Κυριακή Μπεϊόγλου. Ο σπουδαίος Βρετανός μυθιστοριογράφος Ιαν ΜακΓιούαν ( Άλντερσοτ, 50χιλ νοτιοδυτικά του Λονδίνου, 1948) ανατέμνει την κλιματική «παραφροσύνη», την έκρηξη της Τεχνητής Νοημοσύνης και τον «μεταφυσικό ζόφο» που απειλεί τον 21ο αιώνα.
Συνάντησα τον κορυφαίο Βρετανό συγγραφέα Ιαν ΜακΓιούαν ένα πρωινό στο ξενοδοχείο του στην Αθήνα, λίγες ώρες πριν από την εμφάνισή του στο Μέγαρο Μουσικής (σε μια εκδήλωση του ΕΛΙΒΙΠ). Ο κάτοχος του Βραβείου Booker (1998) για το μυθιστόρημα «Αμστερνταμ», έξι φορές υποψήφιος για τον ίδιο θεσμό, παρασημοφορημένος με τον ύψιστο τίτλο του Companion of Honour (2023) και σταθερά υποψήφιος για το Νόμπελ Λογοτεχνίας, θεωρείται σήμερα ένας «ζωντανός κλασικός».
Στην Ελλάδα, το αναγνωστικό κοινό έχει συνδεθεί βαθιά με τη γραφή του μέσα από τα εμβληματικά του βιβλία που κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Πατάκη, όπως η συγκλονιστική «Εξιλέωση», το νευρώδες «Σάββατο», τα πολυσέλιδα «Μαθήματα» και οι φουτουριστικές «Μηχανές σαν εμένα».
Παρά το δέος που προκαλεί η πνευματική του εμβέλεια, ο Ιαν ΜακΓιούαν είναι ένας άνθρωπος απλός, ευχάριστος και γεμάτος ενθουσιασμό για τη συζήτησή μας. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, με αφορμή το ολοκαίνουργιο αριστούργημά του «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε» (σε μετάφραση Κατερίνας Σχινά), γελάσαμε πολλές φορές με το αιχμηρό, πνευματώδες χιούμορ του, αλλά υπήρξαν στιγμές που η φωνή του χαμήλωσε αισθητά, εμφανώς συγκινημένη. Ηταν οι στιγμές που ο 78χρονος στοχαστής ανακαλούσε την απώλεια των παλιόφιλων της γενιάς του, ψιθυρίζοντας τη φράση του Βιργίλιου ότι «τα δάκρυα βρίσκονται στη βαθύτερη φύση των πραγμάτων».
Στο νέο σας μυθιστόρημα, «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε», εισάγετε τον όρο «μεταφυσικός ζόφος», σαν να επικρατεί σήμερα με κάποιο τρόπο…
Θεωρώ ότι αυτός ο ζόφος αποτελεί έναν πραγματικό, απτό κίνδυνο, αλλά δεν είναι ακόμη οριστικός, δεν είναι πολύ αργά για να αλλάξει. Νομίζω ότι το βασικό χαρακτηριστικό αυτού του μεταφυσικού ζόφου αποτυπώνεται όταν ανατρέπεται ένα θεμελιώδες ερώτημα. Μέχρι πρόσφατα, περιμένατε ότι τα παιδιά και τα εγγόνια σας θα είχαν μια καλύτερη ζωή από εσάς. Σήμερα, η απάντηση των περισσότερων ανθρώπων σε αυτό είναι ένα ξεκάθαρο «όχι». Αυτή η διαπίστωση, από μόνη της, μετατρέπεται σε ένα τεράστιο εμπόδιο για οποιαδήποτε ιδέα προόδου.
Ακόμα και στα πανεπιστήμια, η έννοια της προόδου αμφισβητείται πλέον ριζικά. Ισως αυτό να συμβαίνει επειδή τη θεωρούμε απομεινάρι εκείνης της γραμμικής, ατέρμονης προόδου που ευαγγελιζόταν ο 18ος αιώνας – μια ιδέα που, έτσι κι αλλιώς, είναι ταυτόχρονα αφελής και ανήθικη.
Αυτή η «μεταφυσική μαυρίλα» είναι ένας κίνδυνος εξίσου μεγάλος με εκείνον της κλιματικής αλλαγής, επειδή μας στερεί τη φιλοδοξία για μια θετική αλλαγή. Είναι κάτι εξαιρετικά ύπουλο. Δεν επηρεάζει μόνο τους επιστήμονες και τους διανοούμενους. Ακούω συνηθισμένους ανθρώπους στο λεωφορείο να λένε: «Δεν περιμένω τα παιδιά μου να ζήσουν καλύτερα από μένα». Ξέρω ότι ακούγομαι σαν ένας βαρετός πολιτικός της Κεντροαριστεράς, αλλά οφείλω να το πω: η καθολική αμφισβήτηση της προόδου λειτουργεί στην εποχή μας σαν δηλητήριο.
