Αυτό που και στις δύο περιπτώσεις έχω συνειδητοποιήσει είναι πως κάτι με κρατάει και δεν παίρνω μαζί μου αυτούς τους πολύτιμους λίθους. Απ'ότι λένε οι θαυμαστές της, υπάρχουν ηλιαχτίδες που όλα αυτά περίτεχνα τα ενώνουν, όμως επί του παρόντος αδυνατώ να τις δω.
Πως μου ήρθε Αυγουστιάτικα η Δημουλά; Ο τέλειος καιρός κι ένας μαυροτσούκαλος στην παραλία, που φορούσε στο κεφάλι του μία από τις πολύχρωμες ομπρελίτσες που πουλούσε. Ήταν ορατή η κούρασή του και αόρατη η τσαλακωμένη μελαγχολία του. Νομίζω πως αυτή η εικόνα μου την πάσαρε, μέσω φυσικά ενός ποιήματος της. Αντιγράφω τις Προφυλάξεις από το Δημόσιο καιρό για όσους από μόνοι τους κάνουν στάσεις στα απρόβλεπτα πορφυρά της ζωής.
Όταν βρέχει
δεν παίρνω ομπρέλα.
Το θεωρώ δειλία να
προφυλάσσομαι
από το ξεκάθαρο.
Όταν δε βρέχει
όσο κι αν ευτυχεί ο ουρανός
όσο κι αν τον πιστεύω
ανοίγω την ομπρέλα μου
δεν είναι ξεκάθαρη
καιρική συνθήκη η ευτυχία.

εξαρτάται πάντως πιο πολύ από μένα παρά από εκείνη. Με λίγα λόγια, ανάλογα με τα φεγγάρια μου φτιάχνομαι μαζί της ή όχι.