Ο Στέλιος Ράμφος, που πέθανε στις 10 Αυγούστου 2026, ήταν ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους και ιδιοσυγκρασιακούς έλληνες στοχαστές των τελευταίων δεκαετιών. Μαρξιστής στα νεανικά του χρόνια, αργότερα βρέθηκε στην κίνηση των στοχαστών του ρεύματος της νεορθοδοξίας ενώ, τις τελευταίες δεκαετίες, διάβασε κριτικά την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας θεωρώντας απαραίτητη μια ουσιαστική εκσυγχρονιστική κατεύθυνση, πρωτίστως της παιδείας και του κράτους.
Είχε γεννηθεί στην Αθήνα το 1939. Έκανε νομικές σπουδές στην Αθήνα και, αργότερα, σπουδές φιλοσοφίας στο Παρίσι. Με θητεία στα κινήματα του γαλλικού Μάη του 1968, δίδαξε κατόπιν στο Πανεπιστήμιο της Βενσέν μέχρι τη Μεταπολίτευση.
Η σχέση του με τη νεορθοδοξία (που εκφράστηκε από προσωπικότητες όπως ο Κωστής Μοσκώφ, ο Χρήστος Γιανναράς, ο Παναγιώτης Νέλλας, ο ίδιος ο Στέλιος Ράμφος, ο Κώστας Ζουράρις κ.ά.) προέκυψε από τις σπουδές του, τα πολιτικά του ενδιαφέροντα και τη μελέτη των πατερικών κειμένων. Περιγράφει ως εξής στον Σάκη Ιωαννίδη (Η Καθημερινή, 3/9/2024) τη σχέση της δικής του σκέψης με τη σκέψη του Χρήστου Γιανναρά:
Με κέντρο και με άξονα το εκκλησιαστικό γεγονός, προσπαθούσε να ελευθερώσει τον Θεό της θρησκείας και της θρησκευτικότητος από μια αντίληψη του Θεού στη Δύση και στα καθ’ ημάς, ως πρώτης αιτίας των πραγμάτων, και περνούσε σε μία σκέψη για τον Θεό, ως πεδίο αυθυπερβάσεως του ανθρώπου, αυτό που ονόμαζε Πρόσωπο. […] Ο Γιανναράς έβλεπε τον άνθρωπο σε ένα επίπεδο σχέσεως με τον άλλο άνθρωπο και αυτό ήταν το Πρόσωπο. Πρόσωπο –άπειρο– ο Θεός, Πρόσωπο και ο άνθρωπος. Δηλαδή, έβλεπε το Πρόσωπο ως υπέρβαση μιας ατομικότητος εγωκεντρικής, την οποία συνδύαζε με τη Δύση. Γι’ αυτό και έδινε πολύ μεγάλη σημασία στην ενορία, ως συμβολικό και πραγματικό στοιχείο και κατ’ επέκταση στην κοινότητα. Μέσα σε αυτήν την προσέγγιση υπήρχε, κατά τη γνώμη μου, ένα κενό, το οποίο αποτελούσε πολλές φορές θέμα συζητήσεως μεταξύ μας. Εκείνος θεωρούσε ότι η ατομικότητα και το ατομικό εγώ είναι η αιτία όλων των κακών στον σημερινό κόσμο, στην Ελλάδα αλλά και στη Δύση. Σκεφτόταν το εγώ ως «κλειστότητα», όχι ως δυνατότητα ανοίξεως. Αυτό έχει μία βάση και μία λογική, αλλά δεν παύει να προϋποθέτει έναν άνθρωπο, μια ατομικότητα της οποίας η εσωτερική άνοιξη πρέπει να είναι μια θεμελιώδης, υπαρξιακή δυνατότητα, κάτι το οποίο εκείνος δεν έβλεπε.
