Η οικογενειακή του ιστορία ήταν επίσης σημαδεμένη από την πολιτική βία της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Ο πατέρας του πέθανε ύστερα από ξυλοδαρμό, σε μια περίοδο όπου οι πολιτικές πεποιθήσεις μπορούσαν να κοστίσουν ακόμη και τη ζωή.
Ίσως γι’ αυτό η φωνή του δεν χρειάστηκε ποτέ να «εξηγήσει» τον κόσμο των φτωχών. Τον γνώριζε. Και ακριβώς εκεί βρίσκεται η μεγάλη του δύναμη. Ο Καζαντζίδης έγινε ο τραγουδιστής μιας κοινωνικής πλειοψηφίας που έβγαινε από τον πόλεμο και τον Εμφύλιο, μετακινούνταν από την ύπαιθρο στις πόλεις, έφευγε μετανάστης στη Γερμανία, στο Βέλγιο, στην Αμερική, δούλευε στα εργοστάσια και στα γιαπιά και έστελνε χρήματα πίσω στην οικογένεια. Τα τραγούδια του ταξίδεψαν μαζί με αυτούς τους ανθρώπους. Έγιναν ηχητικό καταφύγιο για τον μετανάστη που άφηνε πίσω του μάνα, πατέρα, σύντροφο και παιδιά.
Η ξενιτιά στον Καζαντζίδη δεν ποτέ δεν ήταν τουριστική εικόνα. Είναι κοινωνική συνθήκη. Είναι το αποτέλεσμα μιας χώρας που δεν μπορούσε να κρατήσει τους ανθρώπους της και μιας οικονομίας που ανάγκαζε ολόκληρες γενιές να αναζητήσουν αλλού το μεροκάματο. Γι’ αυτό και τα τραγούδια του δεν ανήκουν μόνο σε εκείνους που έφυγαν. Ανήκουν και σε εκείνους που έμειναν πίσω, περιμένοντας.
Το ίδιο ισχύει για τον εργάτη. Στον Καζαντζίδη η εργασία δεν παρουσιάζεται ως αφηρημένη αξία, αλλά ως μόχθος, εξάντληση και ανάγκη. ΟΣτελάραςχαρακτηρίζεται ως έναν από τους σημαντικότερους ερμηνευτές που εξέφρασαν τον «μόχθο του εργάτη» και το παράπονο του φτωχού για το άδικο. Ήδη από τη δεκαετία του ’50, συνεργασίες του με συνθέτες όπως ο Γιώργος Μητσάκης συνδέθηκαν με κοινωνικά τραγούδια που έθιγαν τη δύσκολη θέση των λαϊκών στρωμάτων.
Υπάρχει, βέβαια, ένας κίνδυνος όταν μιλάμε σήμερα για τον Καζαντζίδη: να μετατρέψουμε τη λαϊκή του απήχηση σε πολιτικό σύνθημα. Να τον βαφτίσουμε εκ των υστέρων «δικό μας» ή «δικό τους». Ο Καζαντζίδης δεν χρειάζεται τέτοιες βεβαιότητες. Δεν ήταν πολιτικός τραγουδιστής με τη στενή έννοια. Ήταν, όμως, βαθιά πολιτικός με έναν διαφορετικό τρόπο: επειδή έδωσε χώρο και φωνή σε ζωές που η κυρίαρχη αφήγηση συχνά αντιμετώπιζε ως στατιστικές.
Και υπάρχει ακόμη κάτι που τον φέρνει πιο κοντά σε μια αριστερή ανάγνωση: η σύγκρουση του με τη δισκογραφική βιομηχανία για τα δικαιώματα και τα ποσοστά των καλλιτεχνών. Η πολυετής διαμάχη του με τις εταιρείες δεν ήταν απλώς μια προσωπική ιδιοτροπία ενός δύσκολου ανθρώπου. Ανέδειξε ένα ερώτημα που παραμένει επίκαιρο: ποιος τελικά καρπώνεται την αξία της εργασίας του δημιουργού και του ερμηνευτή;
Σήμερα, σε μια εποχή νέων μεταναστεύσεων, εργασιακής ανασφάλειας και διευρυνόμενων ανισοτήτων και διευρυμένων ανακατατάξεων, ο Καζαντζίδης ακούγεται ξανά αλλιώς. Όχι ως μουσειακό είδωλο, αλλά ως υπενθύμιση ότι το λαϊκό τραγούδι μπορεί να λειτουργήσει ως αρχείο των από κάτω. Να διασώζει τη μνήμη εκείνων που δούλεψαν, έφυγαν, περίμεναν, πένθησαν, ερωτεύτηκαν και πάλεψαν χωρίς να γράψει κανείς γι’ αυτούς στα βιβλία της επίσημης ιστορίας.
Είκοσι πέντε χρόνια μετά τον θάνατό του, αυτό ίσως είναι το σημαντικότερο που μένει από τον Στέλιο Καζαντζίδη: όχι ο μύθος του «Στελάρα», αλλά η φωνή. Μια φωνή που, μέσα από το λαϊκό τραγούδι, υπενθυμίζει πως πίσω από κάθε «καημό» υπάρχει μια κοινωνική ιστορία. Και πως η αξιοπρέπεια των ανθρώπων που δε είχαν πολλά, παρά μόνο τη δουλειά,την αγάπη και την ελπίδα τους, αξίζει να ακούγεται δυνατά.
Πηγή: epohi.gr
Σ.Δ Και 13+5 από τα πολλά τραγούδια του που με συνάρπαζαν φτιάχνοντάς με κάθε φορά ευδαιμόνως μέχρι σήμερα και γι'αυτό εξακολουθώ να νιώθω μαζί τους σαν το σπίτι μου
Η ζωή μου όλη 1974, στίχοι- μουσική Άκης Πάνου
Το θολωμένο μου μυαλό, 1974, στίχοι - μουσική Άκης Πάνου
Το τελευταίο βράδυ μου , 1959, στίχοι Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, μουσική Στέλιος Καζαντζίδης
Υπάρχω, 1975, στίχοι Πυθαγόρας, μουσική Χρήστος Νικολόπουλος
Δεν θα ξαναγαπήσω , 1971, στίχοι Λευτέρη Παπαδόπουλου, μουσική Μάνου Λοΐζου
Βραδιάζει , 1992, στίχοι Σιώτια Τσώτου, μουσική Χρήστος Νικολόπουλος
Ό,τι αγαπάω εγώ πεθαίνει , 1962, στίχοι Γιώργος Σαμολαδάς, μουσική Απόστολος Καλδάρας
Ζιγκουάλα , 1958, στίχοι Νίκος Μουρκάκος, μουσική Στέλιος Καζαντζίδης
Το αγριολούλουδο , 1968, στίχοι Πυθαγόρας, μουσική Χρήστος Νικολόπουλος
Αλλοτινές μου εποχές 1969, στίχοι Ρέα Μανέλη, μουσική Απόστολος Καλδάρας
Πάρε τα χνάρια μου , 1969, στίχοι Κώστας Βίρβος, μουσική Θόδωρος Δερβενιώτης
Νυχτερίδες κι αράχνες 1974, στίχοι Κώστα Βίρβου, μουσική Χρήστου Νικολόπουλου
Μια παλιά ιστορία 1962, στίχοι Κώστας Βίρβου, μουσική Στέλιου Καζαντζίδη ( β'φωνή Βίκυ Μοσχολιού)
+ 5 δώρα ιδιαίτερα για αυτούς που συνεχίζουν να τα αγαπάνε
Σήκω χόρεψε κουκλί μου 1960, στίχοι μουσική Στέλιος Καζαντζίδης
Αυτή η νύχτα μένει 1970, στίχοι μουσική Στέλιος Καζαντζίδης
Κάτω από το πουκάμισό μου 1975, στίχοι Πυθαγόρας, μουσική Χρήστος Νικολόπουλος
Γυάλινος κόσμος 1973, στίχοι Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, μουσική Απόστολος Καλδάρας
Bekledim de Gelmedin - Σε περίμενα και δεν ήρθες (ένα από τα λίγα αγαπημένα της μάνας μου)

Στέφανος Συνοδινός.