Στον μελλοντικό κόσμο που χτίσατε, η νεότερη γενιά μάς βλέπει ως ηλίθιους που κατέστρεψαν τον πλανήτη. Σας τρομάζει το πώς θα μας «δει» το μέλλον;
Ναι, πράγματι ανησυχώ βαθύτατα για το πώς θα μας κρίνει το μέλλον. Κοιτάξτε την κλιματική αλλαγή: γνωρίζουμε ποιο είναι το πρόβλημα, γνωρίζουμε πώς να το λύσουμε και στην πραγματικότητα δεν υφίσταται κανένα ενεργειακό πρόβλημα. Κάθε μέρα, τρισεκατομμύρια φωτόνια φτάνουν στη Γη από τον ήλιο. Με μερικά ηλιακά πάνελ μπορούμε να τα μετατρέψουμε απευθείας σε ηλεκτρόνια, σε ενέργεια. Αν ερχόταν ένας εξωγήινος στον πλανήτη μας σήμερα, θα αναρωτιόταν: «Ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημά σας;»
Θα μας έλεγε ότι, ενώ μπορείτε σχεδόν σαν από θαύμα να μετατρέψετε το ηλιακό φως σε ρεύμα για να κινείτε τα μηχανήματά σας, εσείς επιλέγετε να χρησιμοποιείτε το 40% των πλοίων του παγκόσμιου στόλου σας απλώς για να μεταφέρετε κάρβουνο, πετρέλαιο και αέριο από τη μια άκρη της Γης στην άλλη. Γιατί λοιπόν επιμένουμε στις εξορύξεις ορυκτών καυσίμων, όταν οι κίνδυνοι της υπερθέρμανσης του πλανήτη είναι επιστημονικά αποδεδειγμένοι;
Οι άνθρωποι του μέλλοντος θα έχουν κάθε δίκιο να μας βλέπουν σαν μια γενιά που στερούνταν παντελώς ηθικής συνείδησης. Η επόμενη γενιά θα μας βλέπει ως «ηθικά ηλίθιους».
Ο πρωταγωνιστής σας, είναι λόγιος των ανθρωπιστικών επιστημών. Είναι αυτή η επιλογή ο δικός σας φόρος τιμής στις ανθρωπιστικές σπουδές;
Επέλεξα η ιστορία να εκτυλίσσεται 100 χρόνια μετά, επειδή είναι ένα χρονικό διάστημα που δεν απέχει πολύ από το τώρα. Οι ανθρωπιστικές σπουδές βρίσκονται πάντα σε κρίση, η χρηματοδότηση για αυτές είναι διαρκώς ελλιπής. Η μελέτη της ποίησης, της λογοτεχνίας, των καλών τεχνών και της μουσικής απειλείται μόνιμα μέσα στα σύγχρονα πανεπιστήμια.
Χθες στεκόμουν στην Αθήνα, στο ίδιο ακριβώς σημείο όπου αιώνες πριν στέκονταν ο Σωκράτης και ο Πλάτωνας στην Ακαδημία – στην ίδια την απαρχή της έννοιας του πανεπιστημίου. Αυτά τα ιδρύματα έχουν αντέξει πολέμους και ολοκληρωτικές καταστροφές, κι όμως στέκουν ακόμη όρθια. Αργότερα, η μεσαιωνική Ευρώπη άρχισε να τους δίνει μια πιο επίσημη, θεσμική μορφή. Κατά τη γνώμη μου, ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα για την ελεύθερη σκέψη στην Ευρώπη υπήρξε ανέκαθεν ο χριστιανικός δογματισμός, ο οποίος στο πέρασμά του κατέστρεψε κάθε άλλο θεό, κάθε άλλη εναλλακτική έννοια.
Πιστεύω ακράδαντα ότι τα πανεπιστήμια, ως θεματοφύλακες της γνώσης και των ανθρωπιστικών αξιών, θα επιβιώσουν περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον θεσμό.