Η σχέση με τους νεορθόδοξους και η αντίληψή του για την ατομικότητα άλλαξε τις αρχικές θεωρήσεις του Στελιου Ράμφου ο οποίος, μετά τη δεκαετία του 1990, αρχίζει να στοχάζεται για τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης Ελλάδας, επιχειρώντας να απαντήσει σε ένα βασικό ερώτημα: γιατί η νεότερη Ελλάδα είναι αυτή που είναι; Οι απαντήσεις πίστευε ότι δεν υπάρχουν μόνο στην πολιτική, στους θεσμούς ή στην οικονομία, αλλά βρίσκονται πιο βαθιά, στις νοοτροπίες, στις παραδόσεις, στη θρησκευτικότητα, στο συναίσθημα, στη σχέση των Ελλήνων με τον χρόνο και με την ίδια την ιδέα της ατομικής ευθύνης. Η ερμηνεία του ελληνισμού και ιδιαίτερα της βυζαντινής κληρονομιάς στη συγκρότηση της νεοελληνικής αυτοσυνειδησίας βρέθηκε στο κέντρο μεγάλου μέρους του έργου του.
Δεν ήταν ένας στοχαστής που απέφευγε τις μεγάλες γενικεύσεις ούτε τις αντιπαραθέσεις. Οι απόψεις του προκάλεσαν συχνά έντονες συζητήσεις, ακριβώς επειδή επιχειρούσε να διαβάσει την ελληνική κοινωνία πέρα από τις τρέχουσες πολιτικές διαιρέσεις. Τον απασχολούσε ιδιαίτερα η δυσκολία της να αλλάξει όχι απλώς θεσμούς και συνθήκες αλλά νοοτροπίες.
Στη συζήτησή του με τον Ανδρέα Πανταζόπουλο και τον υπογράφοντα, που δημοσιεύθηκε στο τεύχος 118, Απρίλιος 2021, του Books' Journal και αναδημοσιεύτηκε στο βιβλίο Κι αυτοί είναι η Ελλάδα, το έλεγε χαρακτηριστικά:
Ένας είναι ο δρόμος: να μάθουμε να αναρωτιόμαστε για μας. Να μην έχουμε την αλήθεια έξω από εμάς. Το μεγάλο μας πρόβλημα είναι ότι ακολουθούμε τυφλά μια αλήθεια έξω από μας και τους μεσίτες της. Ποτέ δεν αναρωτιόμαστε για εμάς τους ίδιους.
Η συζήτηση εκείνη έκλεινε με τις ουσιαστικές προτάσεις του για την ταυτότητα μιας σύγχρονης, ευρωπαϊκής Ελλάδας, μιας χώρας όμως η εσωστρέφεια της οποίας προϋποθέτει την αυτογνωσία της. Πού συναιρούνταν αυτός ο προβληματισμός; Σε δυο έννοιες στις οποίες η χώρα οφείλει να δώσει αποτελεσματικές απαντήσεις: στην παιδεία και στο κράτος. Έλεγε:
Απαιτείται μια στροφή προς τα μέσα, όπου θα παίξουν ρόλο η παιδεία και ο πολιτισμός. Όχι ένας πολιτισμός των αναβατήρων της Ακροπόλεως, αλλά ένας πολιτισμός για τη μεγάλη ανάγκη του ανθρώπου που αναζητά τον εαυτό του έξω, αντί να τον βρίσκει μέσα του. Ταυτόχρονα, απαιτείται η συγκρότηση του κρατικού μηχανισμού, ώστε να ενισχύει τη συνοχή των πραγμάτων. Ώς τώρα έχουμε ένα κράτος το οποίο απλώς έρχεται σε ανταγωνισμό με τις οικογένειες και τις εντοπιότητες. Αλλά πρέπει να πάμε σε ένα κράτος που θα διεκδικήσει συνειδητά και με επιτυχία να είναι ο πολιτικός εγγυητής της κοινωνικής συνοχής. Έχουμε δηλαδή πρόβλημα κράτους και πρόβλημα ατόμου. Ας ρίξουμε λοιπόν το βάρος στην προσπάθεια το άτομο να μάθει την ευθύνη του και στη συνεργασία – που σημαίνει ότι το κρίσιμο δεν είναι απλώς να παρθεί αυτό ή το άλλο μέτρο στο σχολείο, αλλά πώς τα παιδιά από το σχολείο θα μάθουν να συνεργάζονται. Το βλέπετε, στην κοινωνία μας πλειοψηφούν τα ατομικά νοικοκυριά και οι ατομικές επιχειρήσεις – ο καθένας θέλει να είναι αφεντικό, δεν αντέχει τη συνεργασία. Αλλά δεν μπορεί με τέτοιου είδους διαλυτικό πνεύμα να γίνει προκοπή. Ούτε μπορεί να γίνει κράτος όταν η συνοχή είναι μόνο συναισθηματική, που σου την παρέχουν το χάδι και η θωπεία, όχι η κριτική στάση (και η αυτοκριτική στάση απέναντί σου). Επομένως, για μένα, παιδεία και κράτος είναι οι δύο μεγάλοι συντελεστές. Ακόμη δεν το έχουμε σκεφτεί σοβαρά όσο πρέπει. Γίνονται βήματα, αλλά τα υπόγεια ρεύματα κάθε τόσο ανατρέπουν τις πραγματικότητες. Κατά τα άλλα, τίποτα δεν αποκλείει το καλύτερο, αρκεί να το λέμε, να το έχουμε καταλάβει και εμείς που το λέμε καλά και να το εξηγούμε σωστά – γιατί καμιά φορά λες κάτι αλλά δεν το έχεις καταλάβει και καλά για να μπορείς να το πεις όπως πρέπει.
LINKQ
Πηγή: booksjournal.gr
Σ.Δ. Βασίλης Κάλφας, από το fb: Όπως και να έχουν τα πράγματα, δεν νομίζω να είχαμε και πολλούς Ράμφους.
Δεν συνηθίζω να γράφω για όσα δεν ελέγχω. Το δημιουργικό έργο του Ράμφου δεν είμαι εγώ που θα το κρίνω. Δύο πράγματα όμως τα ξέρω. Σπάνιος δάσκαλος. Και ένας από τους πιο μορφωμένους Έλληνες
ΚΑΙ ένα του Manou Lambraki από το fb με θέμα την αντιμετώπιση του Ράμφου τις πρώτες μέρες του θανάτου του
Ο νεκρός δεν είναι πια αντίπαλος
Δεν έχει ακόμη προλάβει να κατακαθίσει η είδηση του θανάτου του Στέλιου Ράμφου και άρχισε, σχεδόν αυτοματικά, η γνώριμη ελληνική «τελετουργία». Όχι εκείνη του αποχαιρετισμού, αλλά εκείνη της κατάταξης. Οι μεν σπεύδουν να ανακηρύξουν τον νεκρό σε μεγάλο στοχαστή, οι δε να αποκαταστήσουν επειγόντως την ιστορική τάξη υπενθυμίζοντας τις πολιτικές του μετατοπίσεις, τις αντιφάσεις, τις υπερβολές, τις ιδεολογικές του συγγένειες και τις κατά καιρούς δημόσιες επιλογές του.
Λες και ο θάνατος δεν αποτελεί πλέον ούτε για λίγες ώρες ένα όριο μπροστά στο οποίο ο δημόσιος λόγος μπορεί να αναστείλει τη βεβαιότητά του.
Λες και ο νεκρός οφείλει, προτού ακόμη ταφεί, να περάσει από το τελευταίο δικαστήριο των κοινωνικών δικτύων, για να αποφασιστεί αν δικαιούται τον σεβασμό μας. Πρόκειται για μία από τις πιο θλιβερές εκδοχές της σύγχρονης ελληνικής πολιτικής κουλτούρας. Δεν αρκεί να έχουμε αντιπάλους όσο ζουν. Τους χρειαζόμαστε αντιπάλους ακόμη και νεκρούς.
Αυτή η βιασύνη δεν αποτελεί απόδειξη κριτικής εγρήγορσης. Φανερώνει κάτι πολύ βαθύτερο και περισσότερο ανησυχητικό. Την αδυναμία μας να αναγνωρίσουμε περιοχές της ανθρώπινης εμπειρίας που δεν μπορούν να απορροφηθούν ολοκληρωτικά από την πολιτική σύγκρουση. Στον ψηφιακό μας πολιτισμό όλα οφείλουν να μετατραπούν αμέσως σε θέση. Ο πόνος γίνεται θέση, η απώλεια θέση, η κηδεία θέση, ακόμη και η σιωπή ερμηνεύεται ως θέση.
