Όταν έφτασε η ταινία είχε ξεκινήσει. Στο πρόχειρο πανί μερικές γιαγιάδες με έναν χαρούμενο τρόπο θυμόντουσαν τα νιάτα τους, τότε που ήταν στα βουνά και πολεμούσαν μέσα από τις τάξεις του ΕΛΑΣ τους κατακτητές και τους συνεργάτες τους.
Μετά το διάλειμμα ξεκίνησε ένα άλλο φιλμάκι . Σ’αυτό, κάποιες άλλες γυναίκες, σύγχρονες αυτές, ξεκίνησαν να εξιστορούν τις δικές τους μάχες. Οι αφηγήσεις τους εναλλάσσονταν και η μηχανή/βίντεο που κατέγραφε τις ομιλίες τους παρέμεινε ακίνητη. Έτσι το βάρος έπεφτε στο να συγκεντρωθείς στα λόγια τους και στις εκφράσεις τους.
Στην αρχή που τον παρακολουθούσα, συμπέρανα πως όπου νάναι θα φύγει. Μου έδωσε την εντύπωση ότι ήταν υπ’ατμόν. Έπεσα έξω όμως. Κάποια στιγμή πλησίασε πιο κοντά στη μικρή οθόνη και σχεδόν τρία μέτρα από μένα. Τώρα φαινόταν ότι ήρθε για να μείνει. Τον έβλεπα ότι παρακολουθούσε με προσοχή. Μετακινήθηκε μόνο για να βγάλει μερικές φωτογραφίες. Όταν τέλειωσε κι αυτό το ντοκιμαντέρ, άναψαν τα τσιγάρα. Τότε μια γυναίκα που καθόταν στην πλαστική ακριβώς μπροστά του, γύρισε τον κοίταξε και είδα ότι ξαφνιάστηκαν και ότι χάρηκαν και οι δύο. Φαίνεται ότι ήταν γνωστοί. Σίγουρα δηλαδή, αφού πιάσανε και την κουβέντα, αλλά από εκεί που ήμουν δεν μπορούσα ν’ακούσω τι έλεγαν. Μια δυο φορές άκουσα μόνο τη λέξη σαμπάνια. Πλησίασα λίγο πιο κοντά και όσο μπορούσα πιο διακριτικά κοιτούσα προς τη μεριά τους. Κάποια στιγμή η γυναίκα έβγαλε απ'την τσάντα της γλυκάκια και τον κέρασε. Έτσι όπως τον έβλεπα προφίλ, ήμουν σίγουρη ότι ήταν ο αδελφός του πατέρα μου. Αυτός που είχε εξαφανιστεί πριν από χρόνια στη Νέα Υόρκη. Μιλάω για τον αγαπημένο μου θείο.
Εν τω μεταξύ μια γυναίκα με μπορντό παλτουδάκι που στεκόταν όρθια μπροστά μπροστά, είχε αρχίσει να μιλάει και να εξηγεί κάτι σχετικά με το φιλμάκι που βλέπαμε πριν. Μετά άρχισε να δίνει το λόγο στον κόσμο που ήταν από κάτω. Μίλησε κι αυτός προς το τέλος, αλλά δεν είπε κάτι ενδιαφέρον. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι είπε «μπράβο και στην Μαρία που το γύρισε» και κατέληξε λέγοντας πως αξίζει να την δουν κι άλλοι άνθρωποι, γι’αυτό θα προσπαθήσει να προβληθεί και στη Δραπετσώνα. Αμέσως μετά κοίταξα για λίγο τον ουρανό και κοιτάζοντας κατόπιν πάλι προς το μέρος του, δεν ήταν πια εκεί, δεν ήταν πουθενά. Είχε εξαφανιστεί, λες κι άνοιξε η γη και τον κατάπιε. Ή μήπως το μυαλό μου μού παίζει παιχνίδια, έτσι όπως κάθομαι και φυλάω την πόρτα του υπουργείου μαζί με τους συναδέλφους και η ώρα δεν περνά και η ώρα δεν περνά με τίποτα;
Να σας πω και δυο τρία πράματα για το δεύτερο ντοκιμαντέρ. Σ’αυτό μιλούσε μια παντρεμένη γυναίκα από την Χαλκιδική, περιγράφοντας τη διαδρομή της από τον καναπέ στους δρόμους και τα μονοπάτια του βουνού όπου βρέθηκε μαζί με συγχωριανούς της για να υπερασπιστούν τη ζωή τους από την λειτουργία των ορυχείων χρυσού. Μιλούσε μία τρανς από τη Θεσσαλονίκη για το πέρασμα από τον αυτοεγκλεισμό του στο φύλο που γεννήθηκε και στο σπίτι του, στην συμφιλίωση με το φύλο που επέλεξε και την πόλη του. Μιλούσε, η πιο νεαρή της πεντάδας, μια Αλβανίδα που ήρθε στην Αθήνα πριν είκοσι χρόνια και τώρα ήταν στην ομάδα που έχει κάνει την κατάληψη του θεάτρου Εμπρός και το λειτουργούσε. Μιλούσαν δυο λεσβίες για τους μέσα και έξω αγώνες που έχουν δώσει για να υπερασπιστούν την ομοφυλοφιλία τους. Μιλούσαν και τρεις καθαρίστριες, απ’αυτές που εδώ και πάνω από ένα χρόνο αγωνίζονται για την επαναπρόσληψή τους.
