Περπατάς κι έχεις την εντύπωση ότι η πόλη σου ανήκει, είναι δικιά σου και συνάμα είσαι δικός της. Όμως τι είναι ένας βασιλιάς δίχως λαό; Ο Καζαντζίδης σε έξαλλη κατάσταση στο δικαστήριο να καταριέται τους Εβραίους, τους μασόνους και τους τοκογλύφους; Εσύ, σε εύκολους περιπάτους με την ευχαρίστηση του αφρού που είσαι ξένοιαστος; Η άδεια πόλη με τα σκοτεινά σπίτια της και τους κατοίκους της να βουλιάζουν τα πάμφωτα νησιά;
Κι έφερε η τσιγγάνα μια βόλτα θανατερή, τον χάιδεψε απαλά στο κεφάλι, κι έβγαλε απ’τ’αυτί της και του’ δωσε ένα γαρούφαλο, η πονηρή τσιγγάνα. Μετά χώρισαν για πάντα οι δρόμοι τους. Κι αυτός για να το αντέξει έκατσε και κοιτούσε για ώρα τη θάλασσα, το βυθό της και το τρέμουλό της. Πουλάκια κάνουν τα μάτια μου και βλέπω ψαράκια; Ψαράκια στο βούρκο του λιμανιού; Χριστέ μου, που’ναι ο Δαρβίνος να πάθει την πλάκα του ψαράκια μου μαζί σας; Τον Δαρβίνο όμως στην Ελλάδα τον κάψανε θέ μου κι ας τον έστειλες για να καταλάβουμε τους εαυτούς μας, να μάθουμε από ποια τυχαιότητα ξεπηδήσαμε, για να αποφασίσουμε που θέλουμε να πάμε, αν μπορούμε βεβαίως, δίχως καμία εγγύηση ότι θα τα καταφέρουμε.
Νοιάζεται κανείς σήμερα για τέτοια ερωτήματα, είπε στην πόρτα, την ώρα που γύριζε το κλειδί για να μπει στο σπίτι του. Τότε ήταν που γρήγορα πέρασαν όλα μπροστά από τα μάτια του. Ακόμα και οι βόμβες από τα γερμανικά και μετά από τα εγγλέζικα αεροπλάνα έσκασαν δίπλα του και βεβαίως κατουρήθηκε πάνω του. Μα σίγουρα κάποιον άγιο είχε και τη γλύτωσε φτηνά. Και μετά τον έπιασε ένας βήχας, ένας ξερόβηχας του κερατά. Με κάθε ανάσα του καιγόταν η μύτη του, ο λαιμός του, κι έβλεπε πάλι τα φουγάρα από τα εργοστάσια να καπνίζουν αδιάφορα που λιγόστευαν γύρω τους τη ζωή. Η τελευταία επιθυμία του, λίγο πριν δει τον κ. Πέννα να του γράφει « Φλέγεται κι όλας το καρπούζι. Το βράδυ / πέφτει τώρα πιο πυκνό. Κι εσύ γυρνάς / λιγάκι μελαγχολικός στην έξαψή μου», είναι γρήγορα να γεμίσει πάλι με κόσμο, με πλοία κι αυτοκίνητα ο Πειραιάς και ας πιάνεται στα πεζοδρόμια το γερόψαρο από τα δολώματα μιας ομορφιάς προς Λολίτα μεριά. Να πιάνεται και να ξεχνιέται κι ας πονάει. Της redblue ομορφιάς, ναι, αυτής που δεν δίνει λογαριασμό σε κανέναν, ούτε στου αγγέλου της νερό, μα όταν κόβεται το ρεύμα φωτίζει όλη την πόλη τσάμπα. Θα τον πεθάνει μια μέρα αυτή η κακούργα, η πανούργα, η σκοτεινή, το ξέρει ότι θα τον ξεκάνει…μα χαλάλι της, γιατί πως αλλιώς η ζωή χύμα στο κύμα είναι καύλα τα δειλινά π' αντιλαλούνε τα βουνά;
Κάτι τέτοια έγραφε κι ο Μπουκόφσκι, ένας άνθρωπος που για το μόνο που ήταν σίγουρος ήταν ότι ποτέ του δεν θα καταλάβαινε τους ανθρώπους, αλλά τα κατάφερνε κι έτσι να ζει, και παρόλα αυτά κάθε φορά την προσκαλούσε, χόρεψε μαζί μου κάθε λύπη, γελώντας όμως, γιατί τότε μόνο είναι σαν να ελευθερώνεσαι απ'όνειρα, από ιδανικά και δηλητήρια. Κάτι τέτοια έλεγε λοιπόν ο Μπουκόφσκι και δεν του δώσανε κανένα βραβείο. Έπινε πολύ όμως, ε; Ναι, αλλά όχι για τα βραβεία. Εν πάση περιπτώσει, όσο ζούσε, μόνο η Παναγιά τον καταλάβαινε. Και το ήξερε. Γι'αυτό την εποχή που οδηγούσε μια σακαράκα, είχε γράψει στο πίσω μέρος της με χρυσή μπογιά, the Madonna with you .
Οι Μοντάλε και Πέννα είναι Ιταλοί ποιητές, ο Μπουκόφσκι Αμερικάνος συγγραφέας. Τα πράσινα λοξά είναι δικά τους.

Κούκλος ο έρημος Πειραιάς αυτές τις μέρες της Μεγαλόχαρης εξ αιτίας της. Άδειο και το λιμάνι. Αυτό που του δίνει την ξεχωριστή χάρη είναι ο συνδυασμός θάλασσας δίχως πλοία και δρόμοι δίχως αυτοκίνητα. Μια ερημιά λοιπόν εκεί έξω, που κατά παράδοξο τρόπο γεννά μια όαση μέσα. Ο άδειος Πειραιάς σου χαρίζει κι άλλη μια ψευδαίσθηση.