Ο θάνατος παύει έτσι να αποτελεί το μεγάλο όριο της ανθρώπινης αυτάρκειας και μετατρέπεται σε ακόμη μία ευκαιρία παραγωγής περιεχομένου. Ο νεκρός δεν προλαβαίνει να γίνει απών. Παραμένει ψηφιακά παρών ως πρώτη ύλη για τον επόμενο γύρο της αντιπαράθεσης. Και αυτό που εμφανίζεται ως αμείλικτη κριτική δεν είναι πάντοτε γενναιότητα. Ενίοτε είναι η πιο ασφαλής μορφή επιθετικότητας, επειδή απευθύνεται σε εκείνον που δεν διαθέτει πλέον τη δυνατότητα της απάντησης.
Δεν χρειάζεται, επομένως, να κατασκευάσουμε σήμερα έναν άσπιλο Στέλιο Ράμφο. Θα ήταν προσβολή και προς τον ίδιο και προς τη σκέψη. Ο Ράμφος υπήρξε κατεξοχήν άνθρωπος των μετατοπίσεων. Χάρισε, όπως ο ίδιος έγραψε, την ύστερη εφηβεία και τα φοιτητικά του χρόνια στον μαρξισμό. Έφυγε στο Παρίσι, συνάντησε τον Κορνήλιο Καστοριάδη, πέρασε μέσα από την εμπειρία και το αδιέξοδο του 1968, στράφηκε στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία και κατόπιν στην πατερική σκέψη. Αναζήτησε στους αναχωρητές της ερήμου, στον Συμεών τον Νέο Θεολόγο, στον Πλάτωνα και στον Αριστοτέλη όχι αρχαιολογικά κατάλοιπα ενός ένδοξου παρελθόντος αλλά δυνατότητες μιας άλλης κατανόησης του ανθρώπου. Επιχείρησε επί δεκαετίες να διαβάσει τον ελληνισμό ως εκκρεμές ανάμεσα στο πρόσωπο και στο άτομο, στο Εγώ και στο Εμείς, στην Ανατολή και στη Δύση, στην παράδοση και στη νεωτερικότητα.
Και ύστερα μετακινήθηκε ξανά. Ο στοχαστής που είχε αναζητήσει στην πατερική εμπειρία μια δυνατότητα υπέρβασης του δυτικού ατομοκεντρισμού άρχισε να μιλά όλο και περισσότερο για την ελληνική αδυναμία εξατομίκευσης. Ο άνθρωπος που είχε υπερασπιστεί την ιδιοπροσωπία της καθ’ ημάς Ανατολής έγινε αυστηρότερος απέναντι στις καθηλώσεις της. Ο ερμηνευτής του Γεροντικού στράφηκε προς την ψυχανάλυση και προς την ανίχνευση ενός συλλογικού ελληνικού φαντασιακού. Ο κριτικός της δυτικής μονομέρειας έφθασε να θεωρεί τη δυτική ιστορικότητα αναγκαίο όρο για την έξοδο της ελληνικής κοινωνίας από την καθήλωση. Οι μετατοπίσεις αυτές είναι πραγματικές. Δεν χρειάζεται ούτε να τις αποκρύψουμε ούτε να τις εξωραΐσουμε.
Θα μπορούσε μάλιστα κανείς να ασκήσει πολύ αυστηρή κριτική στον ύστερο Ράμφο. Να υποστηρίξει ότι ορισμένες από τις διαγνώσεις του για τους Έλληνες απέκτησαν κάποτε την ευκολία μιας γενικευμένης πολιτισμικής ψυχολογίας. Ότι η έννοια του «ελλείμματος εαυτού», ενώ μπορούσε να λειτουργήσει ως γόνιμο ερμηνευτικό εργαλείο, κινδύνευε να μετατραπεί σε καθολικό κλειδί που άνοιγε όλες τις πόρτες ακριβώς επειδή δεν άνοιγε καμία συγκεκριμένη. Ότι ορισμένες πολιτικές του προσεγγίσεις έδωσαν την εντύπωση πως η κριτική της ελληνικής καθυστέρησης συναντούσε υπερβολικά εύκολα την αυτοπεποίθηση του εκσυγχρονιστικού λόγου. Ότι ο άνθρωπος που κάποτε έψαχνε στην παράδοση το ανεκπλήρωτο μέλλον της έφθασε ορισμένες φορές να την αντιμετωπίζει περισσότερο ως βάρος από το οποίο έπρεπε να απελευθερωθούμε. Αυτή η κριτική όχι μόνο επιτρέπεται. Επιβάλλεται, αν πρόκειται το έργο του να συνεχίσει να διαβάζεται σοβαρά.
Αλλά άλλο πράγμα η κριτική και άλλο η μεταθανάτια εκδίκηση. Άλλο η αποτίμηση ενός έργου και άλλο η βιασύνη να καταθέσουμε πάνω στον ακόμη ανοιχτό τάφο το παλαιό μας κομματικό παράπονο. Και η διάκριση αυτή είναι περισσότερο πολιτική απ’ όσο φαίνεται.
Δημοκρατικός πολιτισμός δεν είναι μόνο η ελευθερία να μιλάς. Είναι και η ικανότητα να γνωρίζεις ότι δεν είναι κάθε στιγμή κατάλληλη για κάθε λόγο. Η ελευθερία χωρίς αυτοπεριορισμό καταλήγει εύκολα σε πολιτισμική αγριότητα.
Το γεγονός ότι μπορώ να γράψω κάτι τη στιγμή που πληροφορούμαι τον θάνατο ενός ανθρώπου δεν σημαίνει ότι οφείλω και να το γράψω.
Μεταξύ λογοκρισίας και αμετροέπειας υπάρχει μια παλαιά λέξη την οποία ο ψηφιακός κόσμος δυσκολεύεται ολοένα περισσότερο να κατανοήσει: μέτρο.
Και είναι σχεδόν τραγικά ειρωνικό ότι αυτό συμβαίνει στον Ράμφο. Ένας άνθρωπος που αφιέρωσε δεκαετίες προσπαθώντας να περιγράψει την ελληνική δυσκολία συγκρότησης του εαυτού πέρα από την ασφάλεια της ομάδας, γίνεται μετά τον θάνατό του αντικείμενο ακριβώς αυτής της παραταξιακής ανάγκης. Δεν ρωτούμε πρώτα τι έγραψε. Ρωτούμε με ποιους ήταν. Δεν αναμετριόμαστε με την ερμηνεία του. Αναζητούμε τη φωτογραφία, τη συνέντευξη, την πολιτική συνύπαρξη, την υποστήριξη σε ένα δημοψήφισμα, την παρουσία δίπλα σε έναν πρωθυπουργό ή έναν αρχηγό κόμματος. Η πνευματική βιογραφία μετατρέπεται έτσι σε φάκελο πολιτικών φρονημάτων. Και τότε ο Ράμφος παύει να είναι ο συγγραφέας που πέρασε από τον Μαρξ στον Παύλο, από τον Αριστοτέλη στο Γεροντικό και από την αναζήτηση του προσώπου στο αίτημα της εξατομίκευσης. Γίνεται απλώς «δικός μας» ή «δικός τους».
Αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο η πολιτική παύει να αποτελεί κοινό χώρο και μετατρέπεται σε ταυτοτική θεολογία χωρίς Θεό. Αποκτά αιρετικούς και ορθοδόξους, αποστάτες και πιστούς, αφορισμούς και αναθέματα, αλλά δεν διαθέτει πλέον ούτε συγχώρηση ούτε έσχατο όριο. Απαιτεί από τον άνθρωπο να παραμείνει μέχρι τέλους πιστός στην πρώτη του πολιτική ταυτότητα, σαν κάθε μεταβολή να συνιστά ηθική προδοσία. Ο μαρξιστής πρέπει να πεθάνει μαρξιστής, ο συντηρητικός συντηρητικός, ο αριστερός αριστερός, ο ευρωπαϊστής ευρωπαϊστής. Διαφορετικά ολόκληρη η μεταγενέστερη ζωή του διαβάζεται ως αποστασία. Πρόκειται για βαθιά αντιπνευματική απαίτηση. Γιατί η σκέψη, όταν παραμένει ζωντανή, δεν ορκίζεται αιώνια πίστη στον εαυτό που υπήρξαμε στα είκοσι ή στα σαράντα μας χρόνια. Η σκέψη δοκιμάζει ακόμη και την ταυτότητά της.
Ο ίδιος ο Ράμφος προσφέρεται παραδειγματικά για αυτή τη συζήτηση. Μπορεί κανείς να θεωρήσει ότι οι μεταστροφές του υπήρξαν γόνιμες ή ότι ορισμένες κατέληξαν σε αδιέξοδο. Μπορεί να πιστεύει ότι ο πρώιμος Ράμφος ήταν βαθύτερος από τον ύστερο ή ακριβώς το αντίθετο. Μπορεί να θεωρεί τους «Πελεκάνους Ερημικούς» κορυφαία στιγμή του και τις μεταγενέστερες ψυχολογικές ερμηνείες της Ελλάδας υπερβολικές. Αλλά θα ήταν πνευματικά ευτελές να συμπιέσει περισσότερα από πενήντα χρόνια συγγραφικής περιπέτειας σε μία κομματική ταμπέλα. Η αξία μιας σκέψης δεν μετριέται από το αν ο δημιουργός της παρέμεινε πιστός στο στρατόπεδο στο οποίο τον γνωρίσαμε. Μετριέται και από την ένταση των ερωτημάτων που αφήνει πίσω του, ακόμη και όταν οι απαντήσεις του αποδεικνύονται ανεπαρκείς.
Η θεολογία, ωστόσο, μας υποχρεώνει να πάμε ακόμη βαθύτερα. Μπροστά στον θάνατο η Εκκλησία δεν ζητεί από τον άνθρωπο να παρουσιάσει συνεπές βιογραφικό. Δεν ελέγχει αν παρέμεινε αμετακίνητος στις ιδέες του ούτε συντάσσει κατάλογο ορθών και λανθασμένων δημόσιων παρεμβάσεων. Προσεύχεται «μετά των αγίων ανάπαυσον» όχι επειδή ανακηρύσσει κάθε νεκρό άγιο, αλλά επειδή αρνείται να αναγνωρίσει στον εαυτό της το δικαίωμα της τελευταίας ετυμηγορίας. Η προσευχή για τον κεκοιμημένο είναι μία από τις ριζικότερες πράξεις ταπεινώσεως της ανθρώπινης κρίσεως. Ο άνθρωπος παραδίδεται πλέον σε ένα βλέμμα που δεν γνωρίζει αποσπάσματα, δημόσιες περσόνες, κομματικές ταυτότητες και επιλεγμένες φράσεις. Γνωρίζει το πρόσωπο στην ολότητά του.
Γι’ αυτό ο σεβασμός προς τον νεκρό δεν σημαίνει λήθη. Ούτε σημαίνει ότι ο θάνατος εξαγνίζει τις ιδέες. Η χριστιανική στάση απέναντι στον θάνατο δεν είναι μια συναισθηματική αναστολή της αλήθειας. Είναι η αναγνώριση ότι η αλήθεια για ένα ανθρώπινο πρόσωπο υπερβαίνει απείρως το άθροισμα των δημόσιων τοποθετήσεών του. Ο άνθρωπος δεν εξαντλείται σε όσα έγραψε, ψήφισε, υποστήριξε ή αναθεώρησε. Και ακριβώς εδώ η θεολογία αντιστέκεται στην πιο βίαιη τάση της ψηφιακής εποχής, στην πεποίθηση ότι ένας άνθρωπος μπορεί να συμπυκνωθεί σε ένα αρχείο δηλώσεων και στη συνέχεια να καταδικαστεί ή να αθωωθεί από ένα πλήθος που δεν τον γνώρισε ποτέ.
Η Εκκλησία, άλλωστε, έχει μια συγκλονιστική λέξη για τους νεκρούς. Τους ονομάζει κεκοιμημένους. Η λέξη δεν ωραιοποιεί τον θάνατο. Τον τοποθετεί όμως μέσα σε έναν διαφορετικό ορίζοντα. Εκεί όπου η πολιτική βλέπει την τελική αδυναμία του αντιπάλου να απαντήσει, η θεολογία βλέπει έναν άνθρωπο που έχει εξέλθει από τη δικαιοδοσία της ανθρώπινης αντιδικίας. Δεν σημαίνει ότι το έργο του εξέρχεται μαζί του. Τα βιβλία παραμένουν. Οι ιδέες παραμένουν. Οι αντιφάσεις παραμένουν. Η κριτική παραμένει. Εκείνος όμως δεν βρίσκεται πια απέναντί μας ως αντίπαλος. Και αυτή η διάκριση, τόσο απλή και τόσο δύσκολη, αποτελεί δοκιμασία πολιτισμού.
