέος, όµως η ποίηση είναι ήδη παρούσα· αλλά και µουσικά τραβάει µια γραµµή. Είναι 22 χρόνων και κάνει κάτι που δεν υπήρχε µέχρι τότε στην Ελλάδα: γράφει τους στίχους και τη µουσική και τραγουδάει ο ίδιος συνοδεύοντας τα τραγούδια µε την κιθάρα του. Όπως ο Μπρελ και ο Μπρασένς παλιότερα, ο Μποµπ Ντίλαν και ο Λέοναρντ Κοέν την ίδια εποχή, εκτός συνόρων πάντα. Η φωνή του είναι βαθιά και βραχνή και έρχεται µε την ορµή από την οποία ξεπήδησε το ροκ της δεκαετίας του ’60.

Με το «Φορτηγό», όπως το περιγράφει ωραία ο ∆.Κ. στο βιβλίο του, ξεκινάει η τρίτη µεγάλη τοµή του ελληνικού τραγουδιού και ο Σαββόπουλος παίρνει τη σκυτάλη στη σειρά των προηγούµενων δηµιουργών, από τον Βασίλη Τσιτσάνη, τον Χατζιδάκι και τον Θεοδωράκη, επινοώντας έναν δικό του δρόµο και µια νέα, δική του γλώσσα. Ο πρώτος τραγουδοποιός, γενάρχης της επόµενης γενιάς Ελλήνων τραγουδοποιών. Τι είναι το σηµαντικό που κληροδοτεί;

«Βλέπουµε ότι οι “συνεχιστές” του τελικά πήραν το µάθηµα ακριβώς του προσωπικού δρόµου: ο Βαγγέλης Γερµανός, ο Βασίλης Νικολαΐδης, οι αδερφοί Κατσιµίχα, ο Νίκος Παπάζογλου, ο Φοίβος ∆εληβοριάς, ο Νίκος Πορτοκάλογλου, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου. Τους ενέπνευσε το είδος του τραγουδοποιού που συνδέει µε αυτόν τον τρόπο το πριν και το τώρα, αλλά δεν τον µιµήθηκαν, βρήκαν ο καθένας τον δικό του δρόµο µέσα από αυτό το πρότυπο», σχολιάζει ο ∆. Καράµπελας. «∆εν υπάρχουν σαββοπουλικά κακέκτυπα, όπως υπήρξαν π.χ. χατζιδακικά».

«Το µεγάλο µάθηµα είναι ακριβώς η προσωπική διακινδύνευση –διότι στον Σαββόπουλο το τραγούδι νοείται ως προσωπική διακινδύνευση–, και σωστά λέει ο ∆ηµήτρης πως καθένας από τους επιγόνους του είναι µια αυτόνοµη προσωπικότητα», συµπληρώνει ο Γιάννης Παλαβός. «Είναι ορισµένοι δηµιουργοί –το λέει κι ο Χατζιδάκις σε µια ωραία συνέντευξη– που φέρουν εξαρχής ένα σύµπαν κι έναν κόσµο δικό τους. Ο Σαββόπουλος είναι ένας από τους µείζονες τραγουδοποιούς του δυτικού κόσµου, που δεν έχει να ζηλέψει κάτι από τον Κοέν ή τον Ντίλαν: είναι τέτοιου µεγέθους. ∆ηµιουργοί όπως αυτοί γεννιούνται έτοιµοι».

Όποιος ενδιαφέρεται πατώντας  athensvoice.gr  θα εμφανιστεί ολόκληρο το άρθρο με τις φωτογραφίες του όπως δημοσιεύτηκε. 

Διαβάστηκε 1105 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 15 Μαΐου 2025 18:32
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση