Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2014 02:14

Σπάνια ένα δέος αποδείχτηκε μάταιο

Επιλέγων ή Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Αυτοί που δημιουργούν έργα τέχνης, το κάνουν για κάποιους λόγους ή επειδή έτυχε; Όσοι μπορούν να συνειδητοποιήσουν τους λόγους που τους οδηγούν στο να παράγουν ένα έργο και δεν καθαρίζουν με το αποστομωτικό «το κέφι μου κάνω», λένε διάφορα, διαφορετικά.

Ας πούμε, ο συγγραφέας Αχιλλέας Κυριακίδης απάντησε στο σχετικό ερώτημα της "Εφημερίδας των Συντακτών", πως «Κακά τα ψέματα, γράφουμε για να μην τρελαθούμε» ενώ η Γλυκερία Μπασδέκη από την Ξάνθη είπε «Δεν υπερτιμώ το γράψιμο. Αισθάνομαι ότι έχει την ίδια αξία με τα υπόλοιπα, όπως τη φροντίδα των παιδιών ή των μαθητών μου, το μαγείρεμα. Δεν είμαι αθώα, έχω κι εγώ τους δαίμονές μου και γράφοντας τους ξορκίζω. Αλλά δεν είμαι junkie.»

Ο συγγραφέας Δημοσθένης Κούρτοβικ στην ίδια ερώτηση έδωσε την εξής απάντηση: «ο συγγραφέας είναι ένας άπιστος ή ένας πρώην πιστός, που θέλει να πιστέψει πάλι, αλλά με τους όρους μιας καινούργιας φώτισης. Όσοι είναι βέβαιοι για τις ιδέες τους και τον κόσμο δεν χρειάζεται ούτε να γράψουν ούτε να διαβάσουν λογοτεχνία».

Ο δε 69χρονος ποιητής Χριστόφορος Λιοντάκης ανάμεσα στους πολλούς λόγους που πιθανολογεί ότι γράφει, περιλαμβάνει και τους εξής: «Ίσως για να επινοήσω κάποια άλλη πραγματικότητα και να δραπετεύσω σ’ αυτήν, ξεφεύγοντας από την ασφυξία του παρόντος χρόνου ή ίσως για να γεμίσω τον χρόνο μου, καθώς η πλήξη δεν έπαψε να με κυνηγάει από τα παιδικά μου χρόνια. Ακόμα μπορεί να γράφω για να εξημερώσω το θηρίο της θλίψης ή γιατί νιώθω ένα σκέτο πιόνι σε κάποιο άγνωστο παιχνίδι, κομπάρσος σε κάποια τραγωδία, ενώ δεν αποκλείω το να γράφω από μια λανθάνουσα ματαιοδοξία».

Τέλος ο πανεπιστημιακός Π.Παναγιωτόπουλος, υποψιάζεται πως ένα πολύ προσωπικό κίνητρο που τον κάνει να γράφει, είναι «η  αγωνία μιας πατρότητας που δεν έχει έρθει ακόμα. Πολλά θλιμμένα και χαρούμενα παιδιά τυπωμένα σε μαύρα ψηφία».

Ας αναφέρουμε και την απάντηση ενός Πειραιώτη συγγραφέα, του Διονύση Χαριτόπουλου, που κάνοντας πάσα στον εαυτό του, απαντάει: " Τα δικά μου θεμέλια είναι στη ζωή. Δεν διαμορφώθηκα από διαβάσματα ή θεωρίες. Μάλλον αυτό είχε συνέπεια να μη γράφω θεωρητικά , ή φανταστικές ιστορίες, αλλά για όσα έχω βιώσει ή με αφορούν άμεσα. Δηλαδή, το έπος των απλών ανθρώπων". Μια θέση σχεδόν ταυτόσημη με αυτή του Ισπανού Χορχέ Σεμπρούν, που τράβηξε τα μύρια όσα στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μπούχεβαλντ και αποφάσισε να τα γράψει όταν διαπίστωσε ότι δεν αναγνώριζε τη δικιά του ιστορία στα λόγια των άλλων.