Θα έρθει λοιπόν η ώρα να ξαναδιαβαστεί ο Ράμφος χωρίς τη συναισθηματική φόρτιση της ημέρας του θανάτου του. Να εξεταστεί αν πράγματι κατόρθωσε να γεφυρώσει τον αρχαίο με τον χριστιανικό ελληνισμό ή αν κατασκεύασε μια υπερβολικά συνεκτική συνέχεια. Να εξεταστεί η ανάγνωσή του για το πρόσωπο, η σχέση του με την πατερική σκέψη, η μεταγενέστερη στροφή του προς την εξατομίκευση, η ψυχαναλυτική του προσέγγιση του ελληνικού συλλογικού φαντασιακού, οι πολιτικές του παρεμβάσεις, ακόμη και η ενδεχόμενη απόσταση ανάμεσα στον Ράμφο που αναζητούσε στην παράδοση μια πηγή μέλλοντος και στον Ράμφο που αργότερα έβλεπε μέσα της μηχανισμούς καθήλωσης. Αυτή θα είναι η πραγματική τιμή προς έναν στοχαστή. Να μη φοβηθούμε να τον διαβάσουμε εναντίον του εαυτού του.
Αλλά όχι σήμερα με όρους διαδικτυακού λιντσαρίσματος. Όχι με τη χαιρεκακία εκείνου που περίμενε τον θάνατο για να παρουσιάσει τον τελικό λογαριασμό. Όχι με τη βιασύνη να αποδείξουμε ότι ένας νεκρός υπήρξε πολιτικά ένοχος επειδή κάποτε βρέθηκε κοντά σε ανθρώπους που εμείς αποστρεφόμαστε. Γιατί τότε η κριτική δεν αφορά πια τον Ράμφο. Αφορά εμάς. Αποκαλύπτει μια κοινωνία που δεν μπορεί να πενθήσει χωρίς να πολωθεί, να αποχαιρετήσει χωρίς να ταξινομήσει, να θυμηθεί χωρίς να δικάσει. Μια κοινωνία που φοβάται τόσο πολύ τη σιωπή, ώστε χρειάζεται να τη γεμίσει αμέσως με την ηχώ του παλαιού της θυμού.
Κάποτε ο πολιτισμός αρχίζει από πολύ λιγότερα από όσα φανταζόμαστε. Από το να μη θεωρούμε κάθε θάνατο ευκαιρία για την επιβεβαίωση της δικής μας ορθότητας. Από το να μπορούμε να πούμε για κάποιον «διαφώνησα βαθιά μαζί του» και αμέσως μετά να σωπάσουμε. Από το να αντιληφθούμε ότι η ευπρέπεια δεν είναι ιδεολογική υποχώρηση και ότι ο σεβασμός δεν αποτελεί πολιτική συμφωνία. Από το να δεχθούμε πως η τελευταία λέξη για έναν άνθρωπο δεν μας ανήκει.
Ο Ράμφος είχε γράψει ότι «η πιο δυνατή πρωτοτυπία είναι η οικειοποίηση». Ίσως λοιπόν, την ημέρα του θανάτου του, να άξιζε να οικειοποιηθούμε μία αλήθεια πολύ παλαιότερη από όλους τους πολιτικούς μας καβγάδες. Ότι η ανθρώπινη ύπαρξη είναι μεγαλύτερη από την παράταξή της. Ότι κανένα πρόσωπο δεν εξαντλείται στις ιδέες με τις οποίες συμφωνήσαμε ή διαφωνήσαμε. Ότι μπροστά στο αμετάκλητο του θανάτου η σιωπή δεν είναι έλλειψη επιχειρημάτων αλλά γνώση του μέτρου.
Και κυρίως αυτό: ο νεκρός δεν είναι πια αντίπαλος.
Το έργο του είναι εδώ. Ας το κρίνουμε αυστηρά.
Ας του επιτρέψουμε, τουλάχιστον, να φύγει.
Φωτογραφία: Σπύρος Στάβερης