Λέτε οι ανθρωπιστικές σπουδές να συνεχίσουν να υποχρηματοδοτούνται ακόμα και σε αυτό το μακρινό μέλλον;
(Γελάει) Α, όχι, δεν ανησυχώ γι’ αυτό. Ξέρετε, οι διανοούμενοι έχουν την τάση να είναι μόνιμα απαισιόδοξοι. Στους κύκλους μας είναι σχεδόν τίτλος τιμής να δηλώνεις απαισιόδοξος, αν δεν είσαι, οι άνθρωποι τείνουν να σε θεωρούν έναν ανόητο, αθεράπευτα αισιόδοξο!
Κοιτάζοντας το παλαιότερο μυθιστόρημά σας, το «Solar», η στάση σας απέναντι στην ανθρώπινη αποτυχία ήταν κυνική και γεμάτη χλεύη…
Στο «Solar», και γενικότερα μέσω της σάτιρας, νομίζω ότι κοιτάζουμε δύο αντίρροπα σκέλη της ανθρώπινης φύσης. Από τη μια πλευρά, είμαστε ένα είδος απίστευτα δημιουργικό και ευφυές, ικανό να κάνει συγκλονιστικές επιστημονικές ανακαλύψεις για την καταγωγή του Σύμπαντος. Από την άλλη πλευρά, είμαστε ταυτόχρονα απίστευτα ηλίθιοι.
Στο νέο μου μυθιστόρημα, αυτό που βλέπουμε είναι ότι αυτά τα δύο στοιχεία εξακολουθούν να μάχονται σώμα με σώμα, να ανατρέπουν το ένα το άλλο. Ναι, οι ανόητοι πόλεμοι έχουν προκαλέσει καταστροφές και θανάτους τεράστιας κλίμακας, αλλά την ίδια στιγμή, η εξυπνάδα της κοινωνίας προσαρμόζεται για να βρει λύσεις, να εξασφαλίσει νερό και να ανανεώσει τις εξαντλημένες προμήθειες. Η ανθρώπινη ευφυΐα είναι ακόμα εδώ. Επομένως, πίσω από αυτό κρύβεται μια ξεκάθαρη αισιοδοξία.
Μερικοί υποστηρίζουν ότι ήδη συντελείται μια ενεργειακή επανάσταση στη νοτιοανατολική Ασία, την Ινδία και την Κίνα. Το μυθιστόρημα δεν είναι, φυσικά, ένα δοκίμιο για την κλιματική αλλαγή, αλλά βλέπουμε ότι στο Πακιστάν, στην Αφρική, στην Κίνα και στην Ινδία, η καθαρή ενέργεια υιοθετείται πλέον επειδή είναι απλώς φθηνότερη, όχι επειδή οι άνθρωποι έγιναν ξαφνικά ιδεαλιστές ή επειδή νοιάζονται για τον πλανήτη.
Και αυτή είναι μόνο η αρχή. Από την άλλη πλευρά, τα τεράστια κέντρα δεδομένων απαιτούν αντίστοιχα τεράστιες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας, με αποτέλεσμα οι παγκόσμιες εκπομπές άνθρακα να παραμένουν σταθερές ή και να αυξάνονται.
Στο παρελθόν έχετε ασχοληθεί με τα όρια των μηχανών, όπως στο «Μηχανές σαν εμένα». Σήμερα, έχει αλλάξει η άποψή σας;
Λοιπόν, οφείλω να ομολογήσω ότι αλλάζω συνέχεια γνώμη γύρω από αυτό το ζήτημα. Αρχικά πίστευα ότι επειδή οι μηχανές δεν διαθέτουν σώμα, δεν έχουν καρδιά, δεν αρρωσταίνουν και στερούνται υποκειμενικών εμπειριών και συναισθημάτων, θα ήταν αδύνατο να γράψουν αυθεντική ποίηση ή ένα μυθιστόρημα. Θεωρούσα ότι το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι απλώς να μιμηθούν αυτή τη διαδικασία.
Τώρα, όμως, αρχίζω να αναρωτιέμαι… Εχω φίλους που, όταν αντιμετωπίζουν κάποιο σοβαρό πρόβλημα στην προσωπική τους ζωή, στρέφονται για συμβουλές στο ChatGPT ή στο Claude. Εχω δει μερικές από αυτές τις απαντήσεις και, ειλικρινά, είναι συχνά γεμάτες σοφία και λογική. Πρόσφατα, είχαμε ένα οικογενειακό ζήτημα και η σύζυγός μου αποφάσισε να συμβουλευτεί το Claude. Η ανταπόκριση της μηχανής ήταν συγκλονιστικά ανθρώπινη, πολύ ζεστή, φιλική και γεμάτη ευαισθησία. Πιθανότατα, αν πήγαινες σε έναν ιερέα, έναν γιατρό ή έναν ψυχοθεραπευτή, να έπαιρνες την ίδια ακριβώς απάντηση.