Όλοι αυτοί μίλησαν στην ταινία με μια φυσική άνεση, με τρόπο απλό και κατανοητό. Μίλησαν κι αυτά που είπαν ήταν λίγα και καλά. Παρόλο που δεν κατέφυγαν σε κόλπα για να εκβιάσουν τα συναισθήματά μου, εντούτοις στο τέλος κέρδισαν την συμπάθειά μου. Ποιας; Εμένα, της αστυνομικίνας. Οι μάχες που δίνουν οι γυναίκες αυτές είναι δύσκολο να σε αφήσουν αδιάφορο, όταν μάλιστα οι περιγραφές τους δεν αποπνέουν έναν παραδοσιακό ηρωισμό απ’αυτούς που βρίσκουν εύκολο κοινό για να τις χειροκροτήσει. Στο ξηρό αυτό ντοκιμαντέρ, που ίσως θα έπρεπε να επιμείνει λίγο πιο πολύ στη γέννηση των καταστάσεων που βρισκόταν οι αφηγήτριες και στην χαρά που γεννάει ο αγώνας τους, ο σεβασμός είναι το αποτέλεσμα, ο σεβασμός των θεατών προς τις αφηγήτριες. Πρόκειται για συνηθισμένες γυναίκες που δέχτηκαν κατ’επανάληψη μία βία σωματική και ψυχολογική και το παλεύουν με αξιοπρέπεια και ήθος. Εμένα πάντως τι να σας πω, εμένα που πριν όλες αυτές ήταν οι απόλυτοι εχθροί μου, με κέρδισαν τόσο ώστε αν διαταχτώ να τις ξυλοφορτώσω δε θα το κάνω! Αυτό πιστεύω.
Το μεγάλο άλμα που κάνει αυτό το ντοκιμαντέρ, είναι η συνύπαρξη στο ίδιο έργο πέντε εκπροσώπων διαφορετικών ομάδων, απ’αυτές που αποκαλούμαι αδύναμες και που ίσως ποτέ στη ζωή τους δεν θα σκεπτόταν η μία την άλλη με ειλικρίνεια και με συμπάθεια. Ανοίγει έτσι, με ένα μετρημένο και λιτό τρόπο, κανάλια επικοινωνίας μεταξύ γυναικών αναδεικκύοντας τα πολλά κοινά σημεία που έχουν. Συχνά αυτό το πλησίασμα δίνει την ευκαιρία στην ανάπτυξη δεσμών και στην καλλιέργεια ευαισθησιών, από αυτές που μας ολοκληρώνουν σαν ανθρώπους. Ναι είναι γεγονός, όταν η αλληλεγγύη ξεπερνάει τους ομοιοπαθείς, τους συναγωνιστές και ανοίγει τα φτερά της σε άλλους, σ' έναν κόσμο πέρα απ’αυτούς που τους μοιάζουμε.
Αυτά τα κινήματα, αυτές οι ομάδες που συνήθως τις ωθεί το σύστημα (άλλοι άνθρωποι δηλαδή) στο περιθώριο, σε περιόδους που τα πλατιά στρώματα του λαού ψάχνονται και δοκιμάζουν νέους ρόλους και σχέσεις, διεκδικώντας έναν άλλο κόσμο κι έναν άλλον προσανατολισμό της κοινωνίας τους, τότε αυτά τα κινήματα πληθαίνουν, μεγαλώνουν, παίρνουν πρωτοβουλίες και μάχονται με δύναμη και με πείσμα με όπλα τις αλήθειες τους. Λίγα χρόνια πριν την οκτωβριανή επανάσταση του 1917 στη Ρωσία και για καμιά δεκαριά χρόνια μετά, παρόμοιες φοβερές σοβιετικές ομάδες έριχναν λάδι στις φωτιές όλων των τεχνών, των γραμμάτων, των επιστημών, διεκδικώντας παράλληλα δικαιώματα και θεσμούς φιλικές στον κόσμο. Το ίδιο συνέβη και στις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες και το ίδιο αλλά με διαφορετικό τρόπο και αιτήματα και στη δεκαετία του ’60 στην Ευρώπη και στην Αμερική. Όλα αυτά τα κινήματα αν τα φανταστούμε με τη χάρη της φαντασίας μας σαν λαμπερά ρυάκια που ψάχνουν εναγωνίως το ποτάμι τους, το μεγάλο ποτάμι της οργής και της σκέψης του λαού για να το χρωματίσουν, τότε ίσως γίνει αυτό κι εδώ σ’εμάς, τώρα σε λίγο. Πράμα που σημαίνει ότι θα αυξάνονται και θα πληθαίνουν οι άνθρωποι που θα χαίρονται τη ζωή τους μοιράζοντας ότι είναι δυνατόν να μοιραστεί.
Το πρώτο ντοκιμαντέρ έχει τίτλο «Η ζωή στους βράχους» και γυρίστηκε το 2009 από την Αλίντα Δημητρίου. Το δεύτερο είναι μία δουλειά της Μαρίας Σαρρή που τέλειωσε το 2014 και ο τίτλος του είναι «Γάτες στη στέγη». Ντοκιμαντέρ που πιστεύω ότι καλό θα κάνει αν τα δουν όσοι περισσότεροι γίνεται. Είναι το πρώτο βήμα για να προχωρήσουμε πιο βαθιά.

Γυναίκες, γύρω στις τριανταπέντε. Άντρες καμιά δεκαριά. Οι περισσότεροι από τους παρισταμένους ήταν μέσης ηλικίας και καθιστοί, αλλά υπήρχαν και όρθιοι, νέοι. Πότε; Χθες, Παρασκευή βραδάκι. Που; Στο υπουργείο Οικονομικών στο Σύνταγμα, εκεί που είναι το στέκι των απολυμένων καθαριστριών. Δίπλα μας δηλαδή.