Και αυτοί που εμπλέκονται με τα καλλιτεχνικά δρώμενα, γιατί άραγε το κάνουν; Η πιο διαδεδομένη απάντηση στην εποχή μας είναι, μα για να διασκεδάσουν. Σπάνια όμως οι διασκεδαστές και τα έργα τους χαίρουν εκτίμησης από τους κριτές της τέχνης και τους κύκλους που απονέμουν τα εύσημά της, ο δε χρόνος είναι σκληρός μαζί τους.  Μια ανεβασμένη παραλλαγή της που ακούγεται από χείλη που έχουν αλισβερίσι με τα κατορθώματα  των προγόνων μας, είναι η ψυχαγωγία. Εδώ όμως έχουμε δύο όρους απαραίτητους, που η εποχή μας τους υπονομεύει, αν και όχι εκ προθέσεως, αλλά πάντως συστηματικά. Για να πετύχει το όποιο έργο αυτήν την αγωγή της ψυχής, θα πρέπει εκ των προτέρων να έχει γίνει αποδεκτή απ’τον κόσμο, ως σύμβαση τουλάχιστον, η ανωτερότητά του. Ο δεύτερος όρος είναι η επιλογή της μύησης ως ο πλέον κατάλληλος τρόπος για να έχει η αγωγή τα επιθυμητά αποτελέσματα. Μόνο που η εκπλήρωση των όρων αυτών αν συμβεί, με το καταναλωτικό φρόνημα στα ύψη και την εξ αποστάσεως επαφή μοναχικών ανθρώπων να έχει πάρει σαφώς κεφάλι, θα είναι ο δέκατος τρίτος άθλος του Ηρακλή.

Μια προφανής απάντηση, που όμως θέλει διερεύνηση, είναι ότι το κοινό πλησιάζει τα καλλιτεχνικά έργα πάνω κάτω για τους ίδιους λόγους που οι καλλιτέχνες τα δημιουργούν. Αυτό μας επιτρέπει, ρισκάροντας ελαφρώς, να το  μεταφράσουμε ως εξής: Οι φιλότεχνοι είχαν τις προϋποθέσεις να γίνουν καλλιτέχνες, αλλά ένα απαγορευτικό δεν τους το επέτρεψε, ανακόπτοντας έτσι την ορμή να κυνηγήσουν την θολή ενόρμησή τους. Κάτι ισχυρότερο. Σαν τι δηλαδή; Να όπως μια μεγάλη φτώχεια από μόνη της ή σε συνδυασμό με πολλές υποχρεώσεις, μια ψυχολογία που δεν αντέχει τις αβεβαιότητες, μια προσωπικότητα που δεν τολμάει να εκτεθεί δημόσια, ένας περίγυρος αποτρεπτικός σε τέτοιες ενασχολήσεις, μια φύση που δε βρίσκει νόημα στην φιλοπονία για την υπέρβαση των δυσκολιών της δημιουργίας και προτιμάει να ζει.

Ο συγγραφέας Αχιλλέας Κυριακίδης σε μια γενικότερη αναφορά του για την καλλιτεχνική πράξη, σημείωσε πως το μυστήριο της καλλιτεχνικής δημιουργίας μπροστά στο μυστήριο της επαφής με το έργο και της κατανάλωσής του, φαντάζει σαν παιδικό αίνιγμα. Και συνέχισε γράφοντας: « Μπορώ ίσως να κατανοήσω ως ένα βαθμό (προφανώς γιατί έχω μπει κι εγώ σ’αυτήν την παλαίστρα) γιατί κάποιος αποφασίζει μια ωραία πρωία να σκαλίσει στο τοίχο του σπηλαίου που κατοικεί ένα μαμούθ, άλογα και ταύρους, αλλά όχι τι είναι αυτό που ωθεί τον γείτονά του να έρθει να τα δει. Και μεταδιδόμενο από στόμα σε στόμα σε λίγες μέρες να περάσουν να τα δουν με ανάμεικτα κίνητρα και αυτοί που μένουν σε μακρινές σπηλιές και που η φιλία τους δεν είναι δεδομένη. Αυτή η μετάβαση στο έργο τέχνης, (είτε πρόκειται για επίσκεψη στο μουσείο, είτε για την παρακολούθηση μιας συναυλίας ή για την αγορά ενός βιβλίου) με γεμίζει δέος. Κι αυτό το δέος μου αρκεί. Σπάνια ένα δέος αποδείχτηκε μάταιο».