Αν το καλοσκεφτείτε, η ικανότητα να κατανοείς και να επιλύεις σύνθετα ανθρώπινα προβλήματα είναι το πρώτο και βασικότερο βήμα για να γράψεις ένα μυθιστόρημα. Και η τεχνητή νοημοσύνη έχει ήδη κάνει αυτό το βήμα. Επομένως, δεν γνωρίζω τι μας επιφυλάσσει το μέλλον, αλλά σίγουρα δεν μου είναι πλέον καθόλου εύκολο να απορρίψω ή να υποτιμήσω τις δυνατότητές της.
Εχετε πει ότι ο άνθρωπος πρέπει να αντιμετωπίζει το μυαλό του σαν έναν «κήπο για να περιπλανιέται». Μήπως όμως, ξεμαθαίνουμε να είμαστε μόνοι με τις σκέψεις μας;
Διαβάζω συχνά στον Τύπο ότι πολλοί νέοι, γύρω στα 20 με 30, έχουν αρχίσει να χρησιμοποιούν τα τηλέφωνά τους πολύ λιγότερο. Οταν με ρωτούν νέοι συγγραφείς ποιο είναι το μυστικό, τους απαντώ πάντα το ίδιο πράγμα: «Κλείστε τα μηχανήματα για τρεις ή τέσσερις ώρες την ημέρα».
Εγώ μεγάλωσα στην προψηφιακή εποχή. Τότε υπήρχε πολύ περισσότερη μοναξιά, περισσότερος ιδιωτικός χρόνος, ακόμα κι αν δεν τον επέλεγες εσύ ο ίδιος. Σήμερα, με το που βγαίνει κανείς από το αεροπλάνο έχοντας μείνει χωρίς σύνδεση για δύο ώρες, ψάχνει αγωνιωδώς για Wi-Fi.
Η κατάσταση στον κόσμο είναι εξαιρετικά ταραχώδης και οι άνθρωποι βρίσκονται σε μια διαρκή αναμονή της επόμενης καταστροφής: «Τι έκανε πάλι ο Τραμπ; Τι σχεδιάζει η Κίνα;» Αυτό προκαλεί ένα ατελείωτο άγχος για τις πολιτικές εξελίξεις.
Κάποτε έγραψα ένα μυθιστόρημα για παιδιά, τον «Ονειροπόλο». Το παιδί που κάθεται στην τάξη και κοιτάζει αφηρημένο έξω από το παράθυρο κάνει στην πραγματικότητα κάτι πολύ σημαντικό. Η ονειροπόληση είναι αυτή που εξανθρωπίζει τη ζωή μας.
Τι πιστεύετε για την πολιτική ορθότητα;
Πιστεύω πως όταν αυτή η «επανάσταση» ολοκληρώσει τον κύκλο της, κάποια πράγματα θα επιβιώσουν και θα μείνουν ως θετική παρακαταθήκη. Μου θυμίζει κάπως τις αρχές της δεκαετίας του 1970 με την έλευση του φεμινισμού: υπήρξε μια τεράστια αναστάτωση στον τρόπο που συνυπήρχαν οι άνδρες και οι γυναίκες, αλλά τελικά η αναγκαία κοινωνική αλλαγή συντελέστηκε. Στην αρχή, βέβαια, όλα αμφισβητήθηκαν με έναν τρόπο σχεδόν απόλυτο.
Στις μέρες μας, υπάρχει μια εμφανής εμμονή με την αστυνόμευση των λεγόμενων «μικροπροσβολών» (micro-aggressions), μια τάση που πάντως στη Βρετανία αρχίζει ήδη να ατονεί. Αυτό το διαρκές κυνήγι του τι είπε ή τι εννοούσε ο άλλος έχει κουράσει βαθιά την κοινωνία. Φτάνουμε σε ακραία παραδείγματα παραλογισμού, όπου, για παράδειγμα, κάποιοι υποστηρίζουν ότι αν βάψεις τα νύχια σου με έναν συγκεκριμένο πολύχρωμο τρόπο, αυτό μπορεί να θεωρηθεί «πολιτισμική οικειοποίηση» ή ρατσισμός απέναντι σε άλλες κοινότητες.
Οι άνθρωποι, όμως, έχουν αρχίσει να κουράζονται από όλο αυτό το κλίμα. Γι’ αυτό τον λόγο πιστεύω ότι αυτές οι ακρότητες αρχίζουν να υποχωρούν. Ισως μάλιστα να πρέπει να βιαστούμε να τις καταγράψουμε λογοτεχνικά, πριν εξαφανιστούν τελείως!
