Ας ξεκινήσουμε όμως με τον 73χρονο Μυτιληνιό σκηνοθέτη και συχνά και σεναριογράφο δεκαεπτά ταινιών, Νίκο Παναγιωτόπουλο. Από όλες σχεδόν τις ταινίες του που έχω δει, αυτές που έγραψαν εντός μου είναι «Τα χρώματα της Ίριδος» ( 1975), «Ονειρεύομαι τους φίλους μου»(1993), «Ο εργένης» (1997), «Αυτή η νύχτα μένει» ( 1999), «Delivery» (2004) και «Αθήνα Κωνσταντινούπολη» (2008).
Για τη «Λιμουζίνα» ο Παναγιωτόπουλος αναφέρει τα εξής: ««Περιμένοντας ανυπόμονα να ολοκληρωθεί η χρηματοδότηση μιας φιλόδοξης παραγωγής με τίτλο "Η κοιλάδα των ρόδων", έλαβα εντελώς απροσδόκητα με το ταχυδρομείο μια συλλογή διηγημάτων από έναν φίλο μου στο Παρίσι που είχα να τον δω πάνω από 40 χρόνια». Το βιβλίο ήταν του Ζάχου Ε. Παπαζαχαρίου «Περιπέτειες στην Ευρώπη» (εκδόσεις Φαρφουλάς) και συνοδευόταν από το εξής γράμμα του συγγραφέα: «Γεια σου, Νίκο, μετά από δεν ξέρω πόσες δεκαετίες... Σου στέλνω αυτό το βιβλιαράκι με διηγήματα, που εμφανίζονται σκόρπια εδώ κι εκεί, σκηνές από το Σεν Κλοντ και τα καφενεία του Μονπαρνάς. Τα έγραψα κατά καιρούς, καθώς είχα κέφια και αναπολούσα τα πρόσωπα και τα πράγματα της νιότης μας στα Παρίσια, που τελικά δεν ήταν και τόσο άσχημη. Είχε πλάκα και φορές-φορές είχε μεγάλη πλάκα. Ζάχος».
Τα διηγήματα αυτά έδωσαν το έναυσμα στον Παναγιωτόπουλο να ξεκινήσει το γράψιμο ενός σεναρίου, που όπως λέει το ολοκλήρωσε σε δεκαπέντε μέρες, αμέσως βρήκε χρήματα και μετά σαν κάποιος να τον κυνηγούσε έκανε τα γυρίσματα της «Λιμουζίνας». Μια ταινία για την οποία ο Παναγιωτόπουλος ανέφερε πως «ήρθε στην κατάλληλη εποχή μιας κι απελευθερωμένος, λόγω ηλικίας ίσως από ανόητες αναστολές - γιατί όταν είσαι νέος είσαι σοβαροφανής και σκηνοθετείς ιστορίες με μηνύματα, ενώ όσο μεγαλώνεις τόσο πετάς τα βαρίδια και σκηνοθετείς κωμωδίες. Άλλωστε και όπως έλεγε ο Γκοντάρ, το Σινεμά δεν είναι ούτε Τέχνη ούτε Τεχνική. Είναι Μυστήριο. - μπόρεσα να τιμήσω το σινεμά μιας εποχής που οι ταινίες δεν είχαν ακόμη υπογράψει με το κοινό το συμφωνητικό της αληθοφάνειας και δεν ήθελαν να προσποιηθούν το πραγματικό. Η "Λιμουζίνα" είναι μια ταινία με αυτοσχεδιασμούς, με δοκιμές σκέψεων, ένα παιχνίδι με το παράδοξο και μια τολμηρή αυθαιρεσία στο επίπεδο της κινηματογραφικής σύμβασης».
Ο Ζάχος Ε. Παπαζαχαρίου (Αθήνα, 1938), που τον αναφέρει πιο πάνω ο Παναγιωτόπουλος, είναι από τους συμπατριώτες μας εκείνους που θέλω να πιστεύω ότι μου άνοιξαν τα μάτια σε πολλά θέματα. Με ένα εντελώς δικό του ( για τα δικά μου μέτρα) φως, μ’ένα λόγο απλό και μεστό και με επιχειρήματα δυνατά, με έκανε να αισθανθώ τον κόσμο και τον εαυτό μου σαν Ένα, πλάθοντας αυτήν την καθημερινή Ιστορία μας που είναι ζωντανή αλλά χύμα. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 διάβασα για πρώτη φορά το βιβλίο του «Η Πιάτσα». Κι αυτό ήταν, έγινα «δικός του». Τα υπόλοιπα για το Ζάχο μια άλλη φορά, με κάποια άλλη αφορμή.
