Ο Duchamp πάλι, παρά την ευφυΐα και το οξύ χιούμορ, εξόρισε πουριτανικά την ηδονή από την τέχνη, τη χαρά του βλέμματος, υποβιβάζοντάς την σε απλή σπαζοκεφαλιά. Θεωρούσε, μ' άλλα λόγια, ως πουριτανός του μοντέρνου και προτεστάντης της έκφρασης την ευχαρίστηση, δηλαδή τη συγκίνηση, αμαρτία.
Ο εξορθολογισμός, τέλος, που καθιστά την τέχνη από μυστήριο διαδικασία, the attitude which becomes form, απέβαλε την συναισθηματική εμπλοκή ενώ η λατρεία του προφανούς κατήργησε το υπερβατικό. Όλα αυτά, μακροπρόθεσμα, σήμαναν και σημαίνουν την αργή διολίσθηση στο ασήμαντο και την τιποτολογία. Σε μια γραφειοκρατία της έκφρασης.
Προσέξτε τώρα αυτό το εξαίρετο φρέσκο που εντόπισα στο μοναστήρι Σαν Μάρκο της Φλωρεντίας, την καθέδρα του Φρα Αντζέλικο. Πρόκειται για ένα αποτοιχισμένο φρέσκο του Φρα Μπαρτολομέο και εικονίζει τον Ιωάννη τον Βαπτιστή, δηλαδή ένα θέμα θρησκευτικό. Μέχρι εκεί όμως! Στην πράξη εκφράζει το βαθύτατα ουμανιστικό πνεύμα της Αναγέννησης, ένα ύφος απόλυτα κλασικό που ανάλογο του μπορούμε να βρούμε μόνο στις τοιχογραφίες των τύμβων της Βεργίνας. Ήθος και λιτότητα μέσων που αποδίδει το αισθητικά μέγιστο. Δηλαδή ό, τι συμβαίνει στη ζωγραφική του τέταρτου αιώνα προ Χριστού! Προσέξτε ακόμα την πολύ λιτή χρωματολογία, τους διάφανους τόνους, το σίγουρο αλλά καθόλου περιγραφικό σχέδιο, την αύρα του προσώπου και συγκρίνετε το, ας πούμε, μιαν αττική λήκυθο. Ή, ακόμα καλύτερα, μ' ένα πρώιμο Φαγιούμ. Να πως θα όριζα το κλασικό. Ως εκείνη τη μορφή τέχνης που η διάρκεια - πιο σωστά η αντοχή της - στα μάτια ενός συνεχώς εναλλασσόμενου κοινού - την καθιστά συνεχώς μοντέρνα.

Σ' ολόκληρη την ιστορία της τέχνης το επικαιρικό διαγκωνίζεται σταθερά με το αιώνιο και η εκάστοτε μόδα με τις λεγόμενες, κλασικές αξίες.
στις σχολές τέχνης όλου του κόσμου αλλά και στους κύκλους των "προοδευτικών" καλλιτεχνών απέναντι στον συρμό της αναβίωσης των ποικίλων κλασικισμών.