Καθώς τα χρόνια περνούν, αναρωτιέμαι αν νιώθετε πιο έντονα την ανάγκη να αναπτύσσετε έναν διάλογο με τους ομοτέχνους σας…
Είναι ακριβώς έτσι όπως το λέτε, χρειάζεσαι οπωσδήποτε μια κοινότητα. Υπάρχουν συγγραφείς που επιλέγουν να είναι απόλυτα απομονωμένοι. Εγώ στάθηκα εξαιρετικά τυχερός με τη γενιά μου. Οταν ήμουν γύρω στα 25, άνθρωποι όπως ο Μάρτιν Εϊμις μπήκαν στη ζωή μου, καθώς και σπουδαίοι ποιητές και στοχαστές όπως ο Τζέιμς Φέντον και ο Κρίστοφερ Χίτσενς.
Ωστόσο, αποτελεί μια καθολική ανθρώπινη εμπειρία το να βιώνεις τελικά τον θάνατο των φίλων σου. Οσο συμβαίνει αυτό, ο κόσμος γύρω σου συρρικνώνεται, μικραίνει, γίνεται όλο και πιο στενός. Θυμάμαι που συζητούσα κάποτε με έναν σπουδαίο Αγγλο ιστορικό, ο οποίος ήταν τότε περίπου 95 ετών. Μου είπε: «Ολοι μου οι φίλοι έχουν φύγει. Και ξέρεις κάτι; Δεν μπορείς να κάνεις καινούργιους… παλιόφιλους».
Νομίζω ότι αυτό αποτυπώνει ακριβώς αυτό που είχε γράψει ο Βιργίλιος: «Sunt lacrimae rerum» – «Τα δάκρυα βρίσκονται στη βαθύτερη φύση των πραγμάτων». Τι συγκλονιστική φράση… Το να είσαι ζωντανός, γερός και υγιής, αλλά να πρέπει να αντέξεις και να πενθήσεις την απώλεια των δικών σου ανθρώπων, είναι ένα αναπόσπαστο, σκληρό μέρος της ίδιας της ύπαρξης.
Μετά από δεκαετίες μελέτης της ανθρώπινης συμπεριφοράς και των λαθών της, ποια είναι η μεγαλύτερη πηγή ελπίδας που σας κρατά αισιόδοξο;
Πιστεύω ακράδαντα ότι ως είδος είμαστε απίστευτα δημιουργικοί και εξαιρετικά ικανοί στην επιβίωση. Η δική μου γενιά μεγάλωσε στη βαριά σκιά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με εκατομμύρια θύματα και μια Ευρώπη εντελώς ερειπωμένη. Ο άνθρωπος διαθέτει ένα εξαιρετικά ισχυρό ένστικτο επιβίωσης και, όπως προείπα, μια τρομερή ικανότητα για συνεργασία. Γι’ αυτό και στα μυθιστορήματά μου δεν υπάρχουν ποτέ ολοσχερείς καταστροφές· δεν πεθαίνουν όλοι, οι επιζώντες βρίσκουν τον τρόπο και προχωρούν μπροστά.
Στο νέο μου βιβλίο, οι νεαροί φοιτητές που φεύγουν επιδεικτικά από τη διάλεξη, αν και συμπεριφέρονται αγενώς, νιώθουν την ανάγκη να προσπεράσουν και να ξεχάσουν τον δικό μας, 21ο αιώνα. Μα κι εμείς, στην ηλικία τους, το ίδιο ακριβώς κάναμε. Θεωρούσαμε τη γενιά των γονιών μας απίστευτα βαρετή. Βλέπαμε ότι το μόνο που ήθελαν ήταν μια καινούργια τηλεόραση, ένα πλυντήριο ή να πλένουν το αυτοκίνητό τους το πρωί της Κυριακής. Δεν μπορούσαμε τότε να καταλάβουμε ότι αυτοί οι άνθρωποι είχαν βιώσει την απόλυτη κόλαση του πολέμου και το μόνο που αναζητούσαν πλέον ήταν η θαλπωρή μιας κανονικής, ήρεμης ζωής. Μας ήταν αδύνατο να το συλλάβουμε. Εγραψα αυτό το επεισόδιο στο μυθιστόρημα ως έναν τρόπο να αποτυπώσω και τη δική μου, προσωπική ενοχή για το γεγονός ότι δεν σεβάστηκα και δεν κατάλαβα όσο θα έπρεπε εκείνη την προπολεμική γενιά.
Πηγή: fsyn.gr/nisides
Ραβδοσκοπία ατζαμή