Όπως αναφέραμε στην αρχή, στην ταινία παίζουν εφτά άνδρες. Παίζει ο Νίκος Κουρής, από τους ηθοποιούς που μου αρέσει και στο σινεμά και στο θέατρο και οι Δημήτρης Καταλειφός, Παύλος Χαϊκάλης, Τάκης Σπυριδάκης, Σταμάτης Φασουλής, Ακύλας Καραζήσης και Στάθης Λιβαθινός, όλοι ένας κι ένας στον τομέα του. Προς το τέλος της ταινίας κάνει και την τελευταία κινηματογραφική εμφάνισή του ο στενός φίλος του Παναγιωτόπουλου, ο σκηνοθέτης Λευτέρης Βογιατζής.

Όσο για την ταινία, όσοι νομίζουν πως το Λιμουζίνα είναι μια κουρσάρα πολυτελείας, σφάλλουν. Λιμουζίνα είναι το παρατσούκλι της Νομικού, που κατάγεται από τη Γαλλική πόλη Λιμόζ και ξέρει κι ελληνικά. Αλλά πώς επιβιβάστηκε στη Λιμουζίνα, «Τελείως ξαφνικά. Ήταν μια έμπνευση του Νίκου Παναγιωτόπουλου. Πήρε μια μέρα τηλέφωνο και μου ζήτησε να βρεθούμε. Στην αρχή νόμιζα ότι μου έκαναν πλάκα, γιατί τον Παναγιωτόπουλο ως σκηνοθέτη τον ήξερα και τον θαύμαζα. Μόλις συναντηθήκαμε μου ζήτησε να παίξω στην καινούργια ταινία του. Έδειξε ότι με εμπιστεύεται απόλυτα και ότι είναι σίγουρος για την επιλογή του, μεταδίδοντάς και σε εμένα αυτήν τη σιγουριά».
Και τι ήθελε από τη Νομικού; Ήθελε να ερμηνεύσω μια Γαλλιδούλα, την Κολέτ, που της αρέσει να μπλέκει με διανοούμενους. Ήθελε να βρεθώ ανάμεσα σε δυο άντρες, έναν Γερμανό και έναν Έλληνα. Να κάνουμε όλοι μαζί ένα ταξίδι από το Παρίσι στην Ελλάδα και στη συνέχεια να επέλεγα ποιόν από τους δύο θέλω. Πάντως στα γυρίσματα ήταν περίεργο το ότι έπρεπε να σκέφτομαι και να αντιδρώ σαν μια άλλη γυναίκα. Τόσο ο κύριος Παναγιωτόπουλος, όσο και ο Νίκος Κουρής, αλλά και οι υπόλοιποι ηθοποιοί με βοήθησαν πολύ στα γυρίσματα. Την ίδια στιγμή μέσα από το ρόλο της Κολέτ προσπάθησα να ενισχύσω κάποια δικά μου στοιχεία: τη δυναμικότητα, την πίστη στον εαυτό μου και το να διεκδικώ αυτό που θέλω. Τελικά είμαι πολύ χαρούμενη που δεν φοβήθηκα στην αρχή και είπα το “ναι”. Πέρασα καταπληκτικά στα γυρίσματα και ανυπομονώ να βγει στους κινηματογράφους από 30 Ιανουαρίου”.
Ερώτηση: Στην ψυχολογία υπάρχει ένας όρος που λέγεται «halo effect», που λαϊκά σημαίνει ότι αν είσαι όμορφος τα πάντα γίνονται πιο εύκολα στη ζωή σου. Το ότι είσαι όμορφη, έκανε τα πάντα απλά στην καριέρα σου;
Απάντηση: Δεν θα το έλεγα. Δεν έχουν έρθει όλα τόσο εύκολα στη ζωή μου. Μπορεί το ξεκίνημα να ήταν ξαφνικό, αλλά στη συνέχεια προσπάθησα πάρα πολύ. Δεν επαναπαύτηκα καθόλου. Ήθελα κάθε φορά να βελτιώνομαι, να δοκιμάζω διαφορετικά πράγματα και να προκαλώ την τύχη μου.
Η επόμενη εμφάνιση της Νομικού είναι σε μία θεατρική παράσταση που σκηνοθετεί η Σοφία Σπυράτου, θα ανεβεί στο Παλλάς κι έχει τίτλο «Ο Τρωικός πόλεμος». Ε, βέβαια, την Ωραία Ελένη παίζει η Νομικού.
Στη φωτό με τα παιδάκια, είναι η Δούκισσα, ο αδελφός της ο Νικήτας και η μητέρα τους η Ούρσουλα.

Τη Δούκισσα Νομικού μέχρι σήμερα δεν τη γνώριζα. Την έμαθα μέσω του σκηνοθέτη Νίκου Παναγιωτόπουλου, που ταινίες του βλέπω από τα μέσα της δεκαετίας του '70. Στη φρέσκια ταινία του «Λιμουζίνα», που μόλις βγήκε στις οθόνες, η Νομικού είναι η μόνη γυναίκα ανάμεσα σε εφτά άντρες. Κι έτσι έψαξα στο διαδίκτυο και έμαθα κάποια πράγματα γι'αυτήν.