Τελειώνουμε με μια μικρή αναφορά στον ζντανοφισμό. Τι είναι τούτο; Όταν έχεις αποφασίσει πως το κύριο κριτήριο αξιολόγησης ενός έργου τέχνης είναι το ιδεολογικό, τότε είσαι χωρίς να το ξέρεις ζντανοφιστής. Ο όρος αυτός προέκυψε από τον Αντρέι Ζντάνοφ ( 1896-1948), φλογερό σοβιετικό κομμουνιστή που επέβαλλε τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα που του έδινε η υψηλή θέση του. Φυσικά το αποτέλεσμα ήταν αρνητικό για τις τέχνες και τα γράμματα, την περίοδο του Στάλιν. Ελάχιστα έργα που δημιουργήθηκαν στα τριάντα χρόνια που ο Στάλιν και οι συν αυτώ κυβερνούσαν την Σοβιετική Ένωση, άντεξαν στον χρόνο. Ο ζντανοφισμός βέβαια είναι πανάρχαια άποψη που τον υιοθετούν σχεδόν όλες εκείνες οι εξουσίες που είναι ανίκανες να κερδίσουν με τα έργα τους και τις πρωτοβουλίες τους την συναίνεση του κόσμου. Θεωρώντας την τέχνη ως μέσο προπαγάνδας και επιμένοντας στις απλουστεύσεις και τον διδακτισμό, ο ζντανοφισμός κερδίζει τους στενοκέφαλους κι ανασφαλείς εξουσιαστές και τους τεμπέληδες διαμεσολαβητές της. Αυτός που θεωρεί την τέχνη ως μέσον για να λύνει τα προβλήματα της κοινωνίας, είναι έτοιμος να επιδιώξει πάση θυσία την χειραγώγηση του κόσμου στις δικές του λύσεις, αντιμετωπίζοντάς τον ως υποψήφιο ενεργούμενό του. Σ'αυτό το πάνελ χωρούν παραγωγοί του Χόλιγουντ, ιδιοκτήτες των τηλεοπτικών σταθμών, μεγαλοεκδότες και γκαλερίστες ολκής, ακραιφνείς εξτρεμιστές κάθε είδους και όλοι όσοι δεν αντέχουν την ζωή στην ποικιλία της. Μιλάμε για ανθρώπους δήθεν καλλιεργημένους, που εν ονόματί μας θέλουν να μας ελέγχουν και μέσω της τέχνης. 

Στις μέρες μας, μετάλλαξη του ζντανοφισμού είναι η πολιτική ορθότητα. Εδώ ο κάθε πικραμένος που θέλει να ελέγχει τις μάζες και βλέπει την τέχνη ως όργανο για το στόχο του, βάζει τα δικά του ροκανίδια για το τι θεωρεί σωστό, δηλαδή πολιτικά ορθό. Μόνο που στις μέρες μας αυτό γίνεται τόσο αθόρυβα και έξυπνα που θεωρείται εντελώς φυσικό.

Ευτυχώς από την άποψη αυτή, η τέχνη τέχνη στις μέρες μας είναι αδύναμη να διαμορφώνει συνειδήσεις (αυτό το πετυχαίνει η διαφήμιση) και να εξευγενίζει ψυχές (αυτό το εμπνέουν κάποιοι γονείς και μια ορισμένου τύπου παιδεία ) όπως συνέβαινε σε άλλα χρόνια. Οι σημερινοί κίνδυνοι, που τουλάχιστον υπάρχουν σε θεωρητικό επίπεδο, πέρα από την τέχνη που προπαγανδίζει επιβάλλοντας όρια στις σκέψεις και στις συμπεριφορές, είναι η πριμοδότηση έργων που έχουν χάσει το μέτρο, που δεν ολοκληρώνουν, παραχωρόντας θέση σε έναν αχταρμά δίχως καμία σχέση μορφής και περιεχομένου, πλοκής και χαρακτήρων, σκέψης και συγκίνησης, εικόνας και συναισθημάτων.

Καμιά φορά αναρωτιέμαι πάντως, αν όλα αυτά τα περί τέχνης έχουν ένα ουσιαστικό νόημα. Όχι γιατί αναπτύσσουν ιδέες και θεωρίες που δε βρίσκουν ανταπόκριση στον πολύ τον κόσμο, όσο γιατί της τέχνης η αναζωογονητική δύναμη έχει προ πολλού πάει περίπατο. Τι μένει, ελπίζοντας, εν ισχύ; Τα ελάχιστα εκείνα έργα, συνήθως με το ένα πόδι εντός και το άλλο εκτός συστήματος, που προκαλούν δέος, ακόμα και σε έναν συνάνθρωπό μας. Ίσως αυτά ερήμην μας ανοίγουν δρόμους, για να ξεπροβάλλει κάποτε μια σεμνή και ταπεινή τέχνη να ανδρωθεί, μια τέχνη που θα γεννάει πάλι στις ψυχές των ανθρώπων, φως. Του κεριού και του ήλιου, μα και της φωτιάς, όταν αυτή παρηγορεί ή χαροποιεί κρατώντας μακρυά τα θηρία. 

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 06 Ιανουαρίου 2015